Legislator Case Law & Legislation
1001/2015 AI generated

1001/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1001/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1001/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1001 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1001/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραγιάννη, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ’ αριθμ. 134/2014 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1620/2008 εν μέρει οριστική και 75/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5296/2011 μη οριστική και 7359/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-6-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 30-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με τα αγωγικά κονδύλια της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ) και της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά στο ζήτημα της, συνεπεία του ένδικου τραυματισμού στο επίδικο τροχαίο ατύχημα, ανικανότητας προς εργασία του ενάγοντος πεζού και ήδη αναιρεσείοντος: "...Από το ένδικο τροχαίο ατύχημα (αδικοπραξία) ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται κατά νόμον (ΑΚ 299, 932) εύλογη χρηματική ικανοποίηση.

Η ικανοποίηση αυτή ανέρχεται, ενόψει, ιδίως, των συνθηκών υπό τις οποίες επήλθε το ατύχημα, του είδους και της εκτάσεως των σωματικών βλαβών του, των ποσοστών 15% της αναπηρίας του εξαιτίας του ατυχήματος και 15% της επιδεινώσεως συνεπεία αυτού της υγείας του ώστε να τυγχάνει ήδη ολικώς και μονίμως ανίκανος σε ποσοστό 60% τουλάχιστον να μετέρχεται το επάγγελμα του εργάτη σε συνεργείο καθαρισμού, με το οποίο απασχολείτο έως τον χρόνο του ατυχήματος, ή άλλο παρεμφερές, της αποκλειστικής υπαιτιότητος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου για το οποίο ευθύνεται το εναγόμενο, της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως του ενάγοντος και των δεδομένων της ανθρώπινης εμπειρίας στο ποσό των 15.000 ευρώ και όχι στο μικρότερο ποσό των 10.000 ευρώ που εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 1620/2008 απόφασή του, όπως βάσιμα υποστηρίζει με τον σχετικό λόγο της από 9-6-2010 εφέσεώς του ο ενάγων, αβάσιμα δε το εναγόμενο με τον περί του αντιθέτου λόγο της από 10-11-2010 εφέσεώς του.

Τέλος, πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα εύλογη πρόσθετη και αυτοτελής αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 931 ΑΚ, διότι η προκληθείσα σ’ αυτόν, κατά τα προεκτεθέντα, αναπηρία επιδρά στο κοινωνικό και οικονομικό μέλλον του, αφού έχει καταστεί ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία. Έτσι, μειονεκτεί ως άτομο έναντι των υπολοίπων, αφού η εν λόγω αναπηρία του επιδρά αρνητικά στην προσωπικότητά του και την επαγγελματική του απασχόληση.

Η εν λόγω αποζημίωση, ανέρχεται, με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας του αφενός και την ηλικία του αφετέρου, στο ποσό των 10.000 ευρώ. Επομένως, ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1620/2008 απόφασή του έκρινε ομοίως, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου σχετικών λόγων των υπό κρίση εφέσεων...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της ανικανότητας προς εργασία του ενάγοντος πεζού και ήδη αναιρεσείοντος, συνεπεία του τραυματισμού του στο επίδικο ατύχημα, η οποία (ανικανότητα) αποτελεί κρίσιμο στοιχείο κατά την επιδίκαση της αιτούμενης χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης αλλά και της, επίσης, αιτούμενης πρόσθετης αποζημιώσεως του άρθρου 931 ΑΚ.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι οι ένδικοι τραυματισμοί του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος πεζού έγιναν επί εδάφους προϋπάρχουσας σπαστικής ημιπάρεσης δεξιών άνω και κάτω άκρων λόγω πολυομυελίτιδας και ότι εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού ο ενάγων αναιρεσείων έχει καταστεί μονίμως ανίκανος κατά ποσοστό 15% και ότι λόγω της προϋπάρχουσας νόσου της πολυομυελίτιδας λόγω της οποίας και των απότοκων χρονίων παθήσεων με την προϊούσα επιδείνωσή τους έχει καταστεί ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία.

Τα δε αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τυγχάνει ήδη ολικώς και μονίμως ανίκανος σε ποσοστό 60% τουλάχιστον να μετέρχεται το επάγγελμα του εργάτη σε συνεργείο καθαρισμού με το οποίο απασχολείτο έως το χρόνο του ατυχήματος ή άλλο παρεμφερές απηχούν κυρίως το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. ...29- 6-2012 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πραγματογνώμονα Γ.

Σ. και επιπροσθέτως συνιστούν αιτιολογία πλεοναστική. Επομένως ο δεύτερος και ο πρώτος λόγος, ο οποίος κατ’ ορθότερη εκτίμηση συνιστά αιτίαση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ και όχι του άρθρου 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ, αφού ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν η αντίφαση υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς την λαβούσα χώρα διάπλαση ή διάγνωση, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν’ απορριφθούν.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονταν στο έγγραφο αυτό. Ως "έγγραφα" για την ίδρυση του παρόντος λόγου θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, ενώ δεν αποτελούν έγγραφα με την παρούσα έννοια εκείνα, στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως οι Εισηγητικές εκθέσεις, οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 5/2011).

Εν προκειμένω ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε την υπ’ αριθμ. ...29-6-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος Ιατρού Ορθοπεδικού Χειρούργου κ. Γ. Κ. Σ., που έκρινε ότι είναι μονίμως ανίκανος προς κάθε εργασία είναι απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το φερόμενο ως "παραμορφωθέν" έγγραφο και συγκεκριμένα η υπ’ αριθμ. ...29-6-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος Ιατρού Ορθοπεδικού Χειρούργου Γ. Σ. δεν συνιστά "έγγραφο" για την ίδρυση του από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συγκεκριμένου λόγου.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης (άρθρο 932 ΑΚ) και της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και η ορθή εκτίμηση της αγωγής του θα έπρεπε να οδηγήσουν το Εφετείο σε διαφορετικό συμπέρασμα και να του επιδικασθούν μεγαλύτερα ποσά χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ. Ο λόγος αυτός θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον με την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου ως προς τα επιδικασθέντα ποσά της χρηματικής ικανοποίησης και της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα στο διατακτικό. Πρέπει δε να λεχθεί ότι η παροχή του ευεργετήματος της πενίας ή της παροχής νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 198 επ. ΚΠολΔ και 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", αντίστοιχα, δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έτυχε του ευεργετήματος της πενίας ή έλαβε τη νομική βοήθεια, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος πενίας ή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 1419/2000, ΑΠ 1403/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-6-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7359/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ