1001/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1001/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράβαση όμως των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας, δεν ελέγχεται με τον παραπάνω λόγο αλλά μπορεί να θεμελιώνει κάποιον από τους λόγους των αριθμών 2-18 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 731/2014, ΑΠ 807/1994). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Full text
Απόφαση 1001 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1001/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Σταματίου, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: 1)Ιδιωτικής ανώνυμης εταιρείας παροχής υπηρεσιών και συστημάτων ασφαλείας με την επωνυμία "... A.E.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μανώλη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 978/2014 του ίδιου δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 14792/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 1149/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/6/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 23.6.2017 αίτηση προσβάλλεται η 1149/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την απόφαση αυτή, αφού έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 14.792/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφανίστηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, απορρίφθηκε η αναφερόμενη κατωτέρω αγωγή του αναιρεσείοντος με αντικείμενο αξιώσεις από άκυρη καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Η αίτηση στρέφεται κατ' απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ' αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους ( άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, μολονότι συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται α) είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, β) είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013 ).
Η παράβαση όμως των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας, δεν ελέγχεται με τον παραπάνω λόγο αλλά μπορεί να θεμελιώνει κάποιον από τους λόγους των αριθμών 2-18 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 731/2014, ΑΠ 807/1994). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο, μέσω δε αυτού ελέγχεται, μεταξύ των άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως της αγωγής ( ΑΠ 388/1997 ) ή των ενδίκων μέσων (Ολ ΑΠ 33/1990, ΑΠ 212/2006 ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στην γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης, Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση των προσθέτων λόγων έφεσης, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο εφετείο αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια.
Ως αναγκαίως δε συνεχόμενα προς τα κεφάλαια που προσβλήθηκαν θεωρούνται οι διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με εκείνες που προσβλήθηκαν είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα είτε γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των "συνεχόμενων" αυτών κεφαλαίων κρίση του εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των κεφαλαίων που προσβλήθηκαν με την έφεση ( ΑΠ 978/2014, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 1094/2009, ΑΠ 230/2001).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 2518/1997, ως επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας θεωρούνται οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, ατομικές ή εταιρικές, οι οποίες παρέχουν σε τρίτους μία ή περισσότερες από τις αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η επιτήρηση ή η φύλαξη κινητών και ακινήτων περιουσιακών αγαθών και εγκαταστάσεων.
Ως προσωπικό ασφαλείας νοείται το προσωπικό, στο οποίο ανατίθεται η άσκηση οποιασδήποτε από τις ως άνω δραστηριότητες. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου, επιχειρήσεις που ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες απαιτείται να κατέχουν ειδική προς τούτο άδεια λειτουργίας, η οποία εκδίδεται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, ύστερα από γνώμη τριμελούς επιτροπής και εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι αναφερόμενες προϋποθέσεις.
Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται η διαδικασία εκδόσεως και ανανεώσεως της άδειας και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια. Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 3 του ανωτέρω νόμου, το προσωπικό ασφαλείας απαιτείται να κατέχει άδεια εργασίας, η οποία εκδίδεται από την Αστυνομική Διεύθυνση του Νομού ή τη Διεύθυνση Ασφάλειας του τόπου κατοικίας του, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 1 αυτού.
Η άδεια εργασίας, όπως και η άδεια λειτουργίας των ως άνω επιχειρήσεων (άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου νόμου), είναι προσωπικές, ισχύουν για πέντε χρόνια και ανανεώνονται για ίσο χρονικό διάστημα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των αρχικών χορηγήσεων. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται η διαδικασία εκδόσεως και ανανεώσεως της άδειας εργασίας και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και ρυθμίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
Ακολούθως, με την 1016/109/149-α/2009 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ Β` 1967/2009) καθορίστηκαν τα δικαιολογητικά και η διαδικασία εκδόσεως της άδειας εργασίας του προσωπικού ασφαλείας. Για τη χορήγηση της τελευταίας αυτής άδειας (άρθρ. 3 παρ. 1 του ν.2518/1997) ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει στο Τμήμα Ασφαλείας και όπου δεν υπάρχει, στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου της κατοικίας του, τα αναφερόμενα εκεί λεπτομερώς δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων, εκτός από την αίτηση, περιλαμβάνονται:
α) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο εγγράφου με το οποίο να αποδεικνύονται τα στοιχεία ταυτότητας του αιτούντος, ειδικότερα δε για τους Έλληνες πολίτες τα στοιχεία ταυτότητας να αποδεικνύονται από το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας ή τη σχετική προσωρινή βεβαίωση της αρμόδιας αρχής ή το διαβατήριο ή την άδεια οδήγησης ή το ατομικό βιβλιάριο υγείας όλων των ασφαλιστικών φορέων.
β) Υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, με την οποία δηλώνεται από τον ενδιαφερόμενο ότι: ι. δεν στερείται των προϋποθέσεων που αναφέρονται στις περ. στ`, η` και θ` της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2518/1997, ιι. δεν κρατείται προσωρινά, ιιι. δεν έχει καταδικαστεί έστω και με οριστική απόφαση ούτε έχει παραπεμφθεί αμετάκλητα σε δίκη για κακούργημα ή για αδίκημα της περίπτωσης γ` της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2518/1997, ιv.
δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι (6) μηνών για έγκλημα του άρθρου 8 του ν. 2518/1997 και για κάθε έγκλημα που τελέστηκε με δόλο. γ) Πιστοποιητικό ψυχιάτρου σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 3418/2005, από το οποίο να προκύπτει ότι δεν πάσχει από οποιασδήποτε μορφής ψυχική νόσο και δεν είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών.
Επιπλέον, η Υπηρεσία παραλαβής των ανωτέρω δικαιολογητικών αναζητά αυτεπαγγέλτως για τον αιτούντα αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης και πιστοποιητικό Πρωτοδικείου ότι δεν τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση. Τα ανωτέρω δικαιολογητικά, μετά τον έλεγχό τους από τις δεχόμενες αυτά Υπηρεσίες, υποβάλλονται στην προϊσταμένη τους Αστυνομική Διεύθυνση ή στη Διεύθυνση Ασφαλείας, κατά περίπτωση, ο δε Διευθυντής αυτών των Υπηρεσιών ελέγχει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του ν. 2518/1997 και ακολούθως εκδίδει απόφαση για τη χορήγηση της αιτουμένης άδειας ή την απόρριψη της αιτήσεως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. γ`, στ`, ζ` και 2 του ίδιου ως άνω ν. 2518/1997, το προσωπικό ασφαλείας οφείλει να χρησιμοποιεί την προβλεπόμενη στολή, εφόσον γίνεται χρήση στολής, να μην θίγει, κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων του, τα κάθε είδους συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των πολιτών και να μην χρησιμοποιεί μέσα και μεθόδους που μπορούν να προκαλέσουν ζημία, βλάβη, ενόχληση σε τρίτους ή να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών.
Τα ανωτέρω έχουν, κατά το άρθρο 1 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου, εφαρμογή και για το προσωπικό οποιασδήποτε ιδιωτικής επιχείρησης, στο οποίο ανατίθεται η φύλαξη και η προστασία των ιδίων αυτής χώρων, αγαθών και εγκαταστάσεων. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η άδεια εργασίας του προσωπικού ασφαλείας εντάσσεται στον προληπτικό έλεγχο του υπαλληλικού προσωπικού από τις αρμόδιες αστυνομικές Αρχές και ανάγεται στην εύρυθμη ανάθεση και εκτέλεση τέτοιων υπηρεσιών, που άπτονται των προστατευόμενων συνταγματικά δικαιωμάτων της προσωπικής ελευθερίας και της ελεύθερης μετακινήσεως και δεν μπορούν να εκτελούνται κατ` απόκλιση από τις ρυθμίσεις και τους περιορισμούς των διατάξεων του ως άνω νόμου χωρίς την εποπτεία και τον έλεγχο των αρμοδίων κατά τόπο αστυνομικών Αρχών.
Το προσωπικό ασφαλείας υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις των εν λόγω Αρχών και να παρέχει σ` αυτές τη συνδρομή του, εφόσον του ζητηθεί, σε περίπτωση εκδηλώσεως εγκληματικής ενέργειας, ενόψει και του ότι η άσκηση των προβλεπομένων δραστηριοτήτων των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής ασφαλείας, δεν θίγει τις αρμοδιότητες των κρατικών Αρχών στους τομείς αυτούς (άρθρο 1 παρ. 4 και 7 του ν. 2518/1997).Επομένως, η καταρτιζόμενη με τον εργοδότη σύμβαση εργασίας, χωρίς ο μισθωτός, στον οποίον ανατίθεται η προαναφερόμενη δραστηριότητα του άρθρου 1 του ν. 2518/1997, να έχει εφοδιαστεί με την απαιτούμενη κατά τον νόμο ως άνω άδεια εργασίας, είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 Α.Κ., διότι αντίκειται στις ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις, που αφορούν τη δημόσια τάξη ( ΑΠ 911/2015, ΑΠ 1320/2008).Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 3, 174, 180 και 648 επ.
Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού ή καταγγέλλοντας την σύμβαση χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν υποχρεούται, ως εκ τούτου, στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, ούτε στην συνέχιση της σχέσης εργασίας, αφού αυτή, μη αναγνωριζόμενη από τον νόμο, δεν μπορεί να εξακολουθήσει χωρίς την θέλησή του (ΑΠ 1211/2017, 918/2017, 911/2015,131/2015, 24/2014, 622/1991).Η ανωτέρω δε ακυρότητα της εργασιακής σύμβασης είναι απόλυτη, διότι οφείλεται σε παράβαση διάταξης που προστατεύει το γενικό συμφέρον, δεν μπορεί να θεραπευθεί με αντίθετη βούληση των συμβαλλομένων και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 183 ΑΚ, η εργασιακή σύμβαση που είναι άκυρη λόγω της έλλειψης αδείας εργασίας του ενάγοντος μισθωτού λόγω μη ανανέωσης αυτής, είναι δυνατόν να επικυρωθεί από τους συμβαλλομένους, όταν ο μισθωτός εφοδιαστεί με άδεια εργασίας ή προβεί στην ανανέωση της υπάρχουσας αδείας εν γνώσει του γεγονότος τούτου από τον εργοδότη, ο οποίος συναινεί στη συνέχιση της αποδοχής των υπηρεσιών του μισθωτού.
Η επικύρωση δε αυτή, η οποία μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά, αποτελεί κατάρτιση νέας δικαιοπραξίας, δηλαδή νέας έγκυρης σύμβασης εργασίας, η οποία σε περίπτωση αμφιβολίας, δηλαδή εφόσον δεν συνάγεται αντίθετη βούληση των συμβαλλομένων, ενεργεί αναδρομικά ( ΑΠ 89/1999, ΑΠ 1291/1994)). Από τον χαρακτήρα δε της επικύρωσης ως νέας σύμβασης, προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση αυτής είναι η σύμπτωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων για επικύρωση της άκυρης σύμβασης.
Από τα παραπάνω παρέπεται, ότι η έγκυρη επικύρωση προϋποθέτει ότι οι συμβαλλόμενοι που επικυρώνουν γνωρίζουν την ακυρότητα της σύμβασης και συνεπώς δεν υπάρχει βούληση επικύρωσης, όταν αυτοί θεωρούν ότι η σύμβαση έχει καταρτιστεί έγκυρα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο τούτο για την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και τώρα αναιρεσείων με την ένδικη από 15.10.2012 αγωγή του, την οποία άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίστηκε ότι την 1.3.2004 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και προσέφερε έκτοτε σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως φύλακας μέχρι 16.7.2012, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση και τον απέλυσε χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.
Με βάση δε το ιστορικό αυτό και ύστερα από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος που αφορά τους μισθούς υπερημερίας, ζήτησε, αφού αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του και να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας και για χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης τα αναφερόμενα εκεί ποσά.
Το ανωτέρω Ειρηνοδικείο με την 978/2014 απόφασή του κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την 14799/2015 απόφασή του απέρριψε το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης και δέχθηκε κατά τα λοιπά την αγωγή. Ακολούθως, ύστερα από την άσκηση από την εναγομένη έφεσης και προσθέτων λόγων έφεσης, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη εδώ 1149/2017 απόφαση, δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, εξαφάνισε την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε κατ' αρχήν ότι ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη επικαλέστηκε ακυρότητα της επίδικης σύμβασης εργασίας, αφορά (ανάγεται) στο κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, με το οποίο αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης αυτής, κεφάλαιο που προσβάλλεται με την έφεση, και ότι παραδεκτά, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε για πρώτη φορά στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, διότι προαποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από την εναγομένη με επίκληση ...645461/2-β και ...510927/3-α αντίγραφα αδειών εργασίας του ενάγοντος καθώς και από δικαστική ομολογία του τελευταίου.
Στη συνέχεια, ερευνώντας την υπόθεση στην ουσία, δέχθηκε ότι ο ενάγων ήταν αρχικά εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, η οποία όμως έληξε στις 17.9.2008 και δεν ανανεώθηκε μέχρι την 3.9.2010, οπότε εκδόθηκε νέα άδεια εργασίας με διάρκεια ισχύος μέχρι 3.9.2015, ότι συνεπώς κατά το διάστημα από 17.9.2008 έως 3.9.2010 δεν είχε αυτός τέτοια άδεια, η έλλειψη της οποίας είχε ως συνέπεια την ακυρότητα της εργασιακής του σύμβασης και να διατελεί έκτοτε ο ενάγων σε απλή σχέση εργασίας προς την εναγομένη, και ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί θεραπείας αναδρομικά, με επικύρωση, της παραπάνω ακυρότητας, δεδομένου ότι - κατά τις ειδικότερες για το ζήτημα αυτό παραδοχές της προσβαλλομένης - κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίστηκε από τον ενάγοντα, που να επιβεβαιώνει γνώση της εναγομένης για τη έλλειψη της άδειας εργασίας του, ενώ ο αντίθετος- αρνητικός ισχυρισμός της εναγομένης ενισχύεται και από το γεγονός ότι τα προαναφερόμενα ...645461/2-β και ...510927/3-α αντίγραφα αδειών εργασίας του ενάγοντος, τα οποία αυτή προσκόμισε για πρώτη φορά στο Εφετείο, περιήλθαν στην κατοχή της στις 21.7.2016, δηλαδή μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, ύστερα από σχετική αίτησή της προς την Δ/νση Ασφαλείας Θεσσαλονίκης και παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, εάν δε αυτή γνώριζε την ανωτέρω έλλειψη και την συνακόλουθη ακυρότητα, δεν υπήρχε κανένας λόγος να μη την προβάλει κατ' ένσταση στον πρώτο βαθμό.
Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές, δέχθηκε περαιτέρω ότι, καταγγέλλοντας η εναγομένη τη σύμβαση χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, δεν κατέστη υπερήμερη και δεν υποχρεούται συνακόλουθα στην καταβολή μισθών υπερημερίας ούτε στη συνέχιση της εργασιακής σχέσης. Ήδη, ο αναιρεσείων με τον πρώτο, κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλη, λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη, κρίνοντας ότι ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων έφεσης παραδεκτά ασκήθηκε, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πρόκειται για παραβίαση κανόνα δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς, όπως προαναφέρθηκε, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος. Αλλά και ως λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου αν ήθελε εκτιμηθεί ο ανωτέρω ισχυρισμός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο διότι ο αναφερόμενος πιο πάνω πρόσθετος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο ( σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 6 ΚΠολΔ ) ακυρότητα της επίδικης σύμβασης εργασίας, σε κάθε περίπτωση αφορά κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης που συνέχεται αναγκαίως με το κεφάλαιο αυτής, το οποίο αφορά την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της εν λόγω σύμβασης (και τη συνακόλουθη υποχρέωση της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας) και προσβλήθηκε με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, αφού η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού προϋποθέτει την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας και, συνεπώς, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, σε περίπτωση που η σύμβαση είναι άκυρη, δεν υπάρχει υποχρέωση για παροχή και δεν τίθεται ζήτημα υπερημερίας του εργοδότη.
ΙΙΙ. Όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, υπάγεται και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο εάν αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων αυτών προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ ΑΠ 8/2006, ΑΠ 1002/2017 ΑΠ 951/2015, ΑΠ 426/2014, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1652/2009). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο:
α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος ( ΑΠ 414/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014). Ο προσδιορισμός της διάταξης ουσιαστικού δικαίου πρέπει να γίνεται ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 113/2011), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 120/2017, ΑΠ 1040/2010, ΑΠ 651/2010, ΑΠ 649/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο - κατά το δεύτερο σκέλος του - και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι α) το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τον οποίο η εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη γνώριζε ότι δεν είχε ανανεωθεί η άδεια εργασίας του κατά το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, παραβιάζοντας έτσι (προκειμένου - κατά τον ως άνω αναιρετικό λόγο - να εμφανιστούν ως αληθινοί οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης ότι για πρώτη φορά μέσω ανωνύμου τηλεφωνήματος έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού ) τα διδάγματα της κοινής πείρας "που αφορούν το γεγονός ότι για να έχει ένα αποδεικτικό στοιχείο αυτού του είδους δύναμη απόδειξης, πρέπει να κατονομάζεται ο παρέχων την πληροφορία " και β) δεδομένου ότι το αναφερόμενο νομοθετικό πλαίσιο, που διέπει τη λειτουργία και τις προϋποθέσεις αδειοδότησης εταιρειών παροχής υπηρεσιών φύλαξης, είναι αυστηρό, "...
η υιοθέτηση από την αναιρεσιβαλλομένη της άποψης ότι είναι δυνατόν μια εταιρεία, όπως αυτή της αναιρεσίβλητης, με τόσες υποχρεώσεις οι οποίες τίθενται από το ανωτέρω αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο να απασχολεί προσωπικό για το οποίο δεν ενδιαφέρθηκε ... από τον Σεπτέμβριο του έτους 2008 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2010 να μάθει εάν ανανέωσε την άδεια εργασίας του ...παραβιάζει ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ...".
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω της προφανούς αοριστίας τους (δεν αναφέρεται στην πρώτη περίπτωση ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ή η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου κλπ ) αλλά και διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ` αυτόν των πραγματικών περιστατικών.
ΙV. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ) αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110§2 ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ( ΑΠ 104/2017 ΑΠ 98/2017). Επομένως, ο λόγος αυτός ιδρύεται και σε περίπτωση παραδοχής ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή έρευνας κεφαλαίου εκτός των ορίων της έφεσης και της αντέφεσης (ΑΠ 1410/1998). Προς τους ισχυρισμούς δε που δεν προτάθηκαν εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (ΑΠ 714/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης παραπονείται κατά της προσβαλλομένης, διότι, όπως ισχυρίζεται, με το να δεχθεί αυτή ότι ο πρόσθετος λόγος έφεσης που αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας παραδεκτά ασκήθηκε, μολονότι δεν αφορούσε κεφάλαιο που προσβλήθηκε με την έφεση, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως εκτέθηκε ήδη στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, ο επίμαχος πρόσθετος λόγος έφεσης αφορά κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης που συνέχεται αναγκαίως με το κεφάλαιο αυτής, το οποίο αφορά την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της εν λόγω σύμβασης και που προσβλήθηκε πράγματι με τον δεύτερο λόγο της έφεσης.
V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 529 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ, το οποίο ισχύει και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ( άρθρο 591 ΚΠολΔ ), στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ` αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ` έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σ` αυτό, αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 692/2017, ΑΠ 1356/2017).
Όταν το εφετείο λαμβάνει υπόψη του και συνεκτιμά τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά ενώπιον του, περιλαμβανόμενα στη γενική έκφραση " νόμιμα προσκομιζόμενα με επίκληση", αποκρούει από τα πράγματα την από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια μη προσκόμισή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική προς τούτο αιτιολογία.
Η κρίση του δε αυτή, όπως προαναφέρθηκε, ως αναγόμενη σε πράγματα (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 175/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη και τις ακόλουθες αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ.11 περ. α' και β'ΚΠολΔ και συγκεκριμένα α) με τον δεύτερο - κατά το πρώτο του σκέλος - λόγο αναίρεσης, ότι παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε τα αναφερόμενα στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας αντίγραφα των αδειών εργασίας του ενάγοντος, ενώ έπρεπε να τα αποκρούσει ως απαράδεκτα είτε λόγω στρεψοδικίας είτε λόγω βαριάς αμέλειας και β) με τον τέταρτο λόγο, ότι παραβίασε την ίδια ως άνω διάταξη, διότι έλαβε υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα, μολονότι "...
προσκομίστηκαν εκπρόθεσμα στο Εφετείο, για πρώτη φορά μέσω του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της έφεσης...". Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως εκτέθηκε στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας, με τις διατάξεις του άρθρου 529 ΚΠολΔ εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ` έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, η κρίση δε του Εφετείου για το παραδεκτό ή μη της προσκομίσεως για πρώτη φορά ενώπιον του αποδεικτικών μέσων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης για παραβίαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 529 παρ.2 ΚΠολΔ.
Σε κάθε άλλωστε περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι, εάν η εναγομένη γνώριζε ότι ο ενάγων δεν είχε ανανεώσει την άδεια εργασίας του, δεν υπήρχε κανένας λόγος να μην προβάλει κατ' ένσταση την ακυρότητα της εργασιακής σύμβασης στον πρώτο βαθμό, και έτσι απέκρουσε από τα πράγματα την από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια της εναγομένης μη προσκόμιση των ανωτέρω κρίσιμων εγγράφων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
VΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης " ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 886/2017, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), το τελευταίο έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτήν, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής (βλ σελ. 9η της προσβαλλομένης), προκειμένου να καταλήξει στην ουσιαστική κρίση του ότι η εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος ήταν άκυρη, διότι στις 17.9.2008 έληξε η διάρκεια ισχύος της άδειας εργασίας αυτού και δεν ανανεώθηκε μέχρι 3.9.2010, και ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί επικυρώσεως της άκυρης αυτής σύμβασης, αφού, κατά τα ειδικότερα εκεί εκτιθέμενα, δεν επιβεβαιώθηκε γνώση της εναγομένης για την έλλειψη ( μη ανανέωση) της άδειας εργασίας.
Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι κατέληξε στην προαναφερόμενη κρίση, χωρίς να διατάξει απόδειξη για τη γνώση ή άγνοια της εναγομένης αναφορικά με την ανωτέρω έλλειψη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό (κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα) έγγραφο, περιεχομένου προφανώς διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Για την στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να στήριξε την επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (ΑΠ 1440/2002, ΑΠ 627/2003). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, όταν το έγγραφο απλώς συνεκτιμήθηκε με άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται ειδικά το ίδιο, ως προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 506/1988, ΑΠ 686/2005).
Επίσης ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στην περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει, έστω και εσφαλμένα, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 828/2010).
Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού, πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο και μάλιστα "αυτολεξεί", ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π. 444/2016 και 9/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας αδειών εργασίας και απέδωσε σ' αυτές αποδεικτική δύναμη,την οποία δεν είχαν, αναφορικά με τη γνώση ή άγνοια της εναγομένης για την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος.
Ο λόγος ωστόσο αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια ("αυτολεξεί"), όπως έπρεπε, το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτά το Δικαστήριο, και πάντως ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι δεν αποδείχθηκε γνώση της εναγομένης για την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ύστερα από αξιολόγηση και συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και δεν στήριξε την κρίση αυτή αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ανωτέρω έγγραφα.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).Για να είναι δε ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός που προτάθηκε και τα πραγματικά περιστατικά στα οποία αυτός θεμελιώνεται και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίστανται και από πού προκύπτουν (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τελευταίο, χωρίς αρίθμηση, λόγο αναίρεσης της ένδικης αίτησης ισχυρίζεται επί λέξει ότι "... η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, δοθέντος ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και πάσχει λόγω εκ πλαγίου παραβίασης ερμηνευτικών κανόνων δικαίου". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως παντελώς αόριστος, αφού δεν αναφέρονται ούτε οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκαν, ούτε οι ουσιώδεις αυτοτελείς ισχυρισμοί που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ούτε οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ ουδόλως εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές.
Μετά τις ανωτέρω σκέψεις, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, να συμψηφιστούν δε αυτά κατά το υπόλοιπο λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 106, 179, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινόμενη από 23.6.2017 αίτηση του Ι. Μ. για αναίρεση της 1149/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το οποίο ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ