Legislator Case Law & Legislation
1001/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against tax debt allocation, remanding case due to insufficient reasoning on individual liability.

Case Number 1001/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding the allocation of tax debts. The appellant argued that the lower court failed to properly address the distinction between joint and individual liability for tax obligations based on specific income years. Consequently, the Court found the lower court's reasoning insufficient and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case if the lower court fails to adequately address substantive legal issues regarding individual liability, thereby preventing effective appellate review.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure tax debt allocation individual liability appeal admissibility remand for retrial joint and several liability insufficient reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 979 of the Code of Civil Procedure
Article 74 of Law 2238/1994
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 181/2018
Case 1840/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1001 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1001/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ….., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/7/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3710/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 877/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/2/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 13-2-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 877/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 3710/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 27-7-2010 ανακοπή της τελευταίας κατά του αναφερόμενου πίνακα κατάταξης, έκανε δεκτή την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, έκανε δεκτή την ως άνω ανακοπή, μεταρρύθμισε τον αναφερόμενο πίνακα κατάταξης, απέβαλε απ' αυτόν το αναιρεσείον και κατέταξε στο αποδεσμευόμενο ποσό την αναιρεσίβλητη. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 979 ΚΠολΔ οι λόγοι της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον αναφέρονται στις απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών, είτε στο δικονομικό δίκαιο, εφόσον αφορούν τη διαδικασία της κατάταξης από την αναγγελία και μέχρι τη σύνταξη του πίνακα.

Από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι, αν ο λόγος ανακοπής συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθ' ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, αρκεί και μόνον η άρνηση αυτή για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, δεδομένου ότι ο καθ' ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.

Στην περίπτωση δηλαδή αυτή ο καθ' ου η ανακοπή βαρύνεται και οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεστεί κατά τρόπο ορισμένο και να αποδείξει την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του, για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της.

Αν ο καθ' ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό να επικαλεστεί και αποδείξει τα παραγωγικά περιστατικά της απαίτησης και του προνομίου του, η ανακοπή γίνεται δεκτή (ΑΠ 108/2018, ΑΠ 129/2018, ΑΠ 1052/2015). Περαιτέρω, ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 2238/1994), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (οικονομικά έτη 2006 και 2008), όριζε, μεταξύ άλλων, τα εξής : "Άρθρο 5. 1.

Κατά τη διάρκεια του γάμου οι σύζυγοι έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν κοινή δήλωση των εισοδημάτων τους, στα οποία ο φόρος, τα τέλη και οι εισφορές που αναλογούν υπολογίζονται χωριστά στο εισόδημα καθενός συζύγου. Σε αυτή την περίπτωση, το τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα του εισοδήματος του ενός συζύγου δεν συμψηφίζεται με τα εισοδήματα του άλλου συζύγου. 2.

Ειδικά, το εισόδημα του ενός συζύγου, το οποίο προέρχεται από επιχείρηση που εξαρτάται οικονομικά από τον άλλο σύζυγο, προστίθεται στα εισοδήματα του άλλου συζύγου και φορολογείται στο όνομά του...Άρθρο 74....4. Για τους εγγάμους, εφόσον συντρέχει περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 5, η οφειλή για φόρο, τέλη και εισφορές, που αναλογούν στα εισοδήματά τους βεβαιώνεται στο όνομα του συζύγου, η ευθύνη όμως για την καταβολή της οφειλής, που αναλογεί στα εισοδήματα καθενός συζύγου, βαρύνει καθένα σύζυγο χωριστά.

Επίσης, εφόσον συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 5, για την καταβολή της οφειλής, η οποία αναλογεί επιμεριστικά στο εισόδημα που προστίθεται και φορολογείται στο όνομα του ενός συζύγου, ευθύνεται εις ολόκληρον και ο άλλος σύζυγος". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 162/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "...από τον προαναφερόμενο Πίνακα Χρεών που συνοδεύει την ως άνω αναγγελία του Ελληνικού Δημοσίου δια του Προϊσταμένου της ΔΟΥ …., αποδεικνύεται ότι οι αναγγελλόμενες απαιτήσεις με α/α 1 και 2 συνολικού ποσού 10.220,40 ευρώ, έχουν βεβαιωθεί στο όνομα του συζύγου της καθ' ης η εκτέλεση Α.

Γ., στον οποίο ανήκει και το ΑΦΜ ...860 και γι' αυτό στον ως άνω Πίνακα Χρεών στην στήλη ιδιότητα σημειώνεται η λέξη "σύζυγος". Αυτά συνομολογεί και το καθού Ελληνικό Δημόσιο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, (βλ. σελ. 4 των προτάσεων), τις οποίες προσκόμισε ως έχουσα υποχρέωση κατ' άρθρ. 498 παρ.4 του Κ.Πολ.Δ η εκκαλούσα, λόγω της ερημοδικίας του εφεσίβλητου.

Περαιτέρω δε η Α. Γ. εκ μόνης της ιδιότητάς της ως συζύγου του Π. Β., φορολογουμένου με το παραπάνω ΑΦΜ, δεν οφείλει το παραπάνω ποσό το οποίο αποτελεί απαίτηση του καθού Ελληνικού Δημοσίου έναντι του ως άνω Π. Β., ο οποίος έχει αυτοτελή υποχρέωση και βαρύνεται για την καταβολή του, σύμφωνα με όσα στην υπό στοιχ.

III νομική σκέψη αναφέρονται και ενόψει του ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ 2 του Ν. 2238/1994 (ότι οι ως άνω οφειλές προέρχονται από επιχείρηση που εξαρτάται οικονομικά από την σύζυγο του)...Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω αποδεικνύεται η αναγγελθείσα απαίτηση της ανακόπτουσας, κατά της καθής ο πλειστηριασμός, ενώ αντιθέτως δεν αποδεικνύεται η απαίτηση του καθού η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου κατ' αυτής.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο προβαλλόμενος σχετικός λόγος ανακοπής ως βάσιμος κατ' ουσίαν και κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή ως προς το καθού Ελληνικό Δημόσιο και να μεταρρυθμιστεί ο πίνακας, αποβαλλομένου του Ελληνικού Δημοσίου δια του Προϊσταμένου της ΔΟΥ …. για το ποσό των 10.220,40 ευρώ και να καταταγεί η ανακόπτουσα για το ως άνω- ποσό τυχαίως υπό τον όρο τελεσιδικίας της απαιτήσεως της, κατ' άρθον 978 του ΚΠολΔ".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς ελλιπείς αιτιολογίες του ως προς το ζήτημα της υποχρέωσης της καθ' ης η εκτέλεση και οφειλέτριας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου Α. Γ. για την καταβολή των αναφερομένων στην ένδικη αναγγελία αυτού απαιτήσεών του συνολικού ύψους 10.220,40 ευρώ, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 74 παρ. 4 του ν. 2238/1994, όπως ίσχυαν κατά τα οικονομικά έτη 2006 και 2008, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 2 του πιο πάνω νόμου (ότι οι ως άνω οφειλές προέρχονται από επιχείρηση που εξαρτάται οικονομικά από τη σύζυγο του ως άνω Π. Β.), στη συνέχεια κρίνει ότι η πιο πάνω Α. Γ. εκ μόνης της ιδιότητάς της ως συζύγου του ανωτέρω φορολογουμένου δεν οφείλει το παραπάνω ποσό το οποίο αποτελεί απαίτηση του αναιρεσείοντος έναντι τούτου, ο οποίος έχει αυτοτελή υποχρέωση και βαρύνεται με την καταβολή του.

Δεν διευκρινίζεται όμως και δεν παρατίθεται η ακριβής αιτία και ο λόγος δημιουργίας των πιο πάνω αναγγελθεισών απαιτήσεων του αναιρεσείοντος συνολικού ύψους 10.220,40 ευρώ, ούτε επίσης αιτιολογείται γιατί αποκλείεται και δεν ερευνάται η περίπτωση οι εν λόγω απαιτήσεις να προέρχονται από φόρο για εισοδήματα της πιο πάνω καθ' ης η εκτέλεση, ο οποίος βεβαιώθηκε μεν στο όνομα και ΑΦΜ του συζύγου της Π.

Β., αλλά η υποχρέωση καταβολής του κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 4 α' του ν. 2238/1994, όπως ίσχυαν κατά τα οικονομικά έτη 2006 και 2008, βαρύνει την ίδια χωριστά (ατομικά) και ως εκ τούτου υφίστανται κατ' αυτής οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του αναιρεσείοντος. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως γίνεται μνεία των επικαλουμένων και νομίμως προσκομιζομένων από το αναιρεσείον εκκαθαριστικών σημειωμάτων φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και ενιαίου τέλους ακινήτων φυσικών προσώπων των σχετικών οικονομικών ετών, από τα οποία προκύπτει επακριβώς ο φόρος και τα τέλη που αναλογούν στα εισοδήματα καθενός συζύγου και βαρύνουν καθένα απ' αυτούς χωριστά.

Έτσι όμως δεν εκτίθενται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες το δικαστήριο εφάρμοσε, από τις πιο πάνω δε ελλείψεις και ασάφειες αυτής ως προς το εν λόγω κρίσιμο ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, το αν δηλαδή οι ένδικες απαιτήσεις του αναιρεσείοντος βαρύνουν την καθ' ης η εκτέλεση ή το σύζυγό της χωριστά, δημιουργείται αδυναμία αναιρετικού ελέγχου ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 74 παρ. 4 α' του ν.

του ν. 2238/1994, όπως ίσχυαν κατά τα οικονομικά έτη 2006 και 2008. Επομένως, τα όσα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα, καθώς και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης (ΑΠ 181/2018, ΑΠ 1840/2017), καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αφορά σε μέρος της εν λόγω απόφασης και συγκεκριμένα τη διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, η παραδοχή του οποίου (λόγου) οδηγεί σε αποτέλεσμα το οποίο έχει ήδη επέλθει με τη βασιμότητα του προηγούμενου λόγου.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλο δικαστή κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ.

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της, στα όρια όμως του άρθρ. 22 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 877/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ