Legislator Case Law & Legislation
1001/2010 AI generated

1001/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1001/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Ιουνίου 2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6623/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 730/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1001/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζεται, ότι "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση".

Keywords

AI generated
bank charges levies and loans loan for consumption instalment payment agreement capacity to incur bill liability obligation to pay
AI generated
61/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2003 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2007 του Εφετείου Λαμίας.
674/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2011 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1605/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4991/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/6/2017 αίτησή τους.
1711/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
191/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
754/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1001 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1001/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", όπως μετονομασθηκε η (πρώην) Τράπεζα με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", - (πρώην) Τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκκαλιάρη-Γιατρά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. εταιρίας με την επωνυμία "UNITASCO ΕΠΕ" (Γιουνιτάσκο ΕΠΕ), που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ψ2, 3. Ψ3, κατοίκων ..., 4. Ψ4, κατοίκου ... και 5. Ψ5, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Κουκούτση, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Ιουνίου 2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6623/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 730/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 27 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός κατά ένα μέρος ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης και ν' απορριφθούν κατά τα λοιπά οι λόγοι της αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως είχε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β του ν. 2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, χορηγεί, εκτός των άλλων, δάνεια.

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές".

Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζεται, ότι "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση".

Η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 του ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Η ανωτέρω παράγραφος στην αρχική της διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο "υπέρμετρη διατάραξη" της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας, η οποία ομιλεί για "σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών".

Στενή γραμματική ερμηνεία του όρου "υπέρμετρη διατάραξη" θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) και συνεπώς σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη της σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιβάλλει, ο όρος "υπέρμετρη διατάραξη" να εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος, ότι σημαίνει "ουσιώδη ή σημαντική" διατάραξη.

Η ανάγκη αυτή εναρμονισμένης δηλαδή προς την οδηγία ερμηνείας, επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο "διατάραξη" και μετά την απάλειψη του όρου "υπέρμετρη" στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β' του ν. 2741/1999 και συνεπώς και μετά την τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου Γ.Ο.Σ.

είναι, η με αυτόν "ουσιώδης ή σημαντική" διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (Ολ.ΑΠ 6/2006). Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ` αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα.

Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται και η υπό το στοιχείο ια', σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή, όπως και η υπό στοιχ.

ε, κατά την οποία καταχρηστικοί είναι και οι όροι που επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης, χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο. Η σωρευτική, εφαρμογή από το δικαστήριο των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, επιβάλλεται και δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου "της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή" είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επί μέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου.

Εξάλλου και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ` αμάχητο τεκμήριο, καταχρηστικότητας, αποτελούν ενδείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις είναι και η αρχή της διαφάνειας, η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επί μέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή, καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της εκ των προτέρων, χωρίς σπουδαίο λόγο, δέσμευσης του καταναλωτή, να μην ασκήσει κατά την λειτουργία και εξέλιξη της σύμβασης, νόμιμα δικαιώματά του έναντι του προμηθευτή.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι Γ.Ο.Σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκειά της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής.

Η σχέση αυτή παροχής κα αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δε λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, σύμφωνα και με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας.

Τέλος, ενόψει του ότι οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αποτελούν εξειδίκευση του βασικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ, ενσωματώνουν κατ` ανάγκη και το πνεύμα του άρθρου 19 ΕισΝΑΚ, που ορίζει ότι η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ εφαρμόζεται και σε γεγονότα και σχέσεις προγενέστερες από την εισαγωγή του ΑΚ.

Από τη συναγόμενη από τη διάταξη αυτή γενική αρχή διαχρονικού δικαίου προκύπτει ότι η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού και όχι κατά το χρόνο που διατυπώθηκε. Επομένως Γ.Ο.Σ. που διατυπώθηκαν υπό την ισχύ του ν. 1961/1991 κρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994, εφόσον υπό την ισχύ του γίνεται η χρήση αυτών (Ολ.ΑΠ 14/2007).

Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται σε περίπτωση παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η δε παράβαση του κανόνα αυτού συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Με την από 30-4-1991 σύμβαση έργου και πωλήσεως υλικού, που καταρτίσθηκε μεταξύ της κοινοπραξίας "UNITASCO Ε.Π.E.- SCRAMOYLD L.T.D. ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ" και του Οργανισμού Διαχειρίσεως Δημοσίου Υλικού (ΟΔΔΥ), η ως άνω κοινοπραξία ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί, με δικά της τεχνικά μέσα και εργατοτεχνικό προσωπικό, στην καταστροφή των αποσυρομένων από την κυκλοφορία αυτοκινήτων παλαιάς τεχνολογίας και τη μετατροπή των τμημάτων τους σε σίδερα (σκραπ), τα οποία θα περιέρχονταν στην κυριότητά της, αιτία πωλήσεως, από τον ΟΔΔΥ, κατά τις ειδικότερες συμφωνίες της συμβάσεως αυτής.

Ως τίμημα του ως άνω υλικού, το οποίο πιστώθηκε ολόκληρο, συμφωνήθηκε μεταξύ τους το ποσό των 406 δραχμών ανά χιλιόγραμμο, που ήταν αποδοτέο τμηματικώς ανάλογα με την πρόοδο του έργου και για την εξασφάλιση του οποίου, όπως συνομολογείται, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως, με απορρόφηση είναι η καθής η ανακοπή, εξέδωσε προς τον ΟΔΔΥ, κατά τα έτη 1992-1993, υπέρ της ως άνω κοινοπραξίας ως αγοράστριας, κατόπιν σχετικής αιτήσεως και εντολής της τελευταίας, είκοσι οκτώ (28) εγγυητικές επιστολές συνολικού ποσού άνω των 360.000.000 δραχμών.

Οι εν λόγω εγγυητικές επιστολές είχαν ως αντικείμενο την επί πιστώσει πώληση από τον ΟΔΔΥ προς την ως άνω κοινοπραξία παλαιών αυτοκινήτων και την πληρωμή της αξίας των τμημάτων τους με τριμηνιαίες καταβολές εντός τριετίας από την έκδοση εκάστης εγγυητικής επιστολής. Με τις εγγυητικές αυτές επιστολές, όπως προκύπτει από το κείμενό τους, η καθής η ανακοπή εγγυήθηκε ανεκκλήτως και ανεπιφυλάκτως, παραιτούμενη ρητώς κάθε ενστάσεως διαιρέσεως και δικαιώματος διζήσεως, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της αγοράστριας κοινοπραξίας που ήταν εντολέας της προς τον ΟΔΔΥ έναντι του οποίου ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει "σε πρώτη ζήτηση" το χρηματικό ποσό που αναγράφεται σε αυτές.

Περαιτέρω στην ... στις 27-8-1991 καταρτίσθηκε μεταξύ της κοινοπραξίας με την επωνυμία "UNITASCO Ε.ΠΕ- SCRΑΜΟΥLD L.T.D. ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ", της οποίας μέλος είναι η πρώτη ανακόπτουσα, και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", στη θέση της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, υπεισήλθε η καθής ως καθολική διάδοχος, η υπ' αριθ. .../27-8-1991 σύμβαση πίστωσης, με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 105.000.000 δραχμών, το οποίο εν συνεχεία αυξήθηκε με τις υπ' αριθ. .../20-11-1991 και .../25-111991 πρόσθετες πράξεις, και ανήλθε στο συνολικό ποσό των 145.000.000 δραχμών.

Την ως άνω σύμβαση και τις πρόσθετες αυτής πράξεις συνυπέγραψε ως συνοφειλέτης ο δεύτερος ανακόπτων και εγγυήθηκαν εγγράφως υπέρ της ως άνω πιστούχου κοινοπραξίας, οι τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των ανακοπτόντων, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες, για την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου που θα προέκυπτε από αυτές, κατά κεφάλαιο, τόκους συμβατικούς και υπερημερίας, και οι οποίοι παραιτήθηκαν της ενστάσεως διζήσεως και κάθε άλλης ενστάσεως που απορρέει από τα άρθρα 853, 858 και 868 AK.

Η πίστωση αυτή κινήθηκε αρχικά με τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, μέσω και του οποίου έγιναν στην πιστούχο κοινοπραξία οι παρακάτω χορηγήσεις: 1) στις 22-11-1991 (αρχική χορήγηση) το ποσό των 6.000.000 δραχμών, 2) στις 25-11-991 το ποσό των 7.900.000 δραχμών, 3) στις 29-11-1991 το ποσό των 15.000.000 δραχμών, 4) στις 18-12-1991 το ποσό των 11.100.000 δραχμών, 5) στις 6-3-1992 το ποσό των 9.000.000 δραχμών (τελευταία χορήγηση).

Έκτοτε δε και μέχρι την 9-11-1995 ουδεμία χορήγηση έγινε εκ μέρους της καθής. Κατά την 15-9-1995 το χρεωστικό υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού ανερχόταν στο_ποσό των 1.532.650 δραχμών, ποσό το οποίο και αναγνώρισε εγγράφως η πιστούχος κοινοπραξία με την από 15-9-1995 συστημένη επιστολή της προς την τράπεζα, ώστε μόνο το κατάλοιπο τούτο να αποτελεί μετά από αναγνώρισή του, κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου .

Στις 9-11-1995 η καθ' ης έκλεισε οριστικά τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό που ανοίχθηκε για την κίνηση της ως άνω πίστωσης, ο οποίος με νέο αριθμό ..., εμφάνιζε κατά τον ίδιο χρόνο χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου κοινοπραξίας ύψους 129.641. 454 δραχμών, το οποίο μαζί με τα κονδύλια τόκων υπερημερίας πλέον ΕΦΤΕ επί των τόκων και λοιπών εξόδων από 30.300.348 δραχμών, μεταφέρθηκε πλέον από την καθ' ης σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης.

Εν όψει αυτών, η καθ' ης με την από 9.11.1995 εξώδικη δήλωσή της προσκάλεσε τους ανακόπτοντες, νά της καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας, το συνολικό ποσό των 159.941.802 δραχμών (129.641.454 + 30.300.348). εντόκως, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας πλέον ΕΦΤΕ επί των τόκων και λοιπών εξόδων, για το οποίο και πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής σε βάρος τους για το ποσό των 170.955.308 δραχμών ή 501.703,03 ευρώ, καταβλητέο με το νόμιμο τόκο από 29-9-1998.

Στο ως άνω υπόλοιπο η καθ' ης συμπεριέλαβε σύμφωνα με τον όρο (13) της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως, και τα ποσά των εγγυητικών επιστολών, όπως μέχρι τότε είχαν περιορισθεί, που αφορούσαν οφειλόμενες από αυτήν (καθής ) δόσεις πιστωθέντος τιμήματος, προς τον ΟΔΔΥ, ύψους 128.073.809 δραχμών, προβαίνοντας για το ποσό αυτό σε αναγκαστική χορήγηση στο λογαριασμό της επίδικης πίστωσης την 2-11-1995 και εκδίδοντας προς τούτο το υπ' αριθ. .../2-11-1995 παραστατικό, το οποίο δεν φέρει την υπογραφή της πιστούχου κοινοπραξίας.

Στην ως άνω ενέργεια προέβη η καθ' ης μονομερώς χωρίς νά έχει η ίδια καταβάλει, τόσο κατά το χρόνο χρέωσης, όσο και κατά την ημερομηνία κλεισίματος του λογαριασμού (9-11-1995) οποιοδήποτε χρηματικό ποσό προς τον ΟΔΔΥ. Αντίθετα, όπως η ιδια η καθ' ης συνομολογεί, αλλά και αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο διπλότυπο της αρμόδιας ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, η πληρωμή των ως άνω εγγυητικών επιστολών προς τον δικαιούχο αυτών ΟΔΔΥ, όπως αυτές είχαν περιορισθεί στο ποσό των 128.073.809 δραχμών, έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 12-11-1998 και μέχρι 31-1-2001.

Συνεπώς, εφ' όσον κατά το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού της επίδικης πίστωσης (9-11-1995) δεν είχε συντελεστεί η κατάπτωση αλλά και η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού εκ των εγγυητικών επιστολών, αφού η καθ' ης δεν είχε ικανοποιήσει τον ΟΔΔΥ (δανειστή της πιστούχου κοινοπραξίας) με οποιοδήποτε τρόπο αποσβεστικό της ενοχής της, κατά τα άρθρα 416 επ.

Α.Κ., αυτή (καθής) δεν είχε νομίμως υποκατασταθεί ως εγγυήτρια, στα δικαιώματα αυτού (ΟΔΔΥ), έναντι του οποίου ανέλαβε την ευθύνη για την καταβολή της οφειλής της πιστούχου κοινοπραξίας ως πρωτοφειλέτη, αφού και η αξίωση εκ της αναγωγής εξαρτάται από την προηγούμενη καταβολή βάσει της ειδικής διατάξεως του άρθρου 858 του Α.Κ.

που εφαρμόζεται και επί εγγυητικών επιστολών λόγω ελλείψεως ειδικότερης ρυθμίσεως γι' αυτές. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους διαδίκους σύμβαση πιστώσεως στον δέκατο τρίτο (13) έντυπο όρο αυτής ορίζεται: ότι "1. ..., 2. Σε περίπτωση οριστικού κλεισίματος της πίστωσης και του ή των λογαριασμών που τηρούνται με βάση αυτή, στο ποσό του λογαριασμού, θα περιλαμβάνεται, ακόμη και αν δεν κατέπεσε, ολόκληρο το ποσό της εγγυητικής επιστολής ή της ενέγγυας τραπεζικής πίστωσης, το οποίο καλύπτεται με όλες τις προσωπικές και εμπράγματες εξασφαλίσεις που έχουν δοθεί σε ασφάλεια της πίστωσης, ενώ η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να προβεί στην είσπραξη ολόκληρου του ποσού του λογαριασμού χρησιμοποιώντας κάθε μέσο".

Όπως προαναφέρθηκε δυνάμει του ως άνω όρου της συμβάσεως πιστώσεως, η καθής περιέλαβε στον 200030038-7 λογαριασμό που ανοίχθηκε προς εξυπηρέτηση της επίδικης πίστωσης ως βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτησή της και τα χρηματικά ποσά των ως άνω εγγυητικών επιστολών, που δεν είχαν καταπέσει, κατά το κλείσιμο αυτού, ύψους 128.073.809 δραχμών.

Ο ανωτέρω όρος της επίδικης σύμβασης πιστώσεως που ενσωματώνεται και στις πρόσθετες αυτής πράξεις, είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη άκυρος ως καταχρηστικός και αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 Α..Κ., αλλά και στη διάταξη των εδαφίων (ε') και (ια') της παραγράφου 7 του άρθρου Ν. 2251/1994, ο οποίος εφαρμόζεται και στην προκείμενη περίπτωση, παρότι η επίδικη σύμβαση, καταρτίσθηκε πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, αφού η χρήση του εν λόγω όρου γίνεται μετά την έναρξη εφαρμογής του.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο η καθής δύναται να εισπράττει απαιτήσεις της οι οποίες δεν έχουν καταστεί ακόμη ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, προερχόμενες από μη καταπεσούσες εγγυητικές επιστολές. Επίσης ο εν λόγω όρος δίνει τη δυνατότητα στην καθ' ης, να τροποποιεί μονομερώς τη σύμβαση πιστώσεως και να επιφέρει ουσιώδη απόκλιση από τις συναλλακτικώς δικαιολογημένες προσδοκίες της πιστούχου και των εγγυητών της με επακόλουθο επαχθείς συνέπειες σ' αυτούς.

Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση η έκδοση σε βάρος των ανακοπτόντων της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής εκ μέρους της καθ' ης και εντεύθεν η περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση τούτων (ανακοπτόντων) με τόκους υπερημερίας, ΕΦΤΕ, προμήθειες και άλλα έξοδα για ποσά που ακόμη αυτοί δεν οφείλουν, ενώ αντιστοίχως προσπορίζει καταφανώς παράνομα οφέλη στην καθ' ης χωρίς εύλογο προς τούτο λόγο.

Επομένως, ο ως άνω όρος της επίδικης σύμβασης παρίσταται καταχρηστικός και διότι αντιβαίνει στη γενική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, αφού έχει αποτέλεσμα κατά τα ως άνω εκτεθέντα, τη διατάραξη σε βάρος της πιστούχου και των ανακοπτόντων της ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους ως συμβληθέντων στην επίδικη σύμβαση πιστώσεως.

Εν όψει όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως κατ' ουσίαν βάσιμοι ο ως άνω λόγος της κρινόμενης ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής, και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής όχι μόνο κατά το μέρος αυτής που πλήττεται με τους ως άνω λόγους αλλά στο σύνολο της, δεδομένου ότι οι ανακόπτοντες, κατ' εκτίμηση του πρώτου λόγου ανακοπής, ζητούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, για το λόγο ότι στην ως άνω σύμβαση πιστώσεως περιλαμβάνεται και ο όρος υπ' αριθμ. (12) ο οποίος είναι ωσαύτως άκυρος και καταχρηστικός.

Με τον όρο αυτό ορίσθηκε στη σύμβαση ότι "Η απαίτηση της τράπεζας που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης αυτής και του ή των λογαριασμών που τηρούνται με βάση αυτή, αποδεικνύεται πλήρως με αποσπάσματα από τα βιβλία της όπου θα εμφανίζεται η κίνησή του ή των λογαριασμών της πίστωσης από την τελευταία αναγνώρισή του ή των υπολοίπων τους από τον πιστούχο, που δεν έχει δικαίωμα για καμία αμφισβήτησή τους".

Και ο όρος όμως αυτός είναι καταχρηστικός, διότι προσκρούει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας, στις παραγράφους 6 και 7 εδαφ. κζ' του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, ενόψει του ότι έχει τεθεί στη σύμβαση πιστώσεως αποκλειστικώς και μόνο προς διευκόλυνση της καθ' ης, αφού αυτή δεν απαιτείται να αποδείξει τις εκάστοτε χρεωπιστώσεις του λογαριασμού, ο οποίος τηρείται προς εξυπηρέτηση της επίδικης πίστωσης αλλά αρκείται να προσκομίσει μόνο το απόσπασμα εκ των βιβλίων της, το οποίο αποτελεί πλήρη απόδειξη μη επιδεχόμενο καμία αμφισβήτηση.

Έτσι, όμως, δίδεται πλήρως η δυνατότητα στην καθ' ης να καταχωρεί στον λογαριασμό του εκάστοτε πιστούχου, άρα και της πιστούχου κοινοπραξίας και των εγγυητών αυτής, εκτός άλλων, και, ποσά εγγυητικών επιστολών που δεν έχουν καταπέσει, ή ακόμη, δικαστικά και άλλα έξοδά της, που γίνονται εξαιτίας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αποδεικνύει η ίδια το ακριβές ύψος για την αναγκαιότητα αυτών. 'Ωστε, η πιστούχος είναι εκείνη, η οποία οφείλει κάθε φορά να αποδεικνύει ότι δεν έχουν καταπέσει οι εγγυητικές επιστολές και ότι τα έξοδα αυτά δεν δικαιολογούνται ως προς το ύψος ή την αιτία τους βάσει της συμβάσεως αν και τα έξοδα τούτα βρίσκονται στο πεδίο δράσης της καθ' ης.

Με τον τρόπο αυτό διαταράσσεται η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος της πιστούχου αντιστρέφεται το βάρος αποδείξεως εις βάρος της τελευταίας και παραλλήλως, περιορίζονται υπέρμετρα τα αποδεικτικά της μέσα. Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο απέρριψε την έφεση της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε κρίνει όμοια και είχε δεχθεί την ανακοπή των αναιρεσιβλήτων και είχε ακυρώσει στο σύνολο την ως άνω διαταγή πληρωμής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε την ανακοπή των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην ακυρότητα του ως άνω όρου με αριθ. 13 δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας πρώτος κατά το πρώτο μέρος του (πρώτο, δεύτερο και τρίτο σκέλος του) και τρίτος από τους αριθ. 1 και 19 της ΚΠολΔ 559 με τους οποίους υποστηρίζονται τα'αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που οι σχετικές αιτιάσεις θεμελιώνονται στην επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα κατάπτωση στη προκειμένη περίπτωση της εγγυήσεως και την συνεπεία αυτής χρέωση του αλληλόχρεου λογαριασμού και όχι κατ' εφαρμογή του ως άνω όρου 13 της συμβάσεως, είναι απορριπτέοι ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενοι καθόσον όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης κατά τη σαφή και χωρίς αντιφάσεις σχετική παραδοχή , κατά το χρόνο κλεισίματος της πίστωσης (9-11-1995), δεν είχε συντελεσθεί η κατάπτωση και η πληρωμή των εγγυητικών επιστολών και η χρέωση του λογαριασμού με τα χρηματικά ποσά των εγγυητικών επιστολών έγινε σε εφαρμογή από την αναιρεσείουσα του ως άνω όρου (13) της συμβάσεως.

Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κρίθηκε ότι ο ανωτέρω όρος με αριθ.13 είναι καταχρηστικός κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.7 περ.ε' και ια' του ν. 2251/1994. Όπως προκύπτει από την απόφαση ο όρος αυτός κρίθηκε άκυρος ως καταχρηστικός κατ' εφαρμογή του άρθρου 174 Α.Κ. καίτοι δεν αναφέρει την τελευταία αυτή διάταξη ,λόγω αντιθέσεώς του στις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 Α.Κ. αλλά και λόγω του ότι αντιβαίνει στη γενική διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Η κρίση αυτή του Εφετείου η οποία και δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασής .

Συνεπώς είναι αλυσιτελής ο εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που πλήττει την κρίση του Εφετείου που αναφέρεται και στην καταχρηστικότητα του ίδιου όρου κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 7περ. ε' και ια' του ν. 2251 /1994 .

Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του πρώτου μέρους του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση παραβίαση με εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 858 του Α.Κ. είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος διότι η επικαλούμενη κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών επί των οποίων και θεμελιώνεται ο λόγος αυτός όπως και πιο πάνω εκτέθηκε δεν αποτελεί παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω το Εφετείο που έκρινε κατ' ορθή νοηματική απόδοση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης άκυρο ως καταχρηστικό κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.6 και 7 εδάφ. κζ του ν. 2251/1994 και τον όρο με αριθ.12 της σύμβασης κατά το μέρος που ορίζεται με αυτόν ότι "η απαίτηση της τράπεζας που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης αυτής και του ή των λογαριασμών που τηρούνται μα βάση αυτή, αποδεικνύεται πλήρως με αποσπάσματα από τα βιβλία της όπου θα εμφανίζεται η κίνηση του ή των λογαριασμών της πίστωσης από την τελευταία αναγνώριση του ή των υπολοίπων τους από τον πιστούχο ..." παραβίασε τις διατάξεις αυτές με εσφαλμένη εφαρμογή.

Τούτο δε διότι με τον περιλαμβανόμενο στη σύμβαση όρο αυτό προσδίδεται απλώς αποδεικτική δύναμη στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας που διευκολύνει την τελευταία στην απόδειξη της απαίτησής της και δεν αντιστρέφεται το βάρος της απόδειξης ώστε να καθίσταται καταχρηστικός κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.7 εδ.

κζ' του ν. 2251/1994 που ορίζει ότι "είναι καταχρηστικοί οι όροι που αναστρέφουν το βάρος της απόδειξης ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά μέσα", ούτε δε η παρεχόμενη αυτή διευκόλυνση στην απόδειξη έχει ως αποτέλεσμα την ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος της πιστούχου ώστε να καθίσταται καταχρηστικός ο όρος αυτός με βάση τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.6 του ίδιου νόμου.

Επομένως το Εφετείο κατά το μέρος που δέχθηκε ως καταχρηστικό τον όρο 12 της συμβάσεως και ακύρωσε στο σύνολο την διαταγή πληρωμής ήτοι και για το ποσό πέραν εκείνου που προέρχεται από τη γενόμενη, σύμφωνα πάντοτε με τις παραδοχές του Εφετείου, στις 2-11-1995, καταχώριση του ανωτέρω ποσού των 128.073.809 δραχμών από μη καταπεσούσες και μη πληρωθείσες εγγυητικές επιστολές, κατ' εφαρμογή του ακύρου όρου 13 της συμβάσεως, παραβίασε τις ως άνω διατάξεις που εφάρμοσε και παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα γι' αυτό ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

είναι βάσιμος . Ο ίδιος λόγος κατά το λοιπό μέρος του είναι αλυσιτελής διότι η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το υπόλοιπο ποσό (αυτό που προέρχεται από τη προαναφερθείσα καταχώρηση στο λογαριασμό του ποσού των 128.073.809 δρχ.) αυτοτελώς στηρίζεται και στην πιο πάνω αιτιολογία της απόφασης (ακυρότητα του όρου 13 της συμβάσεως με βάση τον οποίο έγινε η καταχώριση) η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή όταν προσφύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των ως άνω όρων 13 και 12 της συμβάσεως πιστώσεως και δεν προσέφυγε στην ερμηνεία ή τη συμπλήρωση κενών των όρων αυτών. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος και ο δεύτερος κατά τα μέρη που προβάλλεται με αυτούς η αιτίαση της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 σε συνδ.

με 361 Α.Κ.) είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος .

Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους προαναφερθέντες βάσιμους λόγους της αναίρεσης και κατά το μέρος που αναφέρεται στους λόγους αυτούς και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 730/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ