Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on usury and third-party attachment invalidity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by two anonymous companies against a Third Instance Court decision dated 2804/2019. The lower court had ruled that the appellant companies were legally unable to pay due to a prior attachment and a positive declaration, thereby invalidating the usury claim. The Supreme Court found the lower court's reasoning sound and its application of Articles 341 and 342 of the Civil Code correct, rejecting the argument that the decision lacked a legal basis. Consequently, the appeals were rejected, costs were awarded to the appellants, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 341 and 342 of the Civil Code; The court held that a third party's legal inability to pay, arising from a prior attachment and a positive declaration, validly negates the usury claim, and the lower court's decision remains legally sound if its reasoning is clear and consistent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1001 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1001/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... (...)", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." (....), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδάμ Δήμου που ανακάλεσε την από 12/11/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Παπαδόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Παπαδόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... (...)", που εδρεύει στην …..και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." (....), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδάμ Δήμου που ανακάλεσε την από 12/11/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/10/2016 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχέιο Β αναιρεσέιουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3019/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2804/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 20/1/2020 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 20/1/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους και την απόρριψη των αντίθετων αιτήσεων και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: (α) της 20-1-2020 (ΓΑΚ 658/2020, ΕΑΚ 63/2020, Αριθ. Δικ. 507/2020) αίτησης αναίρεσης της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." ("...") κατά της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." ("...") και β) της από 20-1-2020 (ΓΑΚ 656/2020, ΕΑΚ 62/2020, Αριθ.
Δικ. 508/2020) αντίθετης αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) ανώνυμης εταιρείας "..." κατά της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) ανώνυμης εταιρείας "...", με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 2804/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Η προσβαλλόμενη απόφαση (2804/2019) εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν άσκησης της από 12-10-2017 έφεσης της εναγόμενης "..." κατά της 3019/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση (2804/2019) είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα) εταιρεία με την επωνυμία "..." με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 3-10-2016 αγωγή, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, περιορισμού του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης) ανώνυμης εταιρείας "..." να της καταβάλει την οφειλόμενη από δύο εργολαβικές συμβάσεις αμοιβή ποσού 62.435,98 ευρώ (από την πρώτη, υπ' αριθμ.
ΔΔ-171/2173142/2008 σύμβαση) και ποσού 378.583,12 ευρώ (από την δεύτερη, υπ' αριθμ. ΔΔ-187/2103145/2011 σύμβαση), καθώς και ποσό 100.532,51 ευρώ, το οποίο η εναγομένη είχε παρακρατήσει ως εγγύηση καλής εκτέλεσης και, κατά τους όρους των συμβάσεων, ήταν αποδοτέο μετά την περάτωση των έργων. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 3019/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως από τους αναφερόμενους ειδικότερα σ' αυτήν χρόνους.
Κατά της ανωτέρω απόφασης η εναγομένη άσκησε την από 12-10-2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 2804/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν, η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε εν μέρει η πρωτόδικη απόφαση και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο των νόμιμων τόκων υπερημερίας, κρατήθηκε και δικάστηκε κατά το μέρος τούτο η αγωγή, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατά το κεφάλαιο αυτό και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει νόμιμους τόκους υπερημερίας, επί του υπ' αριθμ...
τιμολογίου, ποσού 31.499,56 ευρώ, από τις 25-5-2011 μέχρι τις 26-5-2014 και επί του υπ' αριθμ. ... τιμολογίου, ποσού 30.936,42 ευρώ, από τις 24-11-2011 μέχρι τις 26-5-2014. Α. Επί των λόγων της από 20-1- 2020 (ΓΑΚ 658/2020, ΕΑΚ 63/2020, Αριθ. Δικ. 507/2020) αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." ("...") Κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις ο εναγόμενος, ως εκκαλών, μπορεί να προτείνει παραδεκτώς με την έφεση ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων, οσάκις οι πρόσθετοι λόγοι ασκούνται παραδεκτά μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη οψιγενή ισχυρισμό (ένσταση), όπως είναι και η ένσταση του εναγομένου περί εξοφλήσεως του επίδικου χρέους (άρθρο 416 ΑΚ), εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν έλαβαν χώρα μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1483/2018, ΑΠ 574/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η παράβαση αφορά σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1.
Με το όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 384/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 933/2019, ΑΠ 1496/2017). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 αυτού, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον προταθέντα με τις από 12-12-2018 προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και αποδεικνυόμενο εγγράφως οψιγενή ισχυρισμό της περί απόσβεσης της οφειλής της από την δεύτερη επίδικη σύμβαση έργου (ΑΚ 416), λόγω καταβολής του ποσού των 479.115,63 ευρώ στην δανείστρια της ενάγουσας εταιρεία "...", η οποία είχε κατασχέσει στα χέρια της, ως τρίτης, την ανωτέρω απαίτηση της ενάγουσας, δυνάμει της 20/2012 τελεσίδικης απόφασης Διαιτητικού Δικαστηρίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον πρώτο αναιρετικό λόγο μέρος της, δέχθηκε τα εξής: "... Η εναγομένη (όχι ενάγουσα, όπως από παραδρομή αναγράφεται) επικαλείται το πρώτον με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τέτοια καταβολή και ειδικότερα επικαλείται καταβολή της πηγάζουσας από την δεύτερη επίδικη σύμβαση έργου οφειλής της προς την ενάγουσα, στην επισπεύδουσα την αναγκαστική εκτέλεση στα χέρια της ως τρίτης, ανωτέρω εταιρεία "...", μετά την άσκηση της κρινόμενης εφέσεώς της και συγκεκριμένα στις 22-5-2018.
Ο νέος αυτός πραγματικός ισχυρισμός της εκκαλούσας - εναγομένης, που κατατείνει στην απόρριψη της αγωγής της αντιδίκου της - εφεσίβλητης, ως οψιγενής και με επίκληση έγγραφης απόδειξής του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και δεν λαμβάνεται υπόψη, καθόσον έπρεπε να προταθεί με πρόσθετους λόγους έφεσης, ασκηθέντες με ιδιαίτερο δικόγραφο και όχι με τις έγγραφες προτάσεις της εκκαλούσας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως απαραδέκτως προτάθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 και 520 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2015, λόγω του χρόνου άσκησης της έφεσης...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο ως απαράδεκτο τον ανωτέρω, προταθέντα το πρώτον με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, οψιγενή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που γεννήθηκε μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον, σύμφωνα με τη μείζονα πρόταση, η αναιρεσείουσα - εκκαλούσα έπρεπε να τον προτείνει με αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης, κοινοποιούμενο στην εφεσίβλητη τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης, όπως είχε τη χρονική δυνατότητα να πράξει, αφού, σύμφωνα με όσα εκθέτει στο αναιρετήριο, ο ισχυρισμός αυτός γεννήθηκε στις 22-5-2018, δηλαδή περισσότερους από έξι μήνες πριν από τις 13-12-2018 που συζητήθηκε η έφεση.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών, ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 567/2021, ΑΠ 29/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1079/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 11β του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), με την επίκληση, ότι παρότι με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε υπερήμερη ως προς την καταβολή της αμοιβής της ενάγουσας, διότι η τελευταία δεν προσκόμισε, μαζί με τα τιμολόγια, τις απαιτούμενες για την καταβολή της αμοιβής, σύμφωνα με συμβατικό όρο, έγγραφες φορολογικές και ασφαλιστικές ενημερότητες των επίδικων χρονικών περιόδων, εντούτοις το Εφετείο δέχθηκε ότι τα ανωτέρω έγγραφα είχαν υποβληθεί από την ενάγουσα σ' αυτήν για την πληρωμή της αμοιβής, μαζί με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, κατά την ημέρα έκδοσης κάθε τιμολογίου, αν και από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι η ενάγουσα είχε υποβάλει φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, προκειμένου να εξοφληθούν τα επίδικα τιμολόγια.
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της επίκλησης της άνω πλημμέλειας, πλήττεται στην πραγματικότητα, απαραδέκτως, η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να παρατίθεται σ' αυτό (αναιρετήριο) ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτό, αν ο ισχυρισμός αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 234/2014).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 761/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, με την επίκληση ότι, παρότι με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου πρότεινε ότι η ενάγουσα, με την αίτηση και τους επ' αυτής προβληθέντες ισχυρισμούς, παραβίασε την κατ' άρθρο 288 ΑΚ αρχή της καλής πίστης που διέπει τις συναλλαγές, η προσβαλλομένη δεν απάντησε επί του ισχυρισμού του αυτού.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, το περιεχόμενο του οποίου, άλλωστε, δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο με αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών (απλώς αναφέρεται η διάταξη του 288 ΑΚ, η θεωρητική ανάλυση της έννοιας της καλής πίστης και παράθεση σχετικής νομολογίας), δεν είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, αφού, όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο, η αναιρεσείουσα τον πρότεινε για πρώτη φορά με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αν και δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και, συνεπώς, ως εκ της κατά τα ανωτέρω απαράδεκτης προβολής του, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού, η δε παράλειψή του αυτή δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης (ΑΠ 761/2020).
Περαιτέρω, με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο, ομοίου περιεχομένου, λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραβίασε, την κατ' άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ. δ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, την οποία πρότεινε με την από 18-12-2018 προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και το άρθρο 20 του Συντάγματος, με το να δεχθεί ότι αυτή (αναιρεσείουσα) είχε καταστεί υπερήμερη περί την καταβολή της οφειλόμενης στην εναγομένη (αναιρεσίβλητη) εργολαβικής αμοιβής, αν και κατά τους ισχυρισμούς της, που πρότεινε με τις προτάσεις και με την προσθήκη των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, αυτή (αναιρεσείουσα) δεν είχε ευθύνη για τη μη πληρωμή, διότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε υποβάλλει προς αυτήν όλα τα απαιτούμενα για την πληρωμή της αμοιβής της δικαιολογητικά, ήτοι φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα.
Οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι οι ανωτέρω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Τέλος, με όλους τους ανωτέρω λόγους, κατά το τελευταίο σκέλος τους, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την επίκληση ότι παραβίασε συλλήβδην τις διατάξεις των άρθρων 681, 340, 341, 346, 281, 297 και 298 ΑΚ, 106 και 110 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 50 του ΧΘΔΕ.
Όλοι αυτοί οι λόγοι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ούτε τα αποδιδόμενα στην απόφαση νομικά σφάλματα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων (ΑΠ81/2020, ΑΠ 1361/2020, ΑΠ 403/2019), ούτε η επίδραση, την οποία είχαν τα σφάλματα αυτά στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1662/2009).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη, από 20-1-2020 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." ("..."), πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτή, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Β. Επί των λόγων της από 20-1- 2020 (ΓΑΚ 656/2020, ΕΑΚ 62/2020, Αριθ. Δικ. 508/2020) αίτησης αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία "..." ("...") Από τη διάταξη του άρθρου 341 παρ. 1 ΑΚ προκύπτει ότι αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ή, κατά μείζονα λόγο, από το νόμο τάσσεται ορισμένη (δήλη) ημέρα καταβολής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν n καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Την έλλειψη της υποκειμενικής προϋπόθεσης της ευθύνης του πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης. Η έλλειψη πταίσματος αποτελεί λόγο μη επελεύσεως της υπερημερίας.
Η τελευταία αυτή διάταξη δεν προσδιορίζει ειδικότερα σε τι συνίσταται το απαλλακτικό της ευθύνης του οφειλέτη γεγονός, με συνέπεια αυτό να λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και να επενεργεί υπέρ του οφειλέτη απαλλακτικά κάθε τυχαίο ή άλλο γεγονός, το οποίο δικαιολογεί τη μη εκπλήρωση ή τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια (ΑΠ 18/2021, ΑΠ 137/2020, ΑΠ 699/2019, ΑΠ 1408/2018, ΑΠ 754/2017, ΑΠ 1967/2017, ΑΠ 1708/2017).
Τέτοιο απαλλακτικό της ευθύνης του οφειλέτη γεγονός αποτελεί και η αντικειμενική αδυναμία προς καταβολή του τρίτου, στα χέρια του οποίου έχει επιβληθεί κατάσχεση, αφού από την επίδοση της κατάσχεσης απαγορεύεται σ' αυτόν να διαθέσει το κατασχεμένο αντικείμενο (άρθρο 984 παρ. 1 ΚΠολΔ). Οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 341 και 342 ΑΚ αποτελούν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή τους θεμελιώνει αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 983/2020, ΑΠ 129/2019, ΑΠ 806/2018).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα "..." προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 340 έως 342, 344 και 345 ΑΚ, απέρριψε το αίτημά της περί καταβολής τόκων υπερημερίας επί των οφειλομένων ποσών της εργολαβικής αμοιβής, δεδομένου ότι με τις επίδικες συμβάσεις έργου είχε συμφωνηθεί δήλη ημέρα καταβολής της αμοιβής (η 24η ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από την ημερομηνία υποβολής προς την "..." όλων των σχετικών δικαιολογητικών, που αφορούσαν κάθε επιμέρους τιμολόγιο), η οποία (δήλη ημέρα) παρήλθε, με συνέπεια την υπερημερία της αναιρεσίβλητης και την εξ αυτής υποχρέωσή της προς καταβολή τόκων υπερημερίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) "...", με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις της, αμυνόμενη κατά των αγωγικών αξιώσεων, ισχυρίστηκε τα εξής: α) ότι αναφορικά με τις ένδικες απαιτήσεις της ενάγουσας από την υπ' αριθμ.
ΔΔ-171/21/73142 πρώτη σύμβαση έργου, δυνάμει του επιδοθέντος σ' αυτή από 26-5-2014 κατασχετηρίου η εταιρεία "...", ως δανείστρια της ενάγουσας - υπεργολάβος, κατάσχεσε αναγκαστικά στα χέρια της (της εναγομένης), ως τρίτης, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό αυτή όφειλε στην καθής η κατάσχεση - νυν ενάγουσα από την άνω σύμβαση, η ίδια δε υπέβαλε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο Ειρηνοδικείο Αθηνών την υπ' αριθμ. 45600/30-6-2014 θετική δήλωση τρίτου και συνακόλουθα έχει νομική αδυναμία καταβολής στην ενάγουσα του αξιούμενου με την αγωγή της, με βάση την άνω σύμβαση, συνολικού ποσού των 62.435,98 ευρώ, β) ότι αναφορικά με τις πηγάζουσες από τη δεύτερη επίδικη σύμβαση, την υπ' αριθμ.
ΔΔ-187/2103145, αξιώσεις της ενάγουσας ισχυρίστηκε ότι, άλλη δανείστρια της ενάγουσας, η εταιρεία "...", προς ικανοποίηση δικών της απαιτήσεων με εκτελεστό τίτλο την υπ' αριθμ. 20/2012 απόφαση το Διαιτητικού Δικαστηρίου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών, ποσού 485.141,58 ευρώ, νομιμοτόκως από 8-11-2010 και ποσού 7.789,79 ευρώ από την κοινοποίηση της άνω απόφασης, με το από 4-2-2015 κατασχετήριο, που της κοινοποιήθηκε αυθημερόν, κατάσχεσε αναγκαστικά στα χέρια της, ως τρίτης, όσα οφείλει ή θα οφείλει προς την καθής η κατάσχεση - νυν ενάγουσα.
Ότι στο πλαίσιο της κατάσχεσης αυτής η ίδια υπέβαλε νόμιμα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αρνητική δήλωση τρίτου, κατά της οποίας η επισπεύδουσα την κατάσχεση εταιρεία άσκησε κατ' αυτής την από 2-3-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 821/2015) ανακοπή από το άρθρο 986 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 2931/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ότι ακολούθως η ανωτέρω εταιρεία επανήλθε με νέο κατασχετήριο, το επιδοθέν στην ίδια από 8-6-2015, με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, επιβάλλοντας κατάσχεση στα χέρια της ως τρίτης, στο πλαίσιο της οποίας δεν υπέβαλε δήλωση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και κατά της τεκμαιρόμενης άρνησής της η επισπεύδουσα την κατάσχεση εταιρεία άσκησε την από 23-7-2015 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 2732/2015) ανακοπή της, εκ του άρθρου 986 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου εκκρεμεί προς έκδοση οριστικής απόφασης. Τον ανωτέρω ισχυρισμό, τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο η εναγομένη - εκκαλούσα "..." τον επανέφερε με λόγο έφεσης. Επί του ανωτέρω ισχυρισμού της εναγομένης η προσβαλλομένη δέχθηκε τα εξής: "Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εναγομένης, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, θεμελιώνει λόγο αντικειμενικής αδυναμίας της για καταβολή, κατ' άρθρο 342 ΑΚ, με συνέπεια την άρση της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητάς της και συνακόλουθα της υπερημερίας της για τη μη καταβολή των άνω χρηματικών οφειλών της προς την ενάγουσα, μετά την επίδοση των επικαλούμενων κατασχετηρίων ...
Επομένως, η εναγομένη δεν οφείλει επί των ανωτέρω αναγνωρισμένων με την εκκαλουμένη απόφαση, ως οφειλόμενων ποσών, τόκους υπερημερίας μετά την επίδοση προς αυτή των προαναφερόμενων κατασχετηρίων, του από 25-5-2014 της εταιρίας "..." και των από 4-2-2015 και 7-6-2015 της εταιρίας "...", η οποία, όπως αποδείχθηκε έλαβε χώρα, στις 25-5-2014, αναφορικά με τις αναγνωρισμένες απαιτήσεις της ενάγουσας από την πρώτη σύμβαση έργου (των δύο πρώτων τιμολογίων) και στις 4-2-2015 αρχικά και ακολούθως στις 8-6-2015, αναφορικά με τις λοιπές αναγνωρισμένες απαιτήσεις της κατά της εναγομένης, από την επίδικη δεύτερη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ τους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τον ανωτέρω ισχυρισμό της εναγομένης, που θεμελιώνει την εκ του άρθρου 342 ΑΚ ένσταση (μόνο) ως προς το περί τοκογονίας αγωγικό αίτημα, τον απέρριψε και ως προς το αίτημα αυτό ως μη νόμιμο και συνακόλουθα αναγνώρισε ότι τόκοι υπερημερίας οφείλονται από την εναγομένη, επί των αναγνωρισμένων ως οφειλόμενων στην εναγομένη ποσών των κεφαλαίων, και μετά τον χρόνο επίδοσης των ανωτέρω κατασχετηρίων, μέχρι την εξόφλησή τους, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 984 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδ.
με το άρθρο 342 ΑΚ και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και η εκκαλούσα, επαναφέροντας με λόγο έφεσης τον ίδιο ισχυρισμό της, με αίτημα την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως για το λόγο αυτό συνολικά, δηλαδή και κατά το μέρος που αναγνώρισε ως οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, επί των αναγνωρισμένων ως οφειλόμενων ποσών, και μετά την επίδοση των κατασχετηρίων, μέχρι την εξόφληση.
Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση αναγνωρίστηκαν οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας, α) επί των αναγνωρισμένων ως οφειλόμενων ποσών των δύο πρώτων τιμολογίων (της πρώτης σύμβασης), ποσού 31.499,56 ευρώ και ποσού 30.936,42 ευρώ, από τις 24-5-2011 και 24-11-2011, αντίστοιχα, με καταληκτικό χρονικό σημείο υπολογισμού των τόκων υπερημερίας την ημέρα εξόφλησης των άνω τιμολογίων, εσφαλμένως, αντί του ορθού μέχρι τις 26-5-2014 και β) επί των αναγνωρισμένων λοιπών οκτώ ποσών, ως οφειλόμενων δυνάμει της δεύτερης σύμβασης, με συνολικά εσφαλμένο χρόνο τοκογονίας, για όλα τα ποσά αυτά, μεταγενέστερα της επιδόσεως, ακόμη και του δεύτερου κατασχετηρίου της "...", στις 8-6-2015 και μέχρι την εξόφλησή τους.
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η έφεση κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το περί τοκογονίας των αναγνωρισμένων ως οφειλόμενων από την εναγομένη στην ενάγουσα, επιμέρους, συνολικά δέκα, χρηματικών ποσών - κεφαλαίων και αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση κατά το μέρος που χωρεί η εξαφάνιση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν, μετά από παραδοχή της εκ του άρθρου 984 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδ.
με 342 ΑΚ, ενστάσεως της εναγομένης, το σχετικό περί αναγνωρίσεως τόκων υπερημερίας της αίτημα της αγωγής στο σύνολό του, για τα οφειλόμενα με την δεύτερη επίδικη σύμβαση χρηματικά ποσά, δηλαδή για τα οκτώ τελευταία που αναγνωρίστηκαν ως οφειλόμενα με την εκκαλουμένη απόφαση και για το μετά τις 26-5-2014 χρονικό διάστημα για τα οφειλόμενα με την πρώτη επίδικη σύμβαση χρηματικά ποσά, δηλαδή για τα δύο πρώτα, του υπ' αριθμ...
τιμολογίου, ύψους 31.499,56 ευρώ και του υπ' αριθμ. ..., ποσού 30.936,42 ευρώ και να αναγνωριστούν τα ποσά αυτά οφειλόμενα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 25-5-2011 το πρώτο και από τις 24-11-2011 το δεύτερο, μέχρι τις 26-5-2014 (ημέρα επιδόσεως το σχετικού κατασχετηρίου στην εναγομένη) και τα δύο...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα της νομικής αντικειμενικής αδυναμίας της αναιρεσίβλητης "..." για καταβολή τόκων υπερημερίας επί της οφειλόμενης αμοιβής από την πρώτη σύμβαση έργου (αριθ.
τιμολ... ποσού 31.499,56 και ..., ποσού 30.936,42), μετά την επίδοση του άνω κατασχετηρίου, για το οποίο προέβη σε θετική δήλωση στις 26-5-2014, με συνέπεια την άρση της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητάς της και συνακόλουθα της υπερημερίας της για το χρονικό διάστημα από 26-5-2014 και εφεξής , ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 341 και 342 ΑΚ (και όχι και τις διατάξεις των άρθρων 340, 344 και 345 ΑΚ όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, οι οποίες ορθά δεν εφαρμοσθηκαν γιατί δεν ήταν εφαρμοστέες), καθόσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ανυπαίτιας αντικειμενικής αδυναμίας της αναιρεσίβλητης "..." προς καταβολή, αφού η τελευταία, λόγω της επιβληθείσας στα χέρια της, ως τρίτης, ανωτέρω κατάσχεσης από την δανείστρια της ενάγουσας "..." και της θετικής δήλωσης στην οποία προέβη, περιήλθε σε νομική αδυναμία προς διάθεση με οποιονδήποτε τρόπο της κατασχεμένης στα χέρια της, ως τρίτης, ανωτέρω απαίτησης της αναιρεσείουσας εταιρείας "...".
Συνεπώς, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κρίνονται αβάσιμα. Εξάλλου, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το πιο άνω ουσιώδες ζήτημα της τοκογονίας της απαίτησης, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 341 και 342 ΑΚ, τις οποίες (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων περιστατικών.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποία η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη, από 20-1-2020 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Βιομηχανία Τεχνικά Έργα ΒΙΟΤΕΡ Ανώνυμος Εταιρεία" ("..."), πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτή, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 20-1-2020 (ΓΑΚ 658/2020, ΕΑΚ 63/2020, Αριθ. Δικ. 507/2020) και από 20-1- 2020 (ΓΑΚ 656/2020, ΕΑΚ 62/2020, Αριθ. Δικ. 508/2020) αιτήσεις για αναίρεση της 2804/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης της 2804/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από κάθε αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ κάθε αναιρεσίβλητη, να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα κάθε αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθεμία.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ