Supreme Court allows appeal in labor dispute due to lack of reasoning and invalid application of collective agreement rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a final labor court decision regarding wage adjustments and bonuses. The lower court failed to provide sufficient reasoning on the binding nature of the collective agreement and incorrectly calculated bonuses after its expiration. Consequently, the Supreme Court found the lower court's decision legally flawed and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 no. 6 and 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; A labor court decision lacking reasoning on the binding force of a collective agreement and misapplying post-expiration bonus rules constitutes a fatal defect requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1001 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1001/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Συνιδιοκτησίας με την επωνυμία " ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστράτιου Γεωργίλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 804/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 16-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 3668/ 1/16-1-2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 804/2022 (τελεσίδικης) απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 22-4-2019 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 38422/941/2019) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον, με επιμέλεια του ενάγοντος, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη στις 15-11-2022 (βλ. σχετική επί του σώματος της απόφασης σημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Χ. Π.) και, επειδή δεν ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατέστη τελεσίδικη στις 15-12-2022, ενώ η ένδικη αίτηση ασκήθηκε στις 16-1-2023, ημέρα Δευτέρα, ήτοι εντός της προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1β', δ', ε', 7 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 11 του Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες αφορούν τους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή όλης της χώρας (κλαδικές συλλογικές συμβάσεις) ή τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς αυτό ειδικοτήτων (ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις), δεσμεύουν μόνο τους εργοδότες και τους εργαζόμενους που είναι μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ δύναται ο Υπουργός Εργασίας υπό προϋποθέσεις να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ορισμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση, οπότε δεσμεύονται έκτοτε από αυτήν και εργοδότες και εργαζόμενοι μη μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσαν να είναι μέλη αυτών.
Η ιδιότητα των διαδίκων ως μελών των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, η οποία δεν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, αποτελεί προϋπόθεση της γένεσης των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν και συνακόλουθα αναγκαίο στοιχείο της σχετικής αγωγής, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ειδικά στο οικείο δικόγραφο, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενο αυτού, εφόσον ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές επικαλούμενος συγκεκριμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας, επί της οποίας θεμελιώνονται οι αξιώσεις του.
Αν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την ιδιότητα αυτού του ιδίου ή του ενάγοντος ως μελών των συμβληθεισών στη συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. β' ΚΠολΔ, και να αποδείξει το εν λόγω στοιχείο (ΑΠ 397/2023, 149/2019).
ΙΙ) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 της Π.Υ.Σ. υπ' αριθ. 6/28-2-2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012", η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 και κείται εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014, ΑΠ 397/2023, 876/2018), "1.
Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14-2-2013. 3.
Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α' 27). 4. Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου, που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5.
Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (Α' 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις". Στόχος των προαναφερόμενων ρυθμίσεων είναι να προωθήσουν την προσαρμογή των μισθολογικών και των μη μισθολογικών όρων της ΣΣΕ στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, με απώτερο σκοπό να αυξηθεί με τον τρόπο αυτό η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να μειωθεί η ανεργία.
Με τις ως άνω διατάξεις, αφενός επιβάλλεται η ex lege λήξη την 14η Φεβρουαρίου 2013 των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, ενώ για τις συμβάσεις που δεν είχαν συμπληρώσει διετία προβλέφθηκε η λήξη αυτών τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος τους, ακόμη και αν η προβλεπόμενη διάρκειά τους ήταν μικρότερη, αφετέρου ρυθμίζονται οι έννομες συνέπειες της λήξης ή της καταγγελίας μίας ΣΣΕ.
Σύμφωνα με το έως το 2012 ισχύον δίκαιο, οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έληξε ή καταγγέλθηκε εξακολουθούσαν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο (άρθρο 9 παρ. 4 Ν. 1876/1990). Μετά την πάροδο του εξαμήνου (παράταση) άρχιζε μία δεύτερη περίοδος πλασματικής επιβίωσης των όρων της συλλογικής σύμβασης εργασίας, η φάση της μετενέργειας, κατά την οποία οι όροι της ΣΣΕ αποβάλλουν μεν την αναγκαστική (όχι την άμεση) ισχύ τους, εξακολουθούν όμως να επηρεάζουν τη σύμβαση εργασίας, μέχρι η σύμβαση να τροποποιηθεί.
Επομένως, κατά τη διάρκεια της μετενέργειας ο εργοδότης δεν είναι δυνατόν να τροποποιήσει μονομερώς τους όρους της ΣΣΕ που μετενεργεί, αλλά η τροποποίηση μπορεί να γίνει μόνον με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου. Προϋπόθεση όμως γι' αυτό είναι η ιδιότητα του εργοδότη και του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συνήψαν τη συλλογική σύμβαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 8 του ιδίου νόμου (ΑΠ 397/2023, 493/2019).
Με τη νέα διάταξη της προαναφερόμενης Π.Υ.Σ., η παράταση της κανονιστικής ισχύος των όρων της ΣΣΕ που έληξε ή καταγγέλθηκε περιορίζεται από έξι σε τρεις μήνες. Αν δεν επιτευχθεί η σύναψη νέας ΣΣΕ κατά το διάστημα του τριμήνου, τότε με τη λήξη του τριμήνου αρχίζει η φάση της μετενέργειας με περιορισμένο εύρος, οπότε ο εργοδότης οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει μόνο τον βασικό μισθό και τέσσερα (4) επιδόματα, ειδικότερα δε, ωρίμανσης (δηλαδή αρχαιότητας στην υπηρεσία), τέκνων, εκπαίδευσης και επικίνδυνης εργασίας που όριζε η λήξασα ή καταγγελθείσα ΣΣΕ.
Αντιθέτως, ο εργοδότης δεν οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει τα λοιπά επιδόματα και μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η ΣΣΕ, όπως πρόσθετους μισθούς (π.χ. 15ος και 16ος μισθός), bonus ή πριμ, διορθωτικά επιδόματα, επιδόματα εξομάλυνσης, επιδόματα παρουσίας κλπ. Δηλαδή, με τη νέα ρύθμιση τροποποιούνται ουσιαστικά οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 και 5 του Ν. 1876/1990 και η μετενέργεια της ΣΣΕ εντοπίζεται στον βασικό μισθό και στα προαναφερθέντα τέσσερα επιδόματα, ενώ δεν καταλαμβάνει πλέον τις λοιπές μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η λήξασα ή καταγγελθείσα ΣΣΕ (ΑΠ 397/2023, 1041/2021).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. 11.2.α. του Ν. 4093/2012, "οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου", ενώ με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ.
ΙΑ υποπαρ. 11.3.α. και 11.3.γ. του Ν. 4093/2012, που τέθηκε σε εφαρμογή την 12-11-2012 (ΦΕΚ Α' 222/12-11-2012), καθορίστηκε νομοθετικά ο κατώτατος μισθός των υπαλλήλων άνω των 25 ετών στα 586,08 ευρώ (υποπαρ. 11.3.α) και ορίστηκε ότι ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω (υποπαρ. 11.3.γ.).
Κατά την υποπαρ. 11.4 της παρ. ΙΑ του ιδίου νόμου, "Κάθε αναφορά της ισχύουσας νομοθεσίας γενικά στον ελάχιστο μισθό ή στο ελάχιστο ημερομίσθιο της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) νοείται ο νόμιμος νομοθετημένος κατώτατος μισθός και κατώτατο ημερομίσθιο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπό το καθεστώς του Ν. 4093/2012 οι μισθολογικοί όροι των ΕΓΣΣΕ ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ τα γενικά κατώτατα όρια των αμοιβών εξασφαλίζονται πλέον με τον αναφερόμενο σε αυτές νομοθετικά καθοριζόμενο κατώτατο μισθό, ο οποίος και αντικατέστησε την ΕΓΣΣΕ στη λειτουργία της ως ρυθμιστικού μέσου για τη θέσπιση γενικών κατώτατων νόμιμων αποδοχών (ΑΠ 1063/2023).
Τέλος, με την Υ.Α. οικ. 4241/127/30-1-2019 (ΦΕΚ Β' 173/2019), η οποία τέθηκε σε ισχύ από 1-2-2019, ο νόμιμος κατώτατος μισθός για τους υπαλλήλους ορίστηκε στο ποσό των 650 ευρώ. Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 317/2022, 322/2022, 323/2022, 109/2020, 269/2020, 1388/2019, 1266/2017).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 1388/2019).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθ. 6 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμού 1, άλλως εκ του αριθμού 19, άλλως εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αληθώς εκ των αριθμών 1, 5 και 6 αντιστοίχως του άρθρου 560 ΚΠολΔ, εφόσον με την ένδικη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται απόφαση του Ειρηνοδικείου), κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή εκ του αριθμού 1, άλλως εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (δεδομένου ότι η εκ του αριθμού 5 αιτίαση αναφέρεται σε μη λήψη υπόψη ισχυρισμού προβληθέντος με λόγο έφεσης, ενώ στην υπό κρίση υπόθεση δεν ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα έφεση κατά της πρωτόδικης και ήδη αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης), συνισταμένη σε ευθεία, άλλως εκ πλαγίου (με ελλιπείς αιτιολογίες), παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990, της υποπαρ.
ΙΑ.11 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 και της Υ.Α. 4241/127/30-1-2019, ενώ με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου (με ελλιπείς αιτιολογίες), τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 της Π.Υ.Σ. 6/28-2-2012.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Ο ενάγων, ο οποίος είναι θυρωρός στο επάγγελμα και μέλος του Συλλόγου Θυρωρών Αττικής, προσλήφθηκε από την εναγομένη, η οποία διατηρεί εμπορικό κέντρο, που βρίσκεται επί των οδών ..., στις 26-10-2010, με σύμβαση, αρχικά διάρκειας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης για να απασχοληθεί ως θυρωρός στο ανωτέρω Μέγαρο (κτήριο γραφείων και καταστημάτων).
Από 1-12-2012 η σύμβαση εργασίας του τροποποιήθηκε και μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. Ο ενάγων προσέφερε ανελλιπώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες του στην εναγομένη ως θυρωρός, αλλά και ως βοηθός της διαχειριστικής ομάδας της εναγομένης, διανέμοντας και εισπράττοντας τα κοινόχρηστα, μεριμνώντας για τη συντήρηση και επισκευή του κτηρίου και γενικά φροντίζοντας για την εύρυθμη λειτουργία του ανωτέρω εμπορικού κέντρου, εισπράττοντας ως αμοιβή για την εργασία του, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2019, το ποσό των 978,24 ευρώ.
Το ποσό αυτό ήταν, όμως, μικρότερο από τον προβλεπόμενο στην από 2-12-2010 ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των θυρωρών και καθαριστριών πολυκατοικιών και μεγάρων όλης της χώρας" (πράξη κατάθεσης Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 41/3-12-2010 και με ισχύ μέχρι 31-12-2012) και την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2010-2012 μισθό.
Για τον λόγο αυτό ο ενάγων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της εναγομένης την από 5-12-2016 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενος ότι η εναγομένη του κατέβαλλε μικρότερες αποδοχές από αυτές που δικαιούταν, ζήτησε να του επιδικαστούν οι διαφορές που προκύπτουν και ανέρχονταν για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2011 έως και τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2016 στο ποσό των 37.720,62 ευρώ.
Η αγωγή του έγινε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και υποχρεώθηκε η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 37.455,49 ευρώ, η δε απόφαση αυτή έγινε τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής έφεσης της εναγομένης με την 6066/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η εναγομένη, όμως, εξακολουθεί να καταβάλλει στον ενάγοντα τις μειωμένες αποδοχές των 978,24 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2016 έως και τον Φεβρουάριο του έτους 2019, όταν καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του.
Ο δε μισθός που έπρεπε να λαμβάνει κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ανερχόταν, με βάση το άρθρο 3 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., στο ποσό των [βασικός μισθός 889,68 ευρώ και 30% για επίδομα τριετιών 266,90 ευρώ και 10% για επίδομα γάμου 88,97 ευρώ και 6% επίδομα δωματίων 53,38 ευρώ και 3% για επίδομα διαχειριστικών λαθών 26,69 ευρώ] 1.325,62 ευρώ.
Έτσι, για το ως άνω χρονικό διάστημα έλαβε α) για μισθούς [978,24 ευρώ επί 27 μήνες] 26.412,48 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει [1.325,62 επί 27 μήνες] 35.791,74 ευρώ, άρα δικαιούται τη διαφορά που προκύπτει των [35.791,74 πλην 26.412,48] 9.379,26 ευρώ, β) για επίδομα Χριστουγέννων 2017 και 2018 [978,24 και 978,24] 1.956,48 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει [1.325,62 επί 2] 2.651,24 ευρώ, άρα δικαιούται τη διαφορά που προκύπτει [2.651,24 πλην 1.956,48] 694,76 ευρώ και γ) για επίδομα Πάσχα και άδειας 2017 και 2018 [489,12 επί 4] 1.956,48 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει [662,81 επί 4] 2.651,24 ευρώ, άρα δικαιούται τη διαφορά που προκύπτει [2.651,24 πλην 1.956,48] 694,76 ευρώ.
Δικαιούται, επομένως, ο ενάγων για τις ως άνω αιτίες, συνολικά [9.379,26 και 694,76 και 694,76] 10.768,78 ευρώ. Ακόμη, για αποζημίωση απόλυσης ο ενάγων με βάση τον χρόνο εργασίας του στην εναγομένη δικαιούται [2,5 μισθούς των 1.325,62 ίσον 3.314,06 ευρώ και προσαύξηση κατά 1/6 ποσού 552,34 και επίδομα άδειας 662,81 και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας 1.657,25] 6.186,25 ευρώ, ενώ η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 4.341,42 ευρώ και, επομένως, δικαιούται [6.186,25 πλην 4.341,42] 1.844,83 ευρώ.
Συνολικά, επομένως, ο ενάγων δικαιούται [10.768,78 και 1.844,83] 12.613,61 ευρώ". Ακολούθως, το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το αιτηθέν ποσό των 12.613,61 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασής του διακρίσεις.
Με την κρίση του αυτή το Ειρηνοδικείο, ήτοι με το να δεχθεί ότι ο μισθός που δικαιούται ο ενάγων για το επίδικο χρονικό διάστημα (Δεκέμβριος 2016 έως και Φεβρουάριος 2019) ανέρχεται, βάσει των όρων της από 2-12-2010 ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των θυρωρών και καθαριστριών πολυκατοικιών και μεγάρων όλης της χώρας", στο συνολικό ποσό των 1.325,62 ευρώ μηνιαίως, το οποίο αποτελείται από τον βασικό μισθό ποσού 889,68 ευρώ, προσαυξημένο κατά ποσοστό 30% (=266,90 ευρώ) για επίδομα τριετιών + ποσοστό 10% (=88,97 ευρώ) για επίδομα γάμου + ποσοστό 6% (=53,38 ευρώ) για επίδομα δωματίων + ποσοστό 3% (=26,69 ευρώ) για επίδομα διαχειριστικών λαθών, χωρίς να διαλάβει στο σκεπτικό της απόφασής του, α) αν η εναγομένη εργοδότρια ήταν μέλος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ακινήτων (Π.ΟΜ.ΙΔ.Α.), ώστε να δεσμεύεται από την προαναφερόμενη ΣΣΕ που είχε συναφθεί μεταξύ της Π.ΟΜ.ΙΔ.Α.
και της Ομοσπονδίας Θυρωρών Ελλάδος (Ο.Θ.Ε.) και συνακόλουθα να υποχρεούται να την εφαρμόσει στους όρους αμοιβής και εργασίας του ενάγοντος, καθότι μόνο τότε οι καταβαλλόμενες αποδοχές αυτού θα υπολείπονταν των νομίμων, μολονότι η εναγομένη με τις πρωτόδικες προτάσεις της είχε εκφράσει ρητώς την άρνησή της, ισχυριζόμενη ότι δεν συνέτρεχε η παραπάνω προϋπόθεση και ότι, ως εκ τούτου, δεν δεσμευόταν από την επίμαχη ΣΣΕ, β) τον χρόνο προϋπηρεσίας του ενάγοντος, βάσει του οποίου δέχθηκε ότι αυτός δικαιούται προσαύξηση 30% επί του βασικού μισθού του (η οποία αντιστοιχεί σε προϋπηρεσία 9 ετών και άνω, βάσει του άρθρου πρώτου παρ.
ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.11.3.γ. του Ν. 4093/2012), στέρησε την απόφασή του επαρκούς αιτιολογίας. Ειδικότερα, κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το κρίσιμο γεγονός της δέσμευσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας από την ανωτέρω ΣΣΕ, η οποία δεν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική με σχετική απόφαση του Υπουργού Εργασίας, αλλά και ως προς το δικαίωμα του ενάγοντος να λάβει προσαύξηση 30% επί του βασικού μισθού του, καθιστώντας ανέφικτο τον έλεγχο της ορθότητας του υπολογισμού αυτού, και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας εκ πλαγίου, με ελλιπείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 11 του Ν. 1876/1990, της υποπαρ.
ΙΑ.11 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 και της Υ.Α. 4241/127/30-1-2019. Περαιτέρω, θεώρησε ως υποχρεωτική την καταβολή των επιδομάτων γάμου, δωματίου και διαχειριστικών λαθών και μετά τη λήξη και την πάροδο της πλασματικής ισχύος της ανωτέρω ΣΣΕ, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 της Π.Υ.Σ. 6/28-2-2012.
Ειδικότερα, δεδομένου ότι η έναρξη ισχύος της προαναφερόμενης ΣΣΕ έλαβε χώρα την 3-12-2010 (ημερομηνία κατάθεσης στο Υπουργείο Εργασίας κατ' άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 1876/1990) και δεν είχε συμπληρωθεί διάστημα 24 μηνών έως την 14-2-2012, η λήξη αυτής παρατάθηκε μέχρι την 3-12-2013, οπότε επακολούθησε το τρίμηνο της πλασματικής ισχύος της μέχρι την 3-3-2014, μετά δε την ημερομηνία αυτή εισήλθε στο στάδιο της μετενέργειας με διατηρούμενους και δεσμευτικούς για την εργοδότρια μόνο τον βασικό μισθό και (από τα επίδικα επιδόματα) το επίδομα ωρίμανσης.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπολογίζοντας τα λοιπά τρία επιδόματα (γάμου, δωματίου και διαχειριστικών λαθών) στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της Π.Υ.Σ. 6/28-2-2012.
Συνεπώς είναι βάσιμοι, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το επικουρικό σκέλος του εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος κατά το κύριο σκέλος του εκ του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 804/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ