Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to specify evidence omitted by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance judgment on procedural grounds. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence, but the court found the appeal vague and lacking the required details under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562 of the Code of Civil Procedure: An appeal for inadmissibility based on the failure to consider evidence is rejected if the appellant fails to identify the specific evidence, its content, and its relevance to the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1001 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1001/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. του Δ., κατοίκου Λ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Σαμαρά.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Β., κατοίκου Λ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Γεωργούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 452/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-3-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 1400 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου ετελέσθη ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", προκύπτει ότι, η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας (ΟλΑΠ 28/1996), δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 1696/2018).
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της γένεσης της αξίωσης, δηλαδή της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, με την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, και στην περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 140/2021, ΑΠ 492/2017), καθόσον για τη γέννηση της αξίωσης αυτής δεν ορίζεται από το νόμο συγκεκριμένη χρονική αφετηρία, αφού αρκεί να έχει διαρκέσει η διάσταση των συζύγων περισσότερο από τρία χρόνια (ΑΠ 350/2020, ΑΠ 1956/2013, ΑΠ 1250/2010, ΑΠ 546/2009).
Για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, δηλαδή για την εξεύρεση της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος, σε κάθε περίπτωση, είναι ο χρόνος παροχής της έννομης προστασίας και ειδικότερα εκείνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1284/2021, ΑΠ 526/2015, ΑΠ 1029/2013). Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 3/2016). Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, με την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμώμενων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1978/2014).
Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, και κατά τη διάταξη του άρθρου 1390 του ίδιου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.
Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1048/2009). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1473/2019).
Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογιστούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 1092/2021, 1473/2019, ΑΠ 43/2015).
Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 1059/2014). Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι:
α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανόμενης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου (ΑΠ 804/2020, ΑΠ 492/2017).
Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρόμενου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, με την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 101/2020, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1550/2018).
Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεστεί και αποδείξει, ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 804/2020, ΑΠ 101/2020).
Δηλαδή, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β' του ΑΚ ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 101/2020).
Στον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγόμενου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3, αφού ο τελευταίος ισχυρισμός είναι λιγότερο επωφελής για τον εναγόμενο από τον ισχυρισμό του για μηδενική συμβολή του ενάγοντος (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1037/2017).
Με την ανωτέρω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ955/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 101/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ789/2023, ΑΠ500/2023, ΑΠ831/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "...Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 22-4-1990 στη Λάρισα, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν δύο ενήλικα ήδη τέκνα, οποία γεννήθηκαν τα έτη 1991 και 2000 αντίστοιχα.
Η έγγαμη συμβίωση διαδίκων, οι οποίοι δεν επέλεξαν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, δεν εξελίχθηκε ομαλά, και ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθμ. 337/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εκδοθείσα κατά την εκουσία δικαιοδοσία, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 28-6-2017 μετά από παραίτηση των διαδίκων από την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως.
Κατά τον ως άνω χρόνο τέλεσης του γάμου τους αμφότεροι οι διάδικοι ήταν ηλικίας 27 ετών και η μεν ενάγουσα ήταν κυρία ακινήτου-μονοκατοικίας κείμενης (στη) επί της οδού Πραξαγόρα αρ. 20, που περιήλθε σ' αυτήν δυνάμει του με αριθμό 11.144/0811-1986 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου...., ο δε εναγόμενος συγκύριος ήδη από το έτος 1987 κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου αγρού εκτάσεως 48.250 τ.μ.
κείμενου στην κτηματική περιφέρεια Σ. της Κ. Μ...., το οποίο απέκτησε με αγορά δυνάμει του με αριθμό 1104/30-09-1987 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου.... Αμέσως μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν στην ως άνω ιδιόκτητη της ενάγουσας οικία, η οποία αποτέλεσε και την οικογενειακή τους στέγη έως και την κατά τα ανωτέρω λύση του γάμου τους.
Η ενάγουσα κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου της με τον εναγόμενο και μετά από αυτόν και κυρίως πριν την απόκτηση τέκνων (όπως προκύπτει τουλάχιστον από τις σχετικές καταστάσεις ενσήμων και εισφορών ΙΚΑ που προσκόμισε) εργάσθηκε περιστασιακά και όχι σε μόνιμη και σταθερή βάση έως και το έτος 2002, οπότε απασχολήθηκε πλέον ως συμβασιούχος ορισμένου χρόνου, ενώ από το έτος 2004 προσελήφθη πλέον με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του τεχνολόγου γεωπονίας στον Ελληνικό Γεωργικό Οργανισμό ΔΗΜΗΤΡΑ με μηνιαίο μισθό αρχικά (το έτος 2004) 877 ευρώ, ο οποίος είχε τις νόμιμες διακυμάνσεις και ανερχόταν πλέον τα έτη 2014 και 2015 στο καθαρό ποσό των 1.105,09 ευρώ και στο ποσό των 988,64 το έτος 2016.
Τα ετήσια εισοδήματά της ανέρχονταν στο ποσό των 12.279,98€ το οικονομικό έτος 2003, 11. 201,92€ το οικονομικό έτος 2004, 9.889,74€ το οικονομικό έτος 2005, 11.800,7€ το οικονομικό έτος 2007, 20.362,34€ το οικονομικό έτος 2008, 21.535,81€ το οικονομικό έτος 2009, 22.538,8€ το οικονομικό έτος 2010, 20.482,79€ το οικονομικό έτος 2011, 18.141,96€ το οικονομικό έτος 2012, 17.612,22€ το οικονομικό έτος 2013, 14.546,13€ το οικονομικό έτος 2014 και 14.470,47€ το οικονομικό έτος 2015, 17.461,46€ το οικονομικό έτος 2016 και 19.989,23€ το οικονομικό έτος 2017.
Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών ήδη από το έτος 1987 που απέκτησε το ως άνω πρώτο ακίνητο απασχολήθηκε ως επαγγελματίας αγρότης από το έτος 1987 καλλιεργώντας μεγάλες εκτάσεις με σιτηρά, κριθάρι, βαμβάκι, καλαμπόκι και όσπρια. Από την εργασία του αυτή είχε ετήσιο καθαρό γεωργικό εισόδημα με βάση το αντικειμενικό σύστημα 12.227,57€ το οικονομικό 2003, 14.948,77€ το οικονομικό έτος 2004, 13.462,64€ το οικονομικό έτος 2005, 13.167,51€ το οικονομικό έτος 2007, 11.139,70€ το οικονομικό έτος 2008, 12.209,456€ το οικονομικό έτος 2009, 12.979,48€ το οικονομικό έτος 2010, 16.694,25€ το οικονομικό έτος 2011 18.415,08€ το οικονομικό έτος 2012, 17.122,83€ το οικονομικό έτος 2013, 42.034,27€ το οικονομικό έτος 2014 και 27.437,3€ το οικονομικό έτος 2015.
Κατά την διάρκεια του γάμου τους η ενάγουσα-εφεσίβλητη έλαβε δάνειο από την τέως Εθνική Κτηματική Τράπεζα, ποσού 3.000.000δρχ., προκειμένου να προβεί σε επισκευές και βελτιώσεις στην ως άνω οικία της (αντικατάσταση των κουφωμάτων, βάψιμο, τοποθέτηση επίπλων κουζίνας και ηλεκτρικών συσκευών, καθώς και αγορά επίπλων), ώστε να καταστεί κατοικήσιμη.
Την 31-1-2011 η ενάγουσα-εφεσίβλητη έλαβε στεγαστικό δάνειο από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος ΑΤΕ, ποσού 22.000€ προκειμένου και πάλι να προβεί σε βελτιώσεις στην ως οικία, και στις 28-7-2015 έλαβε καταναλωτικό δάνειο από την τράπεζα Πειραιώς ποσού 5.494,91€ για τον ίδιο λόγο, ενώ την 19-7-2017 συνήψε πρόσθετη πράξη με την Τράπεζα Πειραιώς προκειμένου να διευκολυνθεί στην αποπληρωμή του τελευταίου δανείου.
Την αποπληρωμή των ως άνω δανείων είχε αναλάβει η ίδια η ενάγουσα, όπως και την ολοκλήρωση οιασδήποτε ανακαίνισης ή βελτίωσης της οικογενειακής στέγης, με την επισήμανση ότι μέρος των ως άνω ποσών δαπανήθηκε για αγορά του μνημονευόμενου ακολούθως αυτοκινήτου εκ μέρους ενάγουσας. Το εν λόγω ακίνητο (οικογενειακή στέγη) παρέμεινε στην κυριότητα της ενάγουσας με τις επισκευές και τις βελτιώσεις που είχε υποστεί και μετά τη λύση του γάμου των διαδίκων.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης η ενάγουσα-εφεσίβλητη είχε παραχωρήσει την ανωτέρω οικία, για να χρησιμοποιηθεί ως οικογενειακή στέγη, εξοικονομώντας με τον τρόπο αυτό το μίσθωμα που θα απαιτούνταν για την μίσθωση άλλου ακινήτου κατάλληλου να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειάς τους.
Επίσης, παρείχε προσωπική εργασία, ως σύζυγος, μητέρα και οικιακή βοηθός, αυτή δε η προσφορά της στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειάς της, με την αντίστοιχη εξοικονόμηση του ποσού που θα δαπανούσε ο εναγόμενος-εκκαλών για την πρόσληψη οικιακών βοηθών, δεν υπερέβαινε την κατά νόμο υποχρεωτική συνεισφορά της στα κοινά οικογενειακά βάρη.
Αντίστοιχα συνεισέφερε και ο εναγόμενος-εκκαλών στην οικογένειά του, απασχολούμενος με οικιακές εργασίες και με την ανατροφή των τέκνων τους, κυρίως κατά τους χειμερινούς μήνες, όταν οι αγροτικές εργασίες ήταν περιορισμένες. Το έτος 1993 επίσης ο εναγόμενος αγόρασε ένα συρόμενο τροχόσπιτο, μήκους 5,5 μέτρων, στο εσωτερικό του οποίου υπήρχαν κουζίνα, μπάνιο και δύο διπλά κρεβάτια καταβάλλοντας το τίμημα με τα χρήματα που εισέπραξε από την πώληση μίας θεριζοαλωνιστικής μηχανής (κομπίνα), προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες θερινών διακοπών της οικογενείας του, για χρονικό δε διάστημα δεκαεννέα ετών (19) οι διάδικοι κατασκήνωναν κάθε χρόνο κατά τους θερινούς μήνες στο camping Π……" της παραλίας του Ν.
Π. και για την παραμονή τους εκεί κατέβαλαν ετησίως το ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2.000,00€). Τέλος, και οι δύο σύζυγοι συνεισέφεραν στην αποπληρωμή λογαριασμών για την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, την λειτουργία του οίκου τους εν γένει και την κάλυψη των διατροφικών και εκπαιδευτικών αναγκών των τέκνων τους, καθώς και για την υγειονομική τους περίθαλψη, λαμβανομένου υπόψιν ότι αμφότεροι εργάζονταν, είχαν εισοδήματα και δεν αδιαφορούσαν για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενάγουσα δαπανούσε τα χρήματα που αποκέρδαινε μόνο για τον εαυτό της δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, συμμετείχε στην κάλυψη των δαπανών του οίκου τους. Ο ισχυρισμός επίσης του ανωτέρω ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε να εργασθεί εντός και εκτός της οικίας λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε δεν αποδείχθηκε βάσιμος.
Τουναντίον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διαγνώσθηκε με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και υποβλήθηκε σε αγγειοπλαστική δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας τον Σεπτέμβριο του 2017, ήτοι μετά τη λύση του γάμου της και τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως με τον αντίδικο, ενώ υποβλήθηκε και σε ολική αρθροπλαστική ισχίων άμφω και εμφάνισε σκληροδερμία.
Για τις ως άνω παθήσεις κρίθηκε μεν ανάπηρη σε ποσοστό 85% για το χρονικό διάστημα από 5-10-2017 έως 31-10-2018 δυνάμει της με αριθμό 09905/ 2017/11983 απόφασης της Α' Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, πλην όμως με την ως άνω απόφαση κρίθηκε (όμως) ότι η ανωτέρω δεν φέρει ποσοστό αναπηρίας για την κινητική αναπηρία, σε κάθε δε περίπτωση το εν λόγω ζήτημα δεν αφορά στον επίδικο χρόνο της διάρκειας του γάμου των διαδίκων.
Αποδείχθηκε ότι κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων η περιουσία του εναγομένου-εκκαλούντος αυξήθηκε με τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία, τα οποία υπήρχαν στην κυριότητά του, κατά τον χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του γάμου (δεδομένου ότι κρίσιμος χρόνος καθορισμού της τελικής περιουσίας είναι ο χρόνος γέννησης της αξιώσεως συμμετοχής στα αποκτήματα, ήτοι εν προκειμένω που τελικώς λύθηκε ο γάμος με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ο χρόνος που κατέστη αυτή αμετάκλητη), όπως τούτο επίσης δεν αμφισβητείται και από τον ίδιο (τον εναγόμενο).
Ειδικότερα ο εναγόμενος-εκκαλών απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα τα ακόλουθα ακίνητα: 1) Έναν αγρό, συνολικής έκτασης 8.605,82 τ.μ ο οποίος βρίσκεται στη θέση "Σ.- Ρ." στην κτηματική περιφέρεια του χωριού Σ. της Κ. Μ., του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας δυνάμει του με αριθμό 2606/11-03-1991 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Λάρισας Α.
Β.. Α...., αντί του τιμήματος των 1.118.000 δρχ. το οποίο σύμφωνα με το συμβόλαιο καταβλήθηκε στους πωλητές αυθημερόν κατά δήλωσή τους. Κατά την εκτίμηση δε της Δ.Ο.Υ. η αξία του αγρού αυτού ανερχόταν σε 1.850.000δρχ. κατά τον χρόνο σύνταξης του συμβολαίου, 2) α) Έναν αγρό έκτασης 20.000 τ.μ. εξ αδιαιρέτου από αγρό συνολικής εκτάσεως 48.646τμ.
και β) έναν αγρό έκτασης 24.125 τ.μ. εξ αδιαιρέτου από έναν αγρό εκτάσεως 48.250τμ που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του χωριού Σ. της Ομώνυμης Κοινότητας του δήμου και Υποθηκοφυλακείου Λάρισας, στη θέση "Ρέμα". Τα ως άνω δύο αγροτεμάχια περιήλθαν στην κυριότητά του από γονική παροχή του πατρός του, με το με αριθμό 2897/16-1-1991 συμβόλαιο γονικής παροχής αγρών της συμβολαιογράφου Λάρισας....
Σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης η αξία των ακινήτων αυτών ανερχόταν σε 4.440.000 δρχ., 3) έναν αγρό εκτάσεως 10.000 τμ εξ αδιαιρέτου από αγρό εκτάσεως που βρίσκεται στην θέση "Κ. ή Μ. ή Μ.", με αριθμό τεμαχίου 20 της ΕΙ κατηγορίας του Δήμου Νίκαιας Λάρισας, δυνάμει του με αριθμό 12.527/18-6-2003 συμβολαίου πώλησης της ανωτέρω συμβολαιογράφου....
αντί του τιμήματος των 4.680 € που ήταν και η αντικειμενική του αξία, το οποίο ο αγοραστής κατέβαλε εντός του συμβολαιογραφείου παρουσία του συμβολαιογράφου, 4) ένα οικόπεδο συνολικού εμβαδού 2.615,36τ.μ. που βρίσκεται εντός οικισμού του Δημοτικού Διαμερίσματος Ν. Κ. του Δ. Ν. με το με αριθμό 12.589/04-07-2003 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ανωτέρω συμβολαιογράφου..., αντί του τιμήματος των 15.903,7€ το οποίο δόθηκε εκτός του συμβολαιογραφείου και στο οποίο ανερχόταν και η αντικειμενική του αξία, 5) Έναν αγρό συνολικού εμβαδού 63.995 τ.μ., που βρίσκεται εντός της κτηματικής περιφέρειας του Διημοτικού Διαμερίσματος Ν.
Κ., του Δ. Ν., στη θέση «Κ.", με το με αριθμό 14267/21-07-2005 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ανωτέρω συμβολαιογράφου..., αντί του τιμήματος των 23.998,12€ που ήταν και η αντικειμενική του αξία και το οποίο καταβλήθηκε στην πωλήτρια εκτός του συμβολαιογραφείου, 6) ένα αγροτεμάχιο συνολικής έκτασης 61.335,00 τ.μ. μετά από αναδασμό του αγροκτήματος "Ν.
«Κ. Ι.. Λάρισας, με τον με αριθμό 42686 τίτλο της Διεύθυνσης αγροτικής Ανάπτυξης της Νομ/κής Αυτοδ/σης Λάρισας, σύμφωνα με την με αριθμό 5038/21-5-1982 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας, που άρχισε σε το έτος 1986 και ολοκληρώθηκε το έτος 1995, ενώ κυρώθηκε με την με αριθμό 1144/30-6-2004 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας που δημοσιεύτηκε στο 07-2004 ΦΕΚ, 7) ένα αγροτεμάχιο συνολικής έκτασης 48.305,00 τ.μ.
μετά από αναδασμό του αγροκτήματος "Ν. «Κ. Π..Ε.. Λάρισας, με τον με αριθμό 42687 τίτλο της Διεύθυνσης αγροτικής Ανάπτυξης της Νομ/κής Αυτοδ/σης Λάρισας, σύμφωνα με την με αριθμό 5038/21-5-1982 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας, που άρχισε σε το έτος 1986 και ολοκληρώθηκε το έτος 1995, ενώ κυρώθηκε με την με αριθμό 1144/30-06-2004 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας που δημοσιεύτηκε στο 1110/22-07-2004 ΦΕΚ, 8) έναν αγρό εκτάσεως 9,750τ.μ.
που βρίσκεται στην τοπική κοινότητα Νέων Καρυών της δημοτικής ενότητας Νίκαιας του Δήμου Κιλελέρ της Περιφέρειας Θεσσαλίας με αριθμό τεμαχίου 539 με τον με αριθμό 43303 τίτλο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης της Ν. Α. Λάρισας, όπως προκύπτει από το επικυρωμένο αντίγραφο της μερίδας του στο Υποθηκοφυλακείο Λάρισας, 9) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 9.649,00 τ.μ., εντός της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος Ν.
Κ. του Δ. Ν., με το με αριθμό -14392 /29-09-2005 πωλητήριο συμβόλαιο της ως άνω συμβολαιογράφου..., αντί του τιμήματος των 5.869,41 €, το οποίο είχε καταβληθεί στον πωλητή κατά την κατάρτιση του με αριθμό 7277/ 1999 προσυμφώνου το έτος 1999, ενώ η αντικειμενική του αξία ήταν 9.031,46€, 10) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 14.625,00 τ.μ., στην ίδια ως άνω θέση, με το με αριθμό 14401/04-10-2005 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου..., αντί του τιμήματος των 7.600€, το οποίο καταβλήθηκε κατά την υπογραφή του με αριθμό 12.520/2003 προσυμφώνου, ενώ η αντικειμενική του αξία ήταν 13.689€, 11) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 14.625τ.μ., με το με αριθμό 14.402/04-102005 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου,..., αντί του τιμήματος των 7.600€, το οποίο καταβλήθηκε κατά την υπογραφή του με αριθμό 12.526/2003 προσυμφώνου, ενώ η αντικειμενική του αξία ήταν 13.689€, 12) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 27.101τ.μ., με το με αριθμό 14.978/22-52006 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου,..., αντί του τιμήματος των 25.366,53€, στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και το οποίο καταβλήθηκε εντός του συμβολαιογραφείου σε μετρητά παρουσία του Συμβολαιογράφου, 13) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 14.479,00 τ.μ., με το με αριθμό 15188/22-09-2006 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου,..., αντί του τιμήματος των 13.552,34€, στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και το οποίο καταβλήθηκε από τον αγοραστή αυθημερόν εντός του συμβολαιογραφείου, 14) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 39.344τ.μ., με το με αριθμό 15301/29-11-2006 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου,..., αντί του τιμήματος των 20.458 88€, στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί στις 2-1-2007, 15) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 44.054,00 τ.μ., με το με αριθμό 15.606/17-052007 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου,..., αντί του τιμήματος των 22.908,08€, στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και το οποίο καταβλήθηκε από τον αγοραστή πρότερον και εκτός του συμβολαιογραφείου, 16) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 21.918,00 τ.μ., όπως προκύπτει από το με αριθμό 16.102/ 09-06-2008 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου,..., αντί του τιμήματος των 13.150,8€, στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και το οποίο καταβλήθηκε από τον αγοραστή πρότερον και εκτός του συμβολαιογραφείου, 17) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 14.479,00 τ.μ.
με το με αριθμό 16.161/21-07-2008 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου,..., αντί του τιμήματος των 8.687,4€, στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και το οποίο καταβλήθηκε από τον αγοραστή πρότερον και εκτός του συμβολαιογραφείου, 18) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 31.680 τ.μ., με το με αριθμό 16.490/2009 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου,..., η αντικειμενική αξία του οποίου ανερχόταν στο χρόνο της αγοράς και σήμερα σε 19.008€, 19) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 21.196τ.μ., με το με αριθμό 16.735/14-10-2009 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου..., αντί του τιμήματος των 12.717,6€, στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί από τον αγοραστή στις 5-1-2010, 20) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 20.871τ.μ.
με το με αριθμό 16.736/14-10-2009 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου..., αντί του τιμήματος των 12.522,6€ στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και το οποίο καταβλήθηκε από τον αγοραστή πρότερον και εκτός του συμβολαιογραφείου, 21) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 14.093τ.μ., με το με αριθμό 16.737/14-10-2009 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου,..., αντί του τιμήματος των 8.455,8€, στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί στις 5-1-2010, 22) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 64.861τ.μ., με το με αριθμό 17.123/20-7-2010 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου,..., αντί του τιμήματος των 38.916,6€, στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί από ισόποσο δάνειο που θα λάμβανε ο αγοραστής από την τράπεζα με την επωνυμία P. Β.
κατόπιν συμφωνίας που θα υπογραφόταν εντός προθεσμίας 2 μηνών από την υπογραφή του συμβολαίου. Για την εξασφάλιση του δανείου η τράπεζα ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο, ποσού πενήντα χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα δύο ευρώ (50.592€), η οποία εξαλείφθηκε δυνάμει της με αριθμό 799/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), όπως προκύπτει και από το με.
αριθμ. πρωτ. 9116/16-05-2012 πιστοποιητικό της Υποθηκοφυλακείου Λάρισας, 23) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 21.338 τ.μ. με το με αριθμό 17670/16- 01-2013 πωλητήριο συμβόλαιο αγροτεμαχίου της ίδιας συμβολαιογράφου,..., αντί του τιμήματος των 12.802, 8€, στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και το οποίο έλαβε η πωλήτρια πριν την υπογραφή του συμβολαίου. 24) Ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 2.500τ.μ.
όπως προκύπτει από το με αριθμό 17671/16-01-2013 πωλητήριο συμβόλαιο αγροτεμαχίου της ίδιας συμβολαιογράφου,..., αντί του τιμήματος των 1,500C, οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και το οποίο έλαβε η πωλήτρια πριν την υπογραφή του συμβολαίου, 25) ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 26.620τ.μ. όπως προκύπτει από το με αριθμό 17672/16-01-2013 πωλητήριο συμβόλαιο αγροτεμαχίου της ίδιας συμβολαιογράφου,..., αντί του τιμήματος των 15.972€, στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και εκ των οποίων ποσό 7.986€ καταβλήθηκε πριν την υπογραφή του συμβολαίου και το υπόλοιπο ποσό συμφώνησαν ότι θα λάβει ο πωλητής μέχρι τις 4-1-2014, 26) Ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 23.813τ.μ.
με το με αριθμό 17673/16-01-2013 πωλητήριο συμβόλαιο αγροτεμαχίου της ίδιας συμβολαιογράφου..., αντί του τιμήματος των 14.287,8€, στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και εκ των οποίων ποσό 7.143,9 καταβλήθηκε πριν την υπογραφή του συμβολαίου και το υπόλοιπο ποσό συμφώνησαν ότι θα λάβει ο πωλητής μέχρι τις 4-1-2014, 27) ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 24.110τ.μ.
και ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 5.253τμ, με το με αριθμό 17674/16-01-2013 πωλητήριο συμβόλαιο αγροτεμαχίου της ίδιας συμβολαιογράφου,..., αντί του τιμήματος των 17.617,8€, στο οποίο ανέρχεται και η αντικειμενική του αξία και εκ των οποίων ποσό 8.808,9€ καταβλήθηκε πριν την υπογραφή του συμβολαίου και -το υπόλοιπο ποσό συμφώνησαν ότι θα λάβει ο πωλητής μέχρι τις 4-1- 2014.
Από τα προαναφερόμενα ακίνητα αποδείχθηκε ότι : Α) τα υπ' αριθμ. 2α και 2β περιήλθαν στον εναγόμενο με γονική παροχή εκ μέρους του πατέρα του (υπ'αριθμ. 2897/1991 προαναφερόμενο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λάρισας Ν. Π.-Μ.), Β) τα υπ' αριθμ. 6, 7 και 8 ( 6α, 6β και 7 στην αγωγή) αποδόθηκαν στον εναγόμενο μετά από αναδασμό του αγροκτήματος "Ν.
Κ." οι εργασίες του οποίου άρχισαν το έτος 1986 στον οποίο συμμετείχε ο εναγόμενος με αγρούς συνολικής εκτάσεως 114.781 1.μ., οι οποίοι ανήκαν στον πατέρα του και του παραχωρήθηκαν, Γ) το υπ' αριθμ. 22 (21 στην αγωγή) ακίνητο αποκτήθηκε με δάνειο, ήτοι ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 64.861 τ.μ., που περιήλθε σ' αυτόν με το με αριθμό 17.123/20-7-2010 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου,.., αντί του τιμήματος των 38.916,6€, το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί από ισόποσο δάνειο που θα λάμβανε ο αγοραστής εναγόμενος και το οποίο έλαβε και εξόφλησε ο ίδιος κατά τα ανωτέρω και τέλος, Δ) τα ως άνω υπ' αριθμ. 12 και 13 ακίνητα (όπως έκρινε σχετικά και η εκκαλουμένη απόφαση και δεν διατυπώθηκε σχετικό παράπονο) αποκτήθηκαν με δωρεά χρημάτων από την πατρική οικογένεια του εναγομένου (υπό στοιχεία 11 και 12 στην αγωγή), ήτοι ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 27.101τ.μ., που περιήλθε σ' αυτόν με το με αριθμό 14.978/22-5-2006 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου,...
και ένα αγροτεμάχιο συνολικής εκτάσεως 14.479τ.μ. που περιήλθε σ' αυτόν με το με αριθμό 15188/22-09-2006 πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της ίδιας συμβολαιογράφου,.... Τα αμέσως προαναφερόμενα (με στοιχεία 2α, 2β, 6, 7, 8, 12, 13 και 22) ακίνητα που αποκτήθηκαν κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων δεν θα υπολογισθούν στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου καθόσον τα μεν 2α, 2β, 6, 7, 8, 12 και 13 αποκτήθηκαν με δωρεά εκ μέρους των γονέων του εναγόμενου, όπως λεπτομερώς περιγράφεται ανωτέρω, δεκτής γενομένης ως νόμω (άρθρ. 1400 παρ. 3 του ΑΚ) και ουσία βάσιμης της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, στην απόκτηση δε του υπ' αριθμ. 22 η ενάγουσα είχε μηδενική συμβολή, δεκτής γενομένης κατά το συγκεκριμένο ακίνητο ως νόμω (άρθρ. 1400 παρ. 1 εδ.
β του ΑΚ) και ουσία βάσιμης της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου. Σημειώνεται ότι αμφότερες οι ως άνω ενστάσεις νομίμως επαναφέρθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τους 20 και 3 0 λόγους της ένδικης εφέσεως, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι και το ως άνω υπ' αριθμ. 1 (2 στην αγωγή) ακίνητο (αγρός εκτάσεως 8.605,82 τ.μ.) που αποκτήθηκε με το υπ' αριθμ. 2.606/11-3-1991 αγοράσθηκε με χρήματα που του δώρισε άτυπα o πατέρας του επ' αφορμή της ανακοίνωσης σε αυτόν της εγκυμοσύνης της συζύγου του είναι αβάσιμος και δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, η δε αναφορά της εξετασθείσας επιμελεία της ενάγουσας ως μάρτυρα στον πρώτο αγρό που έκανε στον εναγόμενο δωρεά ο πατέρας του (σελ. 7 των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης) αφορά προφανώς το υπό στοιχείο 1 στην αγωγή ακίνητο που είναι ο αποκτηθείς το έτος 1987 πριν το γάμο αγρός και όχι το ως άνω υπό στοιχείο 2 στην αγωγή ακίνητο που αποκτήθηκε το έτος 1991.
Ο εναγόμενος-εκκαλών γενικότερα ισχυρίζεται ότι όλα τα ως άνω ακίνητα που απέκτησε κατά την διάρκεια του γάμου του αγοράστηκαν με χρήματα που προέρχονταν τόσο από την εργασία του, όσο και με οικονομική συνεισφορά του πατέρα του και του αδερφού, με τους οποίους συνεκμεταλλευόταν την εν λόγω αγροτική περιουσία.
Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι στην περιουσία που είχε ο πατέρας του απασχολούνταν με τις αγροτικές εργασίες, πέραν του τελευταίου, ο ίδιος ο εναγόμενος και ο αδερφός του και προέβαιναν σε έναν επιμερισμό των εργασιών που έπρεπε να γίνουν και αναλόγως της εργασίας και των εξόδων, στα οποία είχε υποβληθεί ο καθένας προέβαιναν σε εσωτερική διανομή των εσόδων που αποκέρδαιναν.
Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ποια ήταν η αρχική πατρική περιουσία, την οποία όλοι άρχισαν να εκμεταλλεύονται και ποια ήταν τα έσοδα από την καλλιέργειά της, λαμβάνοντας ιδίως υπόψιν και την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου, o οποίος προσδιόρισε τα ετήσια έσοδα από την αγροτική καλλιέργεια σε 2.000.000δρχ.- 3.000.000 δρχ.
το χρόνο, ήτοι σε 5.869,4€ - 8.804€. Ο εναγόμενος σχετικά με την πατρική του περιουσία προσκομίζει μόνο το με αριθμό 15.426 13-11-1957 συμβόλαιο τοι) Συμβολαιογράφου Λάρισας Δ. Κ., από το οποίο προκύπτει ότι ο πατέρας του απέκτησε το 1 /2 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού εκτάσεως 48,250 στρεμμάτων που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του χωριού Σ.
της Κ. Μ.. Το εν λόγω ακίνητο ωστόσο φέρεται οτι ο πατέρας του μεταβίβασε στον εναγόμενο με γονική παροχή κατά τα προαναφερόμενα με το με αριθμό 2897/16-1-1991 συμβόλαιο γονικής παροχής αγρών της συμβολαιογράφου Λάρισας Ν. συζ. Σ. Μ.,..., ενώ το συγκεκριμένο ακίνητο, ως περιγράφεται ανωτέρω, δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου (άρθρο 1400 παρ. 3 του ΑΚ).
Τα επικαλούμενα εκ μέρους του εναγομένου γεγονότα ότι ο αδερφός του, Π. Γ. του Δ. απασχολούνταν κατά κύριο επάγγελμα ως ιατρικός επισκέπτης σε φαρμακευτική εταιρία και ο χρόνος που θα μπορούσε να διαθέσει για την ενασχόλησή του με τις αγροτικές δραστηριότητες ήταν περιορισμένος καθώς και ότι οι φοροελαφρύνσεις αφορούσαν νέους αγρότες, και σε καμία περίπτωση τον πατέρα του εναγομένου, δεν αρκούν για να οδηγηθεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι η ως άνω ακίνητη περιουσία αποκτήθηκε στο όνομα του εναγομένου για τυπικούς λόγους.
Και τούτο διότι αφενός μεν ο εναγόμενος χαρακτηριζόταν νέος αγρότης έως την ηλικία των 40 ετών, δηλαδή έως το έτος 2003 αφού ήταν γεννημένος το 1963, και επομένως, μετά το 2003, οπότε και άρχισε να προβαίνει στην αγορά των περισσότερων αγροτεμαχίων, και εντεύθεν δεν πληρούσε αυτό το κριτήριο, αφετέρου δε δεν αποδεικνύεται ποιο ήταν το ποσό κατά το οποίο συνέβαλε ο καθένας (εναγόμενος, πατέρας του και αδερφός του) για την αγορά των επιδίκων ακινήτων και ο τρόπος της καταβολής του (με μετρητά ή αλλιώς) και ποιο ήταν το αντάλλαγμα που λάμβαναν από την καλλιέργειά τους, αφού, εφόσον αυξάνονταν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις, αυξάνονταν και τα έσοδα, καθώς κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προσκομίζεται από το οποίο να προκύπτει η καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, εκ μέρους του εναγομένου στον πατέρα και τον αδερφό του, προερχόμενο από την αγροτική τους δραστηριότητα ως προαναφέρθηκε.
Ακόμη και η όψιμη αναφορά με το δικόγραφο της εφέσεως εκ μέρους του εκκαλούντος του v. 634/1977 περί απαλλαγής από το φόρο δεν δικαιολογεί την απόκτηση στο ονομά του των εν λόγω εκτάσεων αφού ο εν λόγω νόμος ισχύει για μεταβιβάσεις σε απασχολούμενο κατά κύριο επάγγελμα ως αγρότη, ιδιότητα την οποία είχε και ο πατέρας του εναγομένου και μπορούσε να συμβληθεί στο όνομά του και να κληρονομηθεί αργότερα από τα τέκνα του, στοιχείο το οποίο θα καταδείκνυε την επικαλούμενη εκ μέρους του εναγομένου συνεκμετάλλευση της οικογενειακής περιουσίας.
Άλλωστε, και κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ακόμη και ακίνητα, όπως ο αγρός, συνολικής έκτασης 8.605,82τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Σ.-Ρ.", στην κτηματική περιφέρεια του χωριού Σ. της Κ. Μ. του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας ( υπ' αριθμ. 3 στην αγωγή), τον οποίο ισχυρίζεται, χωρίς να αποδεικνύει όμως (όπως περιγράφεται ανωτέρω), ότι αγόρασε αποκλειστικά με χρήματα που του δώρισε ο πατέρας του, αγοράσθηκε προκειμένου να αρχίσει να ανεξαρτητοποιείται οικονομικά και να αυξήσει την ακίνητη περιουσία του, ήτοι, ακόμη και εάν γινόταν δεκτός ο ισχυρισμός του εναγομένου, δεν πρόκειται απλώς για μια τυπική μεταβίβαση στο όνομα του εναγομένου, ώστε από την καλλιέργεια του αγρού να ωφεληθεί και ο πατέρας του και ο αδερφός του.
Επίσης, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι προέβη στην αγορά των τελευταίων ως άνω αποκτηθέντων το ετος 2013 αγρών, προκειμένου να αποκαταστήσει τον υιό του που είχε επιστρέψει από τη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδαζε στο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής και είχε αρχίσει πλέον ενεργά να ασχολείται με την καλλιέργεια των αγροτεμαχίων της οικογένειας και να βιοπορίζεται και o ίδιος από την εργασία αυτή.
Επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι ακόμη από τις αγορές αυτές που έγιναν, κατά τους (μη αποδειχθέντες) ισχυρισμούς του εναγομένου, με την συμβολή και της πατρικής του οικογένειας ωφελήθηκε αυτή (η πατρική οικογένεια), αφού οι ως άνω αγροί κατά τους ισχυρισμούς του επρόκειτο να καλλιεργηθούν από τον ίδιο και τον ίδιο και τον υιό του και προς αποκλειστικό όφελος του τελευταίου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος ο εναγόμενος δήλωσε το ποσό των 30.000€ ως προερχόμενο από διάθεση περιουσιακών στοιχείων, εισαγωγή χρηματικών κεφαλαίων αλλοδαπής, δάνεια, δωρεές κτλ. το ποσό των 12.428,75€ ως ποσό που απαλλάσσεται από τον φόρο. Το έτος 2007 δήλωσαν εισόδημα που απαλλάσσεται από τον φόρο η μεν ενάγουσα το ποσό των 471,2€, ο δε εναγόμενος το ποσό των 13.538,49€.
Το έτος 2008 ο εναγόμενος δήλωσε εισόδημα που απαλλάσσεται από τον φόρο ποσού 30.838,02 ευρώ και δαπάνη ενοικίου 1.080€. Το έτος 2010 ο εναγόμενος δήλωσε εισόδημα που απαλλάσσεται από τον φόρο ποσού 9.643, 31 € και ποσό από αγροτικές ενισχύσεις 26.678,67€, καθώς επίσης και ποσά προερχόμενα από διάθεση περιουσιακών στοιχείων, εισαγωγή χρηματικών κεφαλαίων αλλοδαπής, δάνεια και δωρεές κτλ 38.917€.
Το έτος 2011 δήλωσε το ποσό των 32.915,34€ από αγροτικές ενισχύσεις και το 2012 το ποσό των 24.154,9 για την ίδια αιτία. Με βάση τα προαναφερόμενα συμβόλαια το έτος 2006 ο εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των 25.366,53€ εντός του συμβολαιογραφείου σε μετρητά παρουσία του συμβολαιογράφου για την αγορά ενός αγροτεμαχίου συνολικής εκτάσεως 27.101τ.μ.
και το ποσό των 13.552,34€ για την αγορά ενός αγροτεμαχίου συνολικής εκτάσεως 14.479,00 τ.μ., ενώ το ποσό των 20.458,88€ για την αγορά ενός αγροτεμαχίου συνολικής εκτάσεως 39.344τ.μ., συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί στις 2-1-2007. Δηλαδή, συνολικά κατέβαλε 38.918,87€, εκ των οποίων ποσό 30.000€ προερχόταν, κατά την φορολογική του δήλωση, από δωρεές, εφόσον δεν αποδείχθηκε η σύναψη δανείου.
Αντιθέτως, το έτος 2010 το ποσό των 38.917€ που καταβλήθηκε για την αγορά ενός αγροτεμαχίου δηλώθηκε ως προϊόν δανείου, γεγονός αληθές σύμφωνα με το τίτλο κτήσης, ήτοι το με αριθμό 17.123/ 20-7-2010 πωλητήριο συμβόλαιο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά την διάρκεια του γάμου τους ο εναγόμενος απέκτησε σε ποσοστό 50% συγκυριότητα στο με αριθμό κυκλοφορίας ΡΙΡ 4691 επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής HYUNDAI τύπου SANTA FE, 1991 κυβικών, κατόπιν μεταβιβάσεως από τον πατέρα του Δ.
Γ. στις 30-1-2003, του λοιπού ποσοστού ανήκοντος αρχικά στον Ι. Γ. του Δ., για την αγορά του οποίου δεν αποδείχθηκε ότι κατέβαλε χρήματα. Επίσης, κατά την διάρκεια του γάμου η ενάγουσα απέκτησε στην κυριότητά της το με αριθμό κυκλοφορίας ΡΡΑ 4916 επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES τύπου 140. Άλλη περιουσία, αποτελούμενη από μηχανήματα και εργαλεία για την καλλιέργεια των αγρών, δεν αποδείχθηκε οτι υπάρχει στο όνομα του εναγόμενου, αφού κανένα σχετικό έγγραφο δεν προσκομίστηκε ούτε οι μάρτυρες κατόρθωσαν με ακρίβεια και σαφήνεια να περιγράφουν τυχόν υπάρχοντα τέτοια περιουσιακά στοιχεία, τον χρόνο απόκτησής τους και την αξία τους κατά τον χρόνο αγοράς τους, κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου και κατά τον χρόνο ασκήσεως και συζητήσεως της αγωγής.
Από τους ως άνω τίτλους κτήσης δεν προκύπτει αν τα εν λόγω αγροτεμάχια είναι ποτιστικά ή ξηρικά ούτε προσδιορίσθηκε με σαφήνεια και ακρίβεια η ιδιότητά τους αυτή από τον μάρτυρα ανταποδείξεως. Εξ άλλου, η προσκομιζόμενη με αριθμό πρωτ. 33/5745/6-12-2()12 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκιησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδος αφορά την χορήγηση άδειας νερού για υφιστάμενα δικαιώματα χρήσης από αρδευτική γεώτρηση όχι στον εναγόμενο αλλά στον Δ.
Γ. για το με αριθμό τεμ. 391 ακίνητο εκτάσεως 51,591στρεμ. και στον Π. Γ. για το με αριθμό τεμ. 390 ακίνητο εκτάσεως 56, 778στρεμ. τα οποία βρίσκονται στην θέση "Μ….". Η αντικειμενική αξία των επιδίκων ακινήτων κατά τον χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων και άσκησης της ένδικης αγωγής αλλά και συζήτησης αυτής δεν διαφοροποιείται και ανταποκρίνεται στην εμπορική τους αξία ως εξής:
Για τον υπό στοιχείο 1 αγρό το ποσό των 1.850.000δρχ. ή 5.429,2€, για τον υπό στοιχείο 3 αγρό το ποσό των 4.680€, για το υπό στοιχείο 4 ακίνητο το ποσό των 28.387,12 ευρώ, για τον υπό στοιχείο 5 το ποσό των 14.400€, για το υπό στοιχείο 9 το ποσό των 5.789,4€, για το υπό στοιχείο 10 το ποσό των 8.775€, για το υπό στοιχείο 11 το ποσό των 8.775€, για το υπό στοιχείο 14 το ποσό των 23.606,4€, για το υπό στοιχείο 15 το ποσό των 26 432,4€, για το υπό στοιχείο 16 το ποσό των 13.150,8€ για το υπό στοιχείο 17 το ποσό των 8.687,4€, για το υπό στοιχείο 18 το ποσό των 19.008€, για το υπό στοιχείο '19 το ποσό των 12.717,6€, για το υπό στοιχείο 20 το ποσό των 12.522,6€, για το υπό στοιχείο 21 το ποσό -των 8.455, 8€, για το υπό στοιχείο 23 το ποσό των 12.802,8€, για το υπό στοιχείο 24 -το ποσό των 1500 €, για το υπό στοιχείο 25 το ποσό των 15.972€, για το υπό στοιχείο 26 το ποσό των 14.287,8€ και για το υπό στοιχείο 27 το ποσό των 17.617, 0 (14.466€ + 3.151,8€).
Κατόπιν τούτων αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου που αποκτήθηκε μετά το γάμο και κυρίως μετά το 2003, οπότε εργαζόταν σε μόνιμη βάση και συνεισέφερε με τα χρήματα από την εργασία της και την ιδιόκτητη οικία της για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών και την αγορά των ως άνω υπό στοιχείων 1, 3, 4, 5, 9, 10, 11, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 23, 24, 25, 26 και 27 ακινήτων, τα οποία αγοράσθηκαν σχεδόν όλα (πλην του υπό στοιχείο 1) μετά το έτος 2003, ήτοι μετά την έναρξη και της επαγγελματικής δραστηριότητας της ιδίας της ενάγουσας και τη συμβολή και εκ μέρους της στις οικογενειακές δαπάνες κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο έως και τη λύση του γάμου των διαδίκων.
Συνεπώς τα υπόλοιπα (πλην των ως άνω εξαιρουμένων από τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας) ακίνητα που ο εναγόμενος απέκτησε κατά την διάρκεια του γάμου του συνυπολογίζονται για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, απορριπτομένης αναφορικά με τα ως άνω ακίνητα, ως ουσία αβάσιμης τόσο της νόμω βάσιμης (άρθρ. 1400 παρ. 1 εδ.
β' του ΑΚ) ενστάσεως (ως προς την εδώ ερευνώμενη βάση του τεκμαρτού υπολογισμού) του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην απόκτησή τους και στην τελική διαμόρφωση της περιουσίας του εναγομένου όσο και της ως άνω ενστάσεως περί αποκτήσεως όλης της ακίνητης περιουσίας του από δωρεές. Βάσει των ανωτέρω η συνολική επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά το χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του γάμου των διαδίκων, άσκησης της ένδικης αγωγής αλλά και συζήτησης αυτής, ανερχοταν στο ποσό των 262.996,6 (5.429,2 + 4.680 + 28.387 +14.400 +5.789,4 +8.775+8.775 +23.606,4+26.432,4+13.150, + 8.687,4 + 19.008 +12.717,6 +12.522 +8.455,8+12.802,8 +1.500+15.972+ 14.287,8 +17.617,8) ευρώ.
Η ενάγουσα συνέβαλε στην ως άνω, επαύξηση της περιουσίας, του εναγομένου, της συμβολής της ανερχομένης στο ένα τρίτο (1/3) αυτής, ήτοι στο ποσό των 87.665,5€ (262.996,6 διά 3), με τους προαναφερόμενους τρόπους και δη δια των προαναφερομένων εισοδημάτων της που χρησιμοποιούνταν για την κάλυψη οικογενειακών δαπανών και δια της παροχής της ιδιόκτητης οικίας που αποτέλεσε την οικογενειακή στέγη, του εναγομένου απαλλαχθέντος κατά την διάρκεια του γάμου τους (1990-2017) της καταβολής μηνιαίου μισθώματος καθ' ο μέρος του αναλογούσε, ενώ δεν αποδείχθηκε συμβολή της ενάγουσας μικρότερη του 1/3 στην αντίστοιχη περιουσιακή αύξηση του εναγόμενου, ενόψει του ότι στον ισχυρισμό του τελευταίου ότι δεν υπήρχε καμία συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εμπεριέχεται κατά νομική και λογική αναγκαιότητα ο ισχυρισμός ότι η συμβολή αυτής ήταν κάτω από το 1/3 αφού ο τελευταίος ισχυρισμός είναι λιγότερο επωφελής για τον εναγόμενο από τον ισχυρισμό του για μηδενική συμβολή της ενάγουσας..., με συνέπεια να τεκμαίρεται τέτοια συμβολή της στο εν λόγω ποσοστό (1/3).
Συνεπώς η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή εv μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 87.665,5 ευρώ που αντιστοιχεί στην τεκμαιρόμενη κατά ποσοστό 1/3 συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, τις οποίες το Δικαστήριο τούτο αντικαθιστά (άρθρ. 534 ΚΠολΔ) με τις ορθές, όπως αναλυτικά έχουν εκτεθεί χωρίς να πρέπει να εξαφανιστεί, η εκκαλουμένη απόφαση, εφόσον οι εσφαλμένες αιτιολογίες δεν περιέχουν στοιχεία διατακτικού και δεν δημιουργούν δεδικασμένο (.....), δεν έσφαλε και ορθώς το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις.
Συνακόλουθα οι λοιποί 2ος, 3ος, 6ος και 7ος λόγοι εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την επικουρική της βάση ως ουσιαστικά βάσιμη, απορρίπτοντας την ένσταση του αναιρεσείοντος περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσίβλητης, και αναγνώρισε ότι αυτή συνέβαλε κατά τη διάρκεια του γάμου τους στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά ποσοστό 1/3, και δη κατά το ποσό των 87.665 ευρώ, το οποίο οφείλει να της καταβάλει ως συνεισφορά της, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1β ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου και τη συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση αυτή κατά το ποσοστό του τεκμηρίου (του 1/3), καθώς και την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της ένστασης του αναιρεσείοντος περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του και, συνεπώς, οι ουσιαστικές αυτές παραδοχές πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης, η οποία στην προκείμενη περίπτωση της τεκμαρτής συμβολής της δικαιούχου αναιρεσίβλητης στα αποκτήματα του συζύγου της εφαρμόζεται, ανεξαρτήτως του τρόπου συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος και του εάν η συμβολή αυτή έγινε με παροχές που αποτελούν εκπλήρωση της υποχρέωσής της για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας της ή βαίνουν πέραν της νόμιμης υποχρέωσής της για συνεισφορά στις ανάγκες αυτές.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον, αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο πιο πάνω αποδεικτικό της πόρισμα.
Ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επαύξησης της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου, η προσβαλλόμενη απόφαση, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσδιορίζει με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, αφενός την αρχική κατά την τέλεση του γάμου και αφετέρου την τελική κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου περιουσία του (28-6-2017) και την σε χρήμα αξία της εν λόγω περιουσίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (30-01-2018) στο ποσό των 262.996,6 ευρώ, ενώ ως προς την απόρριψη της ένστασης του αναιρεσείοντος για μηδενική συμβολή της αναιρεσίβλητης, διαλαμβάνει με σαφήνεια ότι η αναιρεσίβλητη συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου που αποκτήθηκε μετά το γάμο, α) με την παροχή καθ' όλη τη διάρκειά του (1990-2017) της ιδιόκτητης οικίας που αποτέλεσε την οικογενειακή στέγη και με αντίστοιχη απαλλαγή του αναιρεσείοντος από το αναλογούν μηνιαίο μίσθωμα, β) με την προσωπική της εργασία, καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου, ως μητέρα σύζυγος και οικιακή βοηθός, προσφέροντας τις αναλογούσες σ' αυτήν υπηρεσίες για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, γ) με τα εισοδήματά της από την περιστασιακή κατά τα πρώτα χρόνια του γάμου τους απασχόληση και δ) με τα εισοδήματά της από τη συστηματική, σε μόνιμη βάση, επαγγελματική απασχόλησή της κυρίως από το 2003 και εντεύθεν ως τεχνολόγος τροφίμων στον ελληνικό γεωργικό οργανισμό ΔΗΜΗΤΡΑ, δεχόμενο έτσι ότι αυτή μπορούσε εκ των πραγμάτων να συμβάλει και πράγματι συνέβαλε, κατά τις παραδοχές, στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος με τα εισοδήματά της, την παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο, αλλά και με την παροχή της οικογενειακής στέγης, ενώ περαιτέρω δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε μηδενική συμβολή της αναιρεσίβλητης ή σε ποσοστό μικρότερο του 1/3.
Δεν απαιτείτο δε να αιτιολογήσει ειδικά και να προσδιορίσει: α) τη χρηματική ή σε είδος συμβολή της αναιρεσίβλητης στην απόκτηση ενός εκάστου περιουσιακού στοιχείου, διότι η επαύξηση είναι μία και ενιαία και δεν απαιτείται ξεχωριστός καθορισμός ανά στοιχείο της επαυξηθείσας περιουσίας, εφόσον αυτή έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του γάμου και β) το ύψος της συνεισφοράς της αναιρεσίβλητης στην κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών, διότι η τεκμαρτή συμβολή έχει μοναδική προϋπόθεση, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, την επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου, κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει η ενάγουσα, η οποία, συνεπώς, δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής της καθ` εαυτής ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγόμενου, αλλά ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε οφείλει κατ' ένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η συμβολή της ενάγουσας ήταν μηδενική ή κάτω από το ένα τρίτο, και στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο αναιρεσείων δεν απέδειξε μηδενική συμβολή της αναιρεσίβλητης ούτε συμβολή σε ποσοστό κατώτερο από το 1/3.
Δεν συνιστά επομένως αντίφαση η παραδοχή ότι "η ενάγουσα συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου και ειδικότερα στα επαρκώς προσδιοριζόμενα ακίνητα που αποκτήθηκαν μετά το γάμο, κυρίως μετά το 2003, οπότε εργαζόταν σε μόνιμη βάση και συνεισέφερε με τα εισοδήματά της από αυτή και την ιδιόκτητη οικία της", καθόσον δεν διαλαμβάνεται παραδοχή ότι "η συνεισφορά της πριν το 2003 ήταν μικρότερη", όπως ανακριβώς επικαλείται ο αναιρεσείων, αλλά αντίθετα διαλαμβάνεται κατά τα προεκτεθέντα ότι υπήρξε συνεισφορά της καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου της (και κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα) που συνίσταντο στις προσωπικές της υπηρεσίες, στην περιστασιακή της επαγγελματική απασχόληση και στην διαρκή παροχή της οικογενειακής στέγης.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αρ. 1 (κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση) και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, καθό μέρος προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης "δεν αποδείχθηκε συμβολή της ενάγουσας μικρότερη του 1/3", οδηγεί σε αποδεικτικό πόρισμα ότι "δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του", είναι απαράδεκτοι, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός συνιστά επιχείρημα που στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως και δεν ιδρύει τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους.
Οι περαιτέρω δε προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε την τεκμαρτή συνεισφορά της αναιρεσίβλητης (1/3) και απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμη την ένστασή του περί μηδενικής συμβολής της στην περιουσιακή του επαύξηση, αφού διαλαμβάνει στις παραδοχές του ότι "η συμβολή της πριν το 2003 ήταν μικρότερη", ενώ έπρεπε να προβεί σε διαφοροποίηση του ποσοστού συνεισφοράς μεταξύ των δύο περιόδων, της περιστασιακής πριν το 2003 και της σταθερής εργασίας της μετά το 2003, καθώς και διότι δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη "συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του που συντελέσθηκε με την αγορά των προμνημονευομένων από το 2003 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, με τα εισοδήματα που συνεισέφερε σε μόνιμη βάση από την εργασία της από τον συγκεκριμένο χρόνο και με την παροχή της ιδιόκτητης στέγης", παρά το γεγονός ότι από τις παραδοχές προκύπτει ότι "κατά τους κρίσιμους χρόνους μεταβίβασης ή αντιστοίχως προκαταβολής του τιμήματος με την κατάρτιση του προσυμφώνου, όσον αφορά τους υπό στοιχεία 1, 3, 9, 10 και 11 ακίνητα, η αναιρεσίβλητη δεν εργαζόταν", είναι απαράδεκτες, διότι υπό την κατ' επίφαση πλημμέλεια (εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ.1 κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση) πλήττεται αποκλειστικά η κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ μη ελεγχόμενη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη (AΠ 62/2002) και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, AΠ 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1121/2022, ΑΠ512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ ΑΠ3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως (ΑΠ 862/2020, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997, ΑΠ559/2020) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Π. 11/1996, ΑΠ500/2023, 205/2022).
Εν προκειμένω , ο αναιρεσείων με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο "αφενός δεν έλαβε υπόψη του την παραδεκτώς προταθείσα στο δικαστήριο της ουσίας ένστασή του ότι η συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους ήταν μηδενική, αφετέρου διότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν".
Όπως, όμως, προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του, όπως και τον εμπεριεχόμενο σ' αυτή, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, ισχυρισμό του περί συμβολής της αναιρεσίβλητης σε ποσοστό κάτω του 1/3, και ρητά απέρριψε αμφότερους τους ισχυρισμούς αυτούς, με ειδικές, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, ως κατ' ουσίαν αβάσιμους, διαλαμβάνοντας συγκεκριμένα "απορριπτομένης...
ως ουσία αβάσιμης... της νόμω βάσιμης (άρθρ. 1400 παρ. 1 εδ. β' του ΑΚ) ενστάσεως (ως προς την... ερευνώμενη βάση του τεκμαρτού υπολογισμού) του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην απόκτησή τους και στην τελική διαμόρφωση της περιουσίας του εναγομένου ... ενώ δεν αποδείχθηκε συμβολή της ενάγουσας μικρότερη του 1/3 στην αντίστοιχη περιουσιακή αύξηση του εναγόμενου, ενόψει του ότι στον ισχυρισμό του τελευταίου ότι δεν υπήρχε καμία συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εμπεριέχεται....
ο ισχυρισμός ότι η συμβολή αυτής ήταν κάτω από το 1/3 αφού ο τελευταίος ισχυρισμός είναι λιγότερο επωφελής για τον εναγόμενο από τον ισχυρισμό του για μηδενική συμβολή της ενάγουσας...". Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, καθό μέρος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο ότι"έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα", είναι προεχόντως αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίον το Εφετείο έλαβε υπόψη, καίτοι δεν είχε επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, ενώ ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1121/2022, ΑΠ 1288/2022, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 1417/2019).
Eν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι "παρέλειψε να λάβει υπόψη επικληθέντα και προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα". Ωστόσο, ο αναιρεσείων περιορίζεται μόνο στην παράθεση του πραγματικού του αντίστοιχου δικονομικού κανόνα αναίρεσης, αφού δεν καθορίζει στο αναιρετήριο:
α) τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, β) ότι επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα αποδεικτικά αυτά μέσα στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), γ) τον ισχυρισμό προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίστηκαν και το περιεχόμενό τους, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και τα αποδεικτικά μέσα ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-3-2021 αίτηση του Ι. Γ. για αναίρεση της με αριθμό 38/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ