Legislator Case Law & Legislation
1001/2020 AI generated

1001/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1001/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1001/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): οικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση των αναγκών τους και τη λειτουργία τους . Η "ιδιωτική περιουσία" των ΟΤΑ υπόκειται στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και είναι υπέγγυα στους δανειστές των ΟΤΑ. Αντίθετα, τα πράγματα που ανήκουν στη "δημόσια περιουσία" είναι εκτός συναλλαγής και δεν μπορούν να υποθηκευτούν ή ενεχυριαστούν ή κατασχεθούν από τους δανειστές.

Keywords

AI generated
consignment bank levies and loans attachment of bank accounts public institution user fee financial institutions collection of premiums
AI generated
1501/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1159/2021
Περιφέρειας Πελοποννήσου, που εδρεύει στην Τρίπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Λάρδα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις,
613/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή, Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
928/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1162/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1001 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1001/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. Σ., κατοίκου ….. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κατσαρό. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΟΤΑ) με την επωνυμία Δήμος ..., που εδρεύει στο ..., ως καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου ... νομίμως εκπροσωπουμένου. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Ροφαλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 368/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 349/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-10-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμ. 349/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Ο αναιρεσείων επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του αναιρεσιβλήτου νπδδ (ΟΤΑ) με την επίδοση, εις χείρας της τραπέζης "..." ως τρίτης, των από 24-11-2011 επιταγών, με τίτλους εκτελεστούς τις 159/2008, 163/2008 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που επικυρώθηκαν με τις 342/2011 και 343/2011 αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας αντιστοίχως. Τις ανωτέρω επιταγές προσέβαλε ο αναιρεσίβλητος Δήμος με την από 12-2-2011 ανακοπή του που έγινε δεκτή κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν με την 368/2014 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ασκήθηκαν από αμφότερα τα διάδικα μέρη εφέσεις. Το Μον/λές Εφετείο Λάρισας με την 349/2017 απόφασή του απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου και ακολούθως δέχθηκε την ένδικη ανακοπή ακυρώνοντας την επιβληθείσα, ως άνω, κατάσχεση στον λογαριασμό που διατηρεί ο τελευταίος στην ως άνω τράπεζα για το ποσό των 124.912,93 ευρώ. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται από τον ηττηθέντα ως άνω διάδικο για τους λόγους που αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.4β του Συντάγματος "οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου , όπως νόμος ορίζει", κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 του ν.3068/2002 που εκδόθηκε σε εκτέλεση της άνω συνταγματικής επιταγής "η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νπδδ γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών.

Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού". Η περιουσία των ΟΤΑ διακρίνεται: α) στα πράγματα (ενσώματα αντικείμενα) που έχουν ως προορισμό να εξυπηρετούν με τη χρήση τους δημοτικούς ή κοινοτικούς σκοπούς και β) στην ιδιωτική περιουσία, η οποία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία που έμμεσα μόνο, με την αξία ή τις προσόδους τους, παρέχουν στους Ο.Τ.Α.

οικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση των αναγκών τους και τη λειτουργία τους . Η "ιδιωτική περιουσία" των ΟΤΑ υπόκειται στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και είναι υπέγγυα στους δανειστές των ΟΤΑ. Αντίθετα, τα πράγματα που ανήκουν στη "δημόσια περιουσία" είναι εκτός συναλλαγής και δεν μπορούν να υποθηκευτούν ή ενεχυριαστούν ή κατασχεθούν από τους δανειστές.

Στην "ιδιωτική περιουσία" των Ο.Τ.Α. περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις, άσχετα από την αιτία γέννησής τους, είτε δηλαδή ανάγεται στο ιδιωτικό είτε στο δημόσιο δίκαιο. Τα χρηματικά ποσά (έσοδα) από τις απαιτήσεις αυτές εγγράφονται στον προϋπολογισμό των ΟΤΑ, οι οποίοι και έχουν την ευχέρεια να τα αυξάνουν μονομερώς, προκειμένου να επαρκούν για τις χρηματικές ανάγκες τους.

Αυτή είναι και η βασική διαφορά από τη "δημόσια περιουσία", διότι τα πράγματα που περιλαμβάνονται σ' αυτήν είναι ατομικώς προσδιορισμένα, εξυπηρετούν το δημοτικό ή κοινοτικό σκοπό με τη "χρήση" τους και δεν είναι δεκτικά μονομερούς επαύξησης. Τυχόν αποστέρηση των ΟΤΑ από τη δυνατότητα χρήσης των πραγμάτων που απαρτίζουν τη δημόσια περιουσία τους θα διατάρασσε την ομαλή λειτουργία της δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας, γι' αυτό δε το λόγο ο νόμος κατέστησε τα πράγματα αυτά "εκτός συναλλαγής", με συνέπεια να απαγορεύεται, λόγω αυτής της ιδιότητάς τους, η αναγκαστική κατάσχεσή τους (Ολ ΑΠ17/2002, ΑΠ2354/2009, ΣτΕ 274/2018).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του άνω εκτελεστικού νόμου 3068/2002 "Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.

Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει. Δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ"-ζ" της παρ.2 του άρθρου 904 Κ.ΠΟΛ.Δ.

πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων".

Επειδή με το άρθρο 24 του ν.496/1974 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν.369/1976) θεσπίσθηκαν οι περί λογιστικού κανόνες των ΝΠΔΔ ως ακολούθως: παρ. 1 " Οι λογαριασμοί των Ν.Π.Δ.Δ. διακρίνονται εις τους απεικονίζοντας την εκτέλεσιν του προϋπολογισμού τούτων και εις τους εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, απεικονίζοντας την λοιπή ν χρηματική ν διαχείρισιν, παρ.2 :

Αι εν τοις βιβλίοις εγγραφαί ενεργούνται προκειμένου μεν περί ταμειακών εγγραφών, βάσει των οικείων τίτλων εισπράξεως και πληρωμής, προκειμένου δε περί μη ταμιακών εν γένει εγγραφών, βάσει δικαιολογητικών, καθοριζομένων δια των κατά την παρ. 6 του παρόντος άρθρου κανονισμών, παρ.3 : Υπό της οικονομικής υπηρεσίας των Ν.Π.Δ.Δ.

τηρούνται υποχρεωτικώς τα ακόλουθα λογιστικά βιβλία: α) ημερολόγιον και β) βιβλίον ταμείου ή, εφ' όσον η ταμειακή διαχείρισις ασκείται υπό Τραπέζης ή Πιστωτικού Οργανισμού, βιβλίον επιταγών και εντολών μεταφοράς, παρ.4 : Τα εν τη προηγουμένη παραγράφω λογιστικά βιβλία, αριθμούμενα, θεωρούνται κατά φύλλον δι'ύπογραφής του προέδρου του διοικούντος του Ν.Π.Δ.Δ.

συλλογικού οργάνου, συντάσσεται δε επί της τελευταίας σελίδας των βιβλίων πράξις του αυτού οργάνου περί του συνολικού αριθμού των σελίδων ή φύλλων εκάστου τούτων. Δι' αποφάσεων του αυτού συλλογικού οργάνου επιτρέπεται, όπως ορίζεται ως αρμόδιον δια την ανωτέρω θεώρησιν μέλος αυτού, παρ.5 : Τα βιβλία αποδεικτικών εισπράξεως εν γένει, θεωρούμενα κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα, παραδίδονται εις τους διαχειριστάς, υπό της οικονομικής υπηρεσίας του Ν.Π.Δ.Δ.

επί αποδείξει και παρ.6 : Δια Κανονισμών Ταμιακής και Λογιστικής Υπηρεσίας, καταρτιζομένων υπό του διοικούντος το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικού οργάνου και εγκρινομένων δια κοινών αποφάσεων του εποπτεύοντος Υπουργού και του Υπουργού των Οικονομικών και δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δυναμένων να τροποποιούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, ορίζονται τα της οργανώσεως και λειτουργίας της οικονομικής υπηρεσίας εκάστου Ν.Π.Δ.Δ.

ή κατηγορίας τούτων και ιδία: α) Η διάρθωσις της οικονομικής υπηρεσίας και τα καθήκοντα του προσωπικού αυτής, β) το τηρούμενον λογιστικόν σύστημα, γ) τα, πέραν των εν παρ. 3 του παρόντος άρθρου οριζομένων, τηρούμενα υποχρεωτικά και βοηθητικά λογιστικά βιβλία, ως και τα της αριθμήσεως και θεωρήσεως αυτών, και δ) τα της συστάσεως και λειτουργίας των εκτός προϋπολογισμού τηρουμένων, κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμών".

Επειδή κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος "τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι: α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη τούτου, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική "εν στενή εννοία", δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (ΟλΑΠ 27/2008).

Με βάση τα ανωτέρω, ο έλεγχος της αναλογικότητας υπό στενή έννοια απαιτεί συσχετισμό δυο συγκρίσιμων μεγεθών, αφενός του περιοριστικού μέτρου και αφετέρου του επιδιωκόμενου σκοπού. Η εξειδίκευση των μεγεθών αυτών πρέπει να γίνεται με βάση τα προστατευόμενα συμφέροντα, η διαδικασία δε ελέγχου της αναλογικότητας απαιτεί τον προσδιορισμό της προσβολής καθενός από τα αντίρροπα συμφέροντα, σε συνδυασμό με την ανάγκη της προστασίας τους στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 6/2013).

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με Η·εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Ο ανωτέρω λόγο αναίρεσης, για να είναι ορισμένος πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να καθορίζονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017), άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.

Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1602/2014). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, (ΑΠ287/2018, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο καθόσον αφορά το δεύτερο λόγο ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο ο ανακόπτων Δήμος ισχυρίσθηκε ότι στο ποσό που κατέσχεσε ο καθ' ου στο λογαριασμό που διατηρεί στην Τράπεζα ... ως Τρίτη συμπεριλαμβάνονται και ποσά που έχουν ταχθεί για την εξυπηρέτηση ειδικών δημόσιων σκοπών, (τα οποία) και παραθέτει αναλυτικά (....α)....για τη μισθοδοσία υπαλλήλων ΚΕΠ....ποσό 30.294,51 ευρώ....β) ποσό 15.285,71 ευρώ για την πολιτική προστασία και για την κάλυψη δράσεων πυροπροστασίας, γ).....33.628,12 ευρώ για τις λειτουργικές δαπάνες των σχολείων της περιφέρειάς του....δ)....ε) ποσό 10.021,20 ευρώ που αφορά έσοδα από τη μητρόπολη ...για κατασκευή έργων και συντήρηση σχολείων στο Δ.Δ.

Ρ....στ) ποσό 35.683,39 ευρώ από το πράσινο ταμείο για την ανάπλαση της παραλίας Α., τα οποία δεν αποτελούν ιδιωτική περιουσία του και ...δεν μπορούσαν να κατασχεθούν), δέχθηκε (κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος) τα ακόλουθα: "...Α) την από την από 12-12-2011 κατάσταση παρακολούθησης πηγών χρηματοδότησης της οικονομικής υπηρεσίας του Δήμου ..., από την οποία προκύπτει ότι υπήρχε κατατεθειμένο στην Αγροτική Τράπεζα και στην Τράπεζα ..., το συνολικό ποσό των 96.497,00 ευρώ, το οποίο ήταν προορισμένο για την μισθοδοσία των μονίμων υπαλλήλων του ΚΕΠ εκ του άνω δε συνολικού ποσού, στον υπ'αρ…..

λογαριασμό που διατηρεί ο Δήμος στην Τράπεζα ..., υπήρχε το συνολικό ποσό των 55.300 ευρώ, το οποίο ήταν προορισμένο για τη μισθοδοσία των μονίμων υπαλλήλων των ΚΕΠ και μέχρι την 7-12-2011 είχε καταβληθεί από τον άνω λογαριασμό το ποσό των 25.005,49 ευρώ για τη μισθοδοσία των μονίμων υπαλλήλων των ΚΕΠ και απέμενε ως υπόλοιπο στον άνω λογαριασμό κατά το χρόνο της κατάσχεσης το ποσό των 32.669,81 (30.294,51 κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος) ευρώ.

Β) την από 12-12-2011 κατάσταση παρακολούθησης πηγών χρηματοδότησης της οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου ..., από την οποία προκύπτει ότι στον υπ'αρ…. λογαριασμό που διατηρεί ο Δήμος .. στην Τράπεζα ..., υπήρχε το συνολικό ποσό των 59.500,00 ευρώ, το οποίο δόθηκε από την πολιτική προστασία και προοριζόταν να διατεθεί για την κάλυψη δράσεων πυροπροστασίας στο Δήμο ..., διατέθηκε μέχρι την 11-11-2011 ποσό 44.214,29 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό που υπήρχε στον άνω λογαριασμό κατά το χρόνο της κατάσχεσης ανέρχονταν στο ποσό των 15.285,71 ευρώ.

Γ) Την από 12-12-2011 Κατάσταση Παρακολούθησης Πηγών Χρηματοδότησης της Οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου ..., από την οποία προκύπτει ότι υπήρχε κατατεθειμένο στην Αγροτική Τράπεζα και στην Τράπεζα ... το συνολικό ποσό των 168.229,64 ευρώ, εκ των οποίων στον υπ'αρ…. λογαριασμό που διατηρεί ο Δήμος ... στην Τράπεζα ...

υπήρχε το συνολικό ποσό των 67.291,70 ευρώ (33.645,85 ευρώ+33.645,85 ευρώ), το οποίο προοριζόταν να διατεθεί από την ΚΑΠ για τις λειτουργικές δαπάνες των σχολείων το έτος 2011. Στη συνέχεια μετά την ακύρωση από το Ελεγκτικό Συνέδριο με τη με αριθμό 15/2011 πράξη του, της κατανομής των λειτουργικών αναγκών του έτους 2011, πιστώθηκαν σταδιακά στον υπ'αρ….

λογαριασμό που διατηρεί ο Δήμος ... στην Τράπεζα ..., ποσά συνολικού ύψους 50.393,07 ευρώ και έτσι ο λογαριασμός αυτός εμφάνισε υπόλοιπο 117.684,77 ευρώ και μετά τη διάθεση μέχρι την 8-11-2011 για τις λειτουργικές δαπάνες σχολείων ποσού 84.038,65 ευρώ, απέμεινε υπόλοιπο στον άνω λογαριασμό κατά το χρόνο της κατάσχεσης το ποσό των 33.628,12 ευρώ.

Δ) την από 12-12-2011 Κατάσταση Παρακολούθησης Πηγών Χρηματοδότησης της Οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου Τεμπών, από την οποία προκύπτει ότι στον υπ'αρ…. λογαριασμό που διατηρεί ο Δήμος ... στην Τράπεζα ... υπήρχε κατατεθειμένο κατά το χρόνο της κατάσχεσης το συνολικό ποσό των 10.021,20 ευρώ, που αφορά χρήματα που δίνει η Μητρόπολη ...

στο Δήμο .. για κατασκευή έργων και τη συντήρηση σχολείων στο Δ.Δ Ρ. (ΕΣΟΔΑ ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΚΟΠΟΥ) και Ε) την από 12-12- 2011 Κατάσταση Παρακολούθησης Πηγών Χρηματοδότησης της οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου ..., από την οποία προκύπτει ότι στον υπ'αρ…. λογαριασμό που διατηρεί ο Δήμος .. στην τράπεζα ..., υπήρχε κατατεθειμένο κατά το χρόνο της κατάσχεσης το συνολικό ποσό των 35.683,39 ευρώ από το Πράσινο Ταμείο (ΕΤΕΡΠΣ), προορισμένο να διατεθεί για την ανάπλαση-εξωραϊσμό της παραλίας ...

του Δήμου ....

Συνεπώς, ο με αριθμό ... λογαριασμός που τηρούσε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." στο όνομα του ανακόπτοντος και στον οποίον επιβλήθηκε από τον καθ'ού η ανακοπή η προσβαλλομένη αναγκαστική κατάσχεση μέχρι του ποσού των 211.764,91 ευρώ περιελάμβανε πράγματι τα ανωτέρω ποσά για την εξυπηρέτηση των ανωτέρω ειδικών δημόσιων σκοπών...τα ανωτέρω έγγραφα της Οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου ..., η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, επαρκούν προς απόδειξη των βεβαιουμένων σε αυτά, καθόσον τα οικονομικά στοιχεία των ΟΤΑ απεικονίζονται κατά νόμο σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του άρθρου 24 του ν.δ 496/1974 (ΦΕΚ Δ' 204) περί λογιστικού των ΝΠΔΔ.

Ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις , δεχόμενο προς απόδειξη του ανωτέρω λόγου ανακοπής του ανακόπτοντος δήμου, ο οποίος κρίθηκε ορισμένος και νόμιμος, έπρεπε να προσκομισθεί και αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού του στην ...". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι "...η εκκαλουμένη που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το δεύτερο λόγο της ανακοπής κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένος και νόμιμος, για το ποσό των (30.294,5 +15.285,71 +33.628,12 + 10.021,20 + 35.683,39 =)124.912,93 ευρώ, έσφαλε, κατά παραδοχή και ως ουσιαστικά βασίμου κατά ένα μέρος του πρώτου λόγου εφέσεως του ανακόπτοντος Δήμου ..." ακολούθως δε κατά παραδοχή της εφέσεως του ανακόπτοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) ακύρωσε την επιβληθείσα από τον αναιρεσείοντα κατάσχεση κατά το ποσό των 124.912,93 ευρώ.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται από τον αναιρεσείοντα η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι "με το να δεχθεί ότι τα ποσά που βεβαιώνονται στα έγγραφα της ταμειακής υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου επαρκούν προς απόδειξη ότι περιλαμβάνονταν πράγματι στον επίδικο λογαριασμό και προορίζονταν για την εξυπηρέτηση ειδικών δημοσίων σκοπών, παρότι δεν προέκυψε ότι (στον άνω λογ/σμό) περιείχοντο κατατεθειμένα μόνον αυτά (τα ως άνω ποσά), προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της υποθέσεως, εφαρμόζοντας τον κανόνα της παρ.2 του άρθρου 1 του ν.3068/2002, αντί εκείνου του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου νόμου καθώς και του άρθρου 94 παρ.4εδβ' του Συντάγματος, τους οποίους δεν εφήρμοσε".

Ο λόγος αυτός ερείδεται προεχόντως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές (ότι επρόκειτο για συγκεκριμένα χρηματικά ποσά που περιλαμβάνονταν στον επίμαχο τραπεζικό λογαριασμό και είχαν ταχθεί για την εξυπηρέτηση προσδιοριζομένων ειδικώς δημοσίων σκοπών), το Εφετείο ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά της κρινόμενης υποθέσεως στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ν.3068/2002 που ήταν εφαρμοστέα και όχι σε εκείνη του άρθρου 1 παρ.2 του ιδίου ως άνω νόμου (με την οποία προβλέπεται η υποχρέωση, μεταξύ άλλων, των ΟΤΑ σε συμμόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις), παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος.

Εντεύθεν δεν τίθεται θέμα εσφαλμένης εφαρμογής ούτε του άρθρου 94 παρ.4εδ.β του Συντάγματος σε εκτέλεση του οποίου θεσπίσθηκε ο αμέσως προηγούμενος νόμος. Πέραν των ανωτέρω ο άνω λόγος τυγχάνει και αλυσιτελής , καθόσον η επίκληση της εν λόγω αιτιάσεως ανάγεται στην εκτίμηση του Εφετείου περί τα πράγματα που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν ιδρύει πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επί πλέον ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε ομοίως στην αυτή ως άνω πλημμέλεια του αρ. 1 του ιδίουάρθρου (559 ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι "αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3068/2002 για τη θεμελίωση του σχετικού (περί ακατασχέτων πραγμάτων), δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου Δήμου, που ο τελευταίος προέβαλε με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του, μη προσδιορίζοντας το ύψος του συνολικού υφισταμένου στον επίμαχο ως άνω λογαριασμό χρηματικού ποσού, ούτε εάν ο συγκεκριμένος λογαριασμός ήταν ο μοναδικός που διατηρούσε στην άνω τράπεζα ή σε άλλο τραπεζικό ίδρυμα, και έτσι δεν επέτρεψε την κατάσχεση του ποσού των 124.912,93 ευρώ , στερώντας του την αντίστοιχη δικαστική προστασία, κατά παραβίαση της ως άνω διατάξεως αλλά και εκείνων των άρθρων 94 παρ.4εδ.β, 25 παρ.1 του Συντ/τος".

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση στον οικείο κανόνα δικαίου (άρθρο 4 παρ.1 ν 3068/2002) στοιχεία, που συνίστανται στην παράθεση των επί μέρους χρηματικών ποσών και του ειδικού δημοσίου σκοπού για την εξυπηρέτηση του οποίου ένα έκαστο εξ αυτών είχε ταχθεί καθώς και στη μνεία ότι αυτά συμπεριλαμβάνονταν στο συνολικό χρηματικό ποσό των 211.764,91 ευρώ, που διατηρούσε κατατεθειμένο ο Δήμος στον τραπεζικό λογαριασμό του στην Τράπεζα ..., το οποίο και κατασχέθηκε από τον αναιρεσείοντα καθ' ου εις χείρας της τελευταίας ως τρίτης και όχι στα επικαλούμενα ως άνω από τον αναιρεσείοντα στοιχεία.

Ειδικότερα δε ως προς την προσβαλλόμενη παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 94 και 25 του Συντάγματος ο ως άνω λόγος (όπως και ο πέμπτος λόγος κατά το μέρος που αφορά την επίκληση παραβιάσεως του άρθρου 94 του Συντάγματος) είναι και αόριστος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει σε ποιο συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών υπέπεσε το Εφετείο υπό τις παρατιθέμενες παραδοχές.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ224/2016).

Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 19 (όχι του αρ.8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι "στέρησε την απόφασή του από την αναγκαία αιτιολογία, άλλως ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα του τραπεζικού λογαριασμού του αναιρεσίβλητου δήμου που κατέσχεσε αναγκαστικώς εις χείρας της ., καθόσον δεν ανέφερε αν περιέχονταν σ' αυτόν και ποσά από την ιδιωτική του περιουσία ή ποσά προορισμένα μόνο για την εξυπηρέτηση δημοσίων σκοπών, μη αιτιολογώντας πως τα επίδικα ως άνω έγγραφα επαρκούν προς απόδειξη, χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση αντιγράφου κίνησης του λογαριασμού και χωρίς αναφορά του συνολικού ύψους του κατατεθειμένου ποσού".

Όμως υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του για το ουσιώδες ζήτημα περί του χαρακτήρα των επί μέρους χρηματικών ποσών ως εξυπηρετούντων δημοσίους σκοπούς και της εξαιρέσεως εντεύθεν της αναγκαστικής των κατασχέσεως, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου (άρθρο 4 παρ.1 ν3068/2002).

Επομένως ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού, αφού οι προβαλλόμενες ως άνω, ελλείψεις δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αλλά αιτιάσεις αναγόμενες στη στάθμιση και την ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος εν γένει και δεν ιδρύουν τον άνω λόγο αναιρέσεως.

Επειδή, με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται Όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλομΑΠ 25/2003, ΟλομΑΠ 3/1997, ΟλομΑΠ 11/1996).

Υπό την έννοια δε αυτή, πράγμα αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, αφού αποτελεί παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως που θεμελιώνει την έφεση (ΑΠ 1640/2009). Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλομΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλομΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2008).

Εξ άλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής που υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' εκείνη, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει η αοριστία της αγωγής να προταθεί νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το γεγονός δε τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 16/2000). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο (κατά το πρώτο σκέλος του) ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη ότι υπέπεσε στην εκ των αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί αοριστίας του άνω (δευτέρου) λόγου ανακοπής .λόγω " μη αναφοράς του συνολικού ποσού των ακατασχέτων, μη προσδιορισμού του αριθμού του λογαριασμού και μη μνείας περί του εάν πρόκειται για το μοναδικό λογαριασμό που τηρεί ο αναιρεσίβλητος στην εν λόγω ή άλλη τράπεζα".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ' όσον από τις παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ερεύνησε δε και έκρινε νόμιμο και εντεύθεν ορισμένο τον επίμαχο λόγο ανακοπής, τον οποίον εν συνεχεία δέχθηκε και κατ' ουσίαν.

Συνεπώς δεν συνέτρεχε ζήτημα κηρύξεως απαραδέκτου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Εξάλλου ο αυτός, ως άνω λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος καθώς και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως (κατά το δεύτερο σκέλος του), με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 10 (και όχι 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι "δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της παρούσας δίκης χωρίς απόδειξη και ειδικότερα (δέχθηκε) ότι στον επίδικο διατηρούμενο από τον Δήμο ...

στην Τράπεζα ... λογαριασμό που κατασχέθηκε από τον αναιρεσείοντα εις χείρας της τελευταίας ως τρίτης, συμπεριλαμβάνονταν και τα εν λόγω ακατάσχετα χρηματικά ποσά, χωρίς την προσκόμιση από τον ανακόπτοντα Δήμο αντιγράφου κινήσεως του άνω λογαριασμού για το συνολικώς κατατεθειμένο κεφάλαιο του", τυγχάνουν επίσης αβάσιμοι, πέραν του αλυσιτελούς αυτών ενόψει εφαρμογής του άρθρου 24 του ν.496/1974 όσον αφορά την απεικόνιση (βεβαίωση κατά νόμον) των οικονομικών στοιχείων των ΟΤΑ.

Τέλος κατά το πρώτο σκέλος του ο τρίτος αναιρετικός λόγος με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι "δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί μη προσδιορισμού του ύψους του συνολικού κεφαλαίου του επίδικου λογαριασμού κατά το χρόνο της κατάσχεσης και περί παράλειψης μνείας εάν ο συγκεκριμένος λογαριασμός είναι ο μοναδικός που ο αναιρεσίβλητος διατηρεί στην άνω τράπεζα ή σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα" (που συνιστά παραλλαγή του πρώτου σκέλους του δευτέρου αναιρετικού λόγου) είναι ωσαύτως αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι τον έλαβε υπόψιν και τον απέρριψε.

Πέραν των ανωτέρω ο ισχυρισμός αυτός (περί αναγκαιότητας αναφοράς του συνολικώς κατατεθειμένου στον επίδικο ή σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό ποσού) δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον στη συγκεκριμένη υπόθεση ενδιέφερε και αρκούσε ο προσδιορισμός ενός εκάστου χρηματικού ποσού (ειδικού σκοπού) προορισμένου δηλαδή για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων αναλυτικώς αναφερομένων δημοσίων σκοπών που συμποσούνται στο ποσό των 124.912,93 ευρώ, ως προς το οποίο η επιβληθείσα εις χείρας της τραπέζης ως τρίτης ακυρώθηκε.

Ως εκ τούτου ο άνω λόγος τυγχάνει επιπλέον. Και αλυσιτελής.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου αλλά, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ751/2017).

Εν προκειμένω, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι: "στήριξε την κρίση του περί του χαρακτήρα των επίμαχων ως άνω χρηματικών ποσών ως ακατασχέτων (ταχθέντων προς εξυπηρέτηση ειδικού δημοσίου σκοπού), αποκλειστικά στις προσκομισθείσες από 12-12-2011 (πέντε) Καταστάσεις Παρακολούθησης Πηγών Χρηματοδότησης της Οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου ... παραμορφώνοντας το περιεχόμενο τους, καθόσον τους απέδωσε με το αποδεικτικό του πόρισμα διαφορετικό νόημα, αφού δεν προκύπτει από τα έγγραφα το σύνολο του κατατεθειμένου ποσού". Ωστόσο από τις ως άνω παραδοχές δεν προκύπτει ότι το Εφετείο προέβη σε διαγνωστικό σφάλμα του περιεχομένου των άνω εγγράφων, αλλά αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτά (τα επί μέρους χρηματικά ποσά και την παράθεση του (δημοσίου) σκοπού για τον οποίο έκαστο εξ αυτών ήταν προορισμένο να διατεθεί, συνήγαγε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος τυγχάνει αβάσιμος.

Τέλος με τον έβδομο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με το να δεχθεί ότι ".. .το απομένον στον επίδικο λογαριασμό του ανακόπτοντος δήμου, ποσό των 32.669,81 ευρώ που βεβαιώνεται στο από 12-12-2011 έγγραφο της ταμειακής υπηρεσίας του συνιστούσε ποσό για την εξυπηρέτηση ειδικού δημοσίου σκοπού γιατί αποτελούσε υπόλοιπο εκ του συνολικού ποσού των 55.300 ευρώ, προορισμένου για τη μισθοδοσία των μονίμων υπαλλήλων του ΚΕΠ), εσφαλμένα δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης στον κανόνα της παρ.2 του άρθρου 4 του ν.3602/2002 , αλλά σε εκείνον της παρ.2 του άρθρου 1 του ίδιου ως νόμου, καθόσον το επίμαχο ως άνω ποσό "δεν είναι μισθός, ο λογαριασμός δεν ήταν μισθοδοτικός, ούτε τα έγγραφα της οικονομικής υπηρεσίας αποδεικνύουν το αντίθετο". Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα. Πέραν τούτου δε τυγχάνει και αβάσιμος, καθόσον υπό τις ως άνω παραδοχές ορθά το Εφετείο εφάρμοσε την παρ. 2 του άρ.4 του ν.3068/2002 που ήταν εφαρμοστέα και όχι εκείνη του άρθρου 1 παρ.2 του ν.3068/2002 (που αναφέρεται στην υποχρέωση συμμόρφωσης του Δημοσίου, των ΟΤΑ κ.λ.π προς τις δικαστικές αποφάσεις και περί του ποιοι εκτελεστοί τίτλοι δεν θεωρούνται δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια της άνω διατάξεως) και δεν ετύγχανε εφαρμογής εν προκειμένω.

Επειδή τόσο το Ν.Δ 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (ΦΕΚ Α 204), ορίζει στην παρ. 2 του άρθρου 7 αυτού ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής", όσο και το (όμοιο) άρθρο 21 του δ/τος της 26- 6/10-7-1944 περί του Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως....

Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής", νοουμένης ως τοιαύτης της καταψηφιστικής. Εξάλλου, στο άρθρο 304 του Π.Δ.410/1995 (και ήδη άρθρο 276 παρ.1 του Ν.3463/2006) ορίζονται, εκτός άλλων, και τα εξής: "Οι Δήμοι και οι Κοινότητες έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο δημόσιο", μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται και το ως άνω προνόμιο του άρθρου 21 του δ/τος της 26-6/10-7- 1944, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 109 του ΕισΝΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι "εξακολουθούν να ισχύουν οι ειδικές διατάξεις που κανονίζουν διαφορετικά το ποσοστό ή την έναρξη του τόκου ως προς τις οφειλές ή τις απαιτήσεις του δημοσίου, των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και ως ειδικό κατισχύει των διατάξεων του ΑΚ.

Ωσαύτως, κατά το άνω αρθρ.276 παρ.3 (του ν.3463/06) ο τόκος (νόμιμος και υπερημερίας) κάθε οφειλής των Ο.Τ.Α. ανέρχεται στο ποσοστό που ορίζεται για τις αντίστοιχες οφειλές του Δημοσίου. Εξ' ετέρου, η άνω διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1 και 2, 20 παρ.1, 25 παρ.1, 28 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-3-1950, 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, διότι η θεσπισθείσα από αυτήν, κατά παρέκκλιση των άρθρων 221 παρ. 1γ' ΚΠολΔ και 345, 346 ΑΚ, υποχρέωση καταβολής τόκων από το Δημόσιο μόνον από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής, δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ώστε οι εκπρόσωποι και τα λοιπά αρμόδια όργανα αυτού να αντιλαμβάνονται αμέσως την έκταση των εναντίον τους απαιτήσεων και να ενεργούν ταχέως για την αντιμετώπισή τους, περαιτέρω δε με την παρέκκλιση αυτήν δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας που εξασφαλίζει το άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α.

σε κάθε πρόσωπο. Ειδικότερα, το ζήτημα της συνταγματικότητας των άνω διατάξεων κρίθηκε ήδη από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, το οποίο, με την 25/2012 απόφασή του, έκρινε ότι , εισάγεται επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου προνομιακή μεταχείριση, η οποία αποβλέπει στην ορθή άσκηση της δημόσιας εξουσίας μέσω της διαφυλάξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, με σκοπό την εκπλήρωση των, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, υποχρεώσεών του έναντι των πολιτών.

Την ως άνω 25/2012 απόφαση του ΑΕΔ, ακολούθησε η 2/2014 απόφαση της Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά και οι 115/2014, 482/2018 της Ολομελείας του ΣτΕ, κρίνοντας ότι η άνω διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1, 28 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ίδιας Σύμβασης (ΕΣΔΑ) και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, (ΑΠ798/2019,ΣτΕ2678/2019, ΣτΕ1210/2019, ΑΠ 725/2018, ΑΠ 595/2017).

Εν προκειμένω , το Εφετείο, όσον αφορά τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής, με τον οποίον ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσίβλητος) Δήμος Τεμπών ισχυρίσθηκε ότι στις από 24-11-2011 ως ανωτέρω επιταγές προς πληρωμή (δυνάμει των οποίων επιβλήθηκε εις χείρας της EUROBANK ως τρίτης η ως άνω αναγκαστική σε βάρος του οικείου τραπεζικού λογαριασμού του κατάσχεση) περιλαμβάνονται (παρανόμως) τόκοι υπερημερίας που υπερβαίνουν το προβλεπόμενο από τις οικείες ως άνω διατάξεις για το δημόσιο και τα νπδδ επιτόκιο ύψους 6%, δέχθηκε (κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος) τα ακόλουθα: "...ο πρώτος λόγος της ανακοπής είναι παραδεκτός και νόμιμος.. .αποδεικνύεται δε.. .και ουσιαστικά βάσιμος, διότι στο διατακτικό των με αριθμούς 159 και 163/2008 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που αποτελούν τους εκτελεστούς τίτλους της επίδικης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης αναφέρεται ότι τα επιδικασθέντα κεφάλαια ποσού 46.238,04 και 43.507,85 ευρώ, αντιστοίχως οφείλονται με το "νόμιμο" τόκο, ενώ στο αιτιολογικό τους δεν περιλαμβάνεται ιδιαίτερη σκέψη για τη νομική βάση υπολογισμού των τόκων υπερημερίας, πλην του ότι το σχετικό αίτημα στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 910 και 346 ΑΚ, τα οποία όπως ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσιεύσεως των ως άνω αποφάσεων, αναφέρονται γενικά στο ότι ο οφειλέτης χρηματικής παροχής οφείλει "νομίμους τόκους" υπερημερίας...οι νόμιμοι τόκοι υπερημερίας στην προκειμένη περίπτωση υπολογίζονται βάσει του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ496/1974, που ορίζει το "νόμιμο" επιτόκιο υπερημερίας για τα ν.π.δ.δ, όπως το ανακόπτον, ζητήματα τα οποία καλύπτονται, άλλωστε από το δεδικασμένο που απορρέει από τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις εφόσον αυτές έχουν καταστεί τελεσίδικες...

Συνεπώς, οι οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας για το επιδικασθέν κεφάλαιο των 46.238,04 ευρώ ανέρχονται για το χρονικό διάστημα από 20-12-2003 έως 30-11-2011 στο συνολικό ποσό των 20.883,76 ευρώ και για το επιδικασθέν κεφάλαιο των 43.507,85 ευρώ ανέρχονται για το χρονικό διάστημα από 20-12-2003 έως 30-11-2011 στο συνολικό ποσό των 20.883,76 ευρώ, όπως βάσιμα ισχυρίσθηκε το ανακόπτον με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του.

Σημειώνεται η ως άνω διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ 496/1974,...δεν αντίκειται στα άρθρα 4,παρ.5,17 παρ.1, 20 παρ.1, 25 παρ.1 εδ.δ' του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 2 παρ.3 περ.α', β' και 14 παρ.1 του ως άνω Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης".

Ακολούθως , το Εφετείο, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε που, κατά παραδοχή του άνω λόγου ανακοπής, ακύρωσε α) τις από 24-11-2011 (δύο) επιταγές προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου των με αρ. 159/2008 και 163/2008 αποφάσεων του Μον/λούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κατά τα ποσά των 15.189,48 και 14.209,16 ευρώ αντιστοίχως, που αφορούν τους νομίμους τόκους του επιτασσομένου κατά τα ανωτέρω ενός εκάστου προς καταβολή ως τοκοφόρου κεφαλαίου και β) την δυνάμει του από 30-11-2011 κατασχετηρίου εγγράφου επιβληθείσα κατάσχεση στα χέρια τρίτου (σε τραπεζικό λογαριασμό του που τηρεί η τράπεζα ...κατά τα ανωτέρω κονδύλια τόκων, συνολικά ποσού 29.398,64 ευρώ) και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος .

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή ότι " οι οφειλόμενοι επί του επιδικασθέντος κεφαλαίου τόκοι υπερημερίας ορθώς υπολογίσθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του νδ496/1974 (ήτοι με μειωμένο επιτόκιο 6%), καθώς και ότι η άνω διάταξη δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, ούτε στις άνω διατάξεις της Ε.Ε", δεν υπέπεσε στην εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παράβαση της εσφαλμένης ερμηνείας και πλημμελούς εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τον όγδοο αναιρετικό λόγο (κατά το πρώτο σκέλος του) που τυγχάνει ως εκ τούτου αβάσιμος.

Κατά το δεύτερο σκέλος του ιδίου ως άνω λόγου, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρ. 16 (και όχι του αρ. 1) άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι "δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου πως ο υπολογισμός των τόκων υπερημερίας κατά ως άνω άρθρο 7 παρ.2 του ν.δ 496/1974 καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από τις 159/2008 και 163/2008 τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης δυνάμει των οποίων επιβλήθηκε η επίμαχη κατάσχεση στον τραπεζικό λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου".

Εφόσον το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς κατά το ως άνω ζήτημα σε περισσότερες από μία επάλληλες κύριες αιτιολογίες υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές και με την αναίρεση δεν πλήττεται αποτελεσματικά η πρώτη εξ αυτών, αφού ο κατ' αυτής στρεφόμενος όγδοος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο σκέλος του κρίθηκε ότι τυγχάνει αβάσιμος, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του προβάλλεται αλυσιτελώς και κρίνεται απαράδεκτος.

Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου μειωμένα κατ' άρθρο 276 παρ. 1,281 παρ.2 του ν.3463/2006, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-10-2018 αίτηση του Ν. Σ. για αναίρεση της 349/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.