1001/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1001/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την παράγραφο δε 4 του ιδίου άρθρου, η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παραγράφου 1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος, άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοι του, παρόλο ότι αδράνησαν.
Full text
Απόφαση 1001 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1001/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α.Της αναιρεσείουσας: X1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άρη Γεωργιάδη.
Β. Της αναιρεσείουσας: X2, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άρη Γεωργιάδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasiaς AΕ" και διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasiaς" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ηλίας Μαρινάκος..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2005 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 17-5-2006 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (13.11.2006), συζητήθηκαν και οι εξής αιτήσεις αναιρέσεως: α) η από 17.5.2006 (αριθμ.κατ.5/18.5.2006) αίτηση της X1 κατά της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 34/2005 απόφασης του Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς) με αριθμό πινακίου 33 και β) η από 17.5.2006 (αριθμ. κατ. 6/18.5.2006) αίτηση της X2 κατά της ίδιας παραπάνω αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας, για αναίρεση της ίδιας παραπάνω απόφασης του Εφετείου Λαμίας με αριθμό πινακίου 34. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
ΙΙ. Επειδή, κατά τo άρθρο 7ο παρ. 1 του ΚΠολΔ, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση (αναγκαστική ομοδικία), που υπάρχει και μεταξύ των καταδολιευτικώς συναλλαγέντων, απαλλοτριώσαντος και αποκτήσαντος, όταν ενάγονται από κοινού (ΑΠ 554/05), οι ομόδικοι που μετέχουν στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται, με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.
Κατά την παράγραφο δε 4 του ιδίου άρθρου, η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παραγράφου 1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος, άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοι του, παρόλο ότι αδράνησαν.
Η άσκηση μεταγενεστέρως ένδικου μέσου από αναγκαίο ομόδικο, αφού αυτός έλαβε την ιδιότητα του διαδίκου με την άσκηση του από άλλο ομόδικο, καθιστά το ένδικο μέσο απαράδεκτο ως εκ δευτέρου ασκηθέν. Η αρχή αυτή όμως κάμπτεται, όταν δικαιολογείται έννομο συμφέρον προς άσκηση αυτοτελώς ενδίκου μέσου από άλλον αναγκαίο ομόδικο, όπως συμβαίνει όταν προβάλλονται με αυτό λόγοι που δεν περιέχονται στο προηγουμένως από άλλον ομόδικο ασκηθέν και με τους οποίους επιδιώκεται η παροχή δραστικότερης δικαστικής προστασίας, πέραν δηλαδή εκείνης που επιδιώκεται και είναι δυνατό να παρασχεθεί με βάση το προηγουμένως ασκηθέν.
Η αντίθετη εκδοχή θα μπορούσε να οδηγήσει σε στέρηση παροχής έννομης προστασίας, την οποία καθένας δικαιούται κατά το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος. Είναι δε πρόδηλο ότι τα ανωτέρω ισχύουν και επί αναιρέσεως (ΑΠ 1107/03). Στην προκειμένη περίπτωση με τις παραπάνω συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της ίδιας απόφασης του εφετείου, ζητείται από τις αναιρεσείουσες αναγκαίες ομοδίκους η αναίρεση της απόφασης του εφετείου, για τους αναφερόμενους σε κάθε μία από τις αιτήσεις αυτές λόγους, οι οποίοι είναι διαφορετικοί.
Επομένως και η δεύτερη αναίρεση της αναγκαίας ομοδίκου X2, είναι παραδεκτή.
III. Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του περί του νόμου βάσιμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη αυτή επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα καίτοι διαλαμβάνονται στην αγωγή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 λόγοι αναίρεσης Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής (ποσοτική και ποιοτική) πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο εφετείο δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξ αιτίας των οποίων δεν παρέχεται στον εναγόμενο η δυνατότητα να αμυνθεί".
Παραδεκτώς δε προβάλλεται στο εφετείο από τον εφεσίβλητο προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του, του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είτε με τις προτάσεις ενώπιον του εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσης μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του εφετείου, είτε με συγκεκριμένη αναφορά σε ορισμένα σημεία των πρωτοδικών προτάσεων του τις οποίες και πρέπει να προσκομίζει σε επικυρωμένο αντίγραφο, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ.
Δεν συνιστά όμως νόμιμη υποβολή του ισχυρισμού στο εφετείο γενική επίκληση των περιεχομένων στις πρωτόδικες προτάσεις αυτού ισχυρισμών του, τις οποίες ενσωματώνει στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου και η παράλειψη του δικαστηρίου να ερευνήσει και απαντήσει σε απαραδέκτως προβληθέντα ισχυρισμό δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 14/2004).
Τέλος δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για αοριστία της αγωγής, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί αοριστίας και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991) δεχόμενο ως ορισμένη την αγωγή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που η αγωγή απορρίφθηκε πρωτόδικος ως αόριστη κατά παραδοχή σχετικής ένστασης του εναγομένου και στη συνέχεια, μετά από άσκηση έφεσης από τον ηττηθέντα ενάγοντα, το εφετείο κρίνει την αγωγή ορισμένη κατά παραδοχή της έφεσης, διότι στην περίπτωση αυτή ο ισχυρισμός περί αοριστίας ή μη της αγωγής ερευνάται ως λόγος έφεσης και απορρίπτεται από το εφετείο.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, με τον πρώτο λόγο των αιτήσεων τους αποδίδουν στο εφετείο τις εξής αιτιάσεις: α) η πρώτη αναιρεσείουσα X1 ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της (ένσταση) και δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή της ενάγουσας και τώρα αναιρεσίβλητης Τράπεζας λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονταν στο δικόγραφο αυτής το υπόλοιπο της απαίτησης της ενάγουσας εις βάρος της πρωτοφειλέτριας, υπέρ της οποίας είχε εγγυηθεί η αναιρεσείουσα αυτή, και διότι δεν αναφέρονταν επίσης στο δικόγραφο της αγωγής τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού που τηρούσε η ενάγουσα τράπεζα για την εξυπηρέτηση της πίστωσης που είχε χορηγήσει στον πρωτοφειλέτρια β) η δεύτερη αναιρεσείουσα X2, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της (ένσταση) και δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονταν στο δικόγραφο της αγωγής ότι η αναιρεσείουσα αυτή, ως αποκτήσασα από την πρώτη;
μητέρα της, γνώριζε ότι η μεταβιβάζουσα ενεργούσε με σκοπό να βλάψει τους δανειστές της όπως η ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των με χρονολογία 8.10.2004 προτάσεων των αναιρεσειουσών αυτών στο εφετείο κατά τη συζήτηση της έφεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι τότε εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσείουσες, δεν επανέφεραν τους περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμούς τους ενώπιον του εφετείου νομίμως.
Τους περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμούς τους προέβαλαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες ενσωματώνουν (συρράπτουν) εξ ολοκλήρου στις προτάσεις τους ενώπιον του εφετείου, στις τελευταίες δε αυτές κάνουν γενική αναφορά στους ισχυρισμούς τους που προέβαλαν με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, χωρίς να αναφέρονται σε συγκεκριμένα σημεία αυτών, που περιλαμβάνουν και τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό τους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1, και 588 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η αποδιδομένη από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ιδίου κώδικα.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και "αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.." συνάγεται ότι, λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα κατά την ανέλεγκτη κρίση του αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμόσει τον κανόνα εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου Η παραβίαση δηλαδή από την παραπάνω διάταξη πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα του δικαστηρίου με τη μορφή του διατακτικού.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο των αιτήσεων τους, οι αναιρεσείουσες, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο εφετείο τις εξής αιτιάσεις:α) η αναιρεσείουσα X1, ότι το εφετείο, με το να δεχθεί την αγωγή, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, διότι δέχτηκε ότι η πρόθεση βλάβης των δανειστών της αποδεικνύεται εκ του γεγονότος, ότι με την μεταβίβαση των περιουσιακών της στοιχείων στην εναγομένη θυγατέρα της, εστερείτο άλλης εμφανούς περιουσίας της οποίας μπορούσαν να επιληφθούν οι δανειστές της για την ικανοποίηση των εις βάρος της απαιτήσεων τους, χωρίς να δέχεται ότι αυτή είχε και πρόθεση να προκαλέσει βλάβη στους δανειστές της, αρκούμενο έτσι σε στοιχεία λιγότερα εκείνων που κατά νόμο απαιτούνται για τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης ως καταδολιευτικής β) η αναιρεσείουσα X2, ότι το εφετείο παραβίασε την προαναφερομένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 939 ΑΚ, διότι δέχτηκε την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας, δεχόμενο ότι η γνώση της αναιρεσίβλητης αυτής ότι η μητέρα της (μεταβιβάσασα) ενεργούσε προς βλάβη των δανειστών της αποδεικνύεται εκ του γεγονότος, ότι η μητέρα της εστερείτο άλλων εμφανών περιουσιακών στοιχείων, χωρίς να δέχεται ότι η αναιρεσείουσα αυτή (αποκτήσασα) γνώριζε την πρόθεση της μητέρας της να βλάψει τους δανειστές της μεταβιβάζοντας σ' αυτή τα περιουσιακά της στοιχεία.
Οι λόγοι αυτοί των αναιρέσεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχτηκε την αγωγή και απάγγειλε τη διάρρηξη των γενομένων από την πρώτη αναιρεσείουσα μητέρα στη δεύτερη θυγατέρα της πρώτης, απαλλοτριώσεων δεχόμενο ότι, από την ανέλεγκτη κατά την κρίση του εκτίμηση των αποδείξεων αποδείχτηκε, ότι η εναγομένη X1 επώλησε τα ακίνητα που αναφέρονται στην αγωγή, και αποτελούσαν τα μοναδικά της περιουσιακά στοιχεία, στην επίσης εναγομένη θυγατέρα της X2, με σκοπό να βλάψει τους δανειστές της, όπως η ενάγουσα τράπεζα, η οποία είχε απαίτηση εις βάρος της για την πληρωμή του καταλοίπου του λογαριασμού, από την πίστωση που είχε παραχωρήσει στην πρωτοφειλέτρια εταιρία, την πληρωμή του οποίου είχε εγγυηθεί η πωλήτρια X1, η δε αποκτήσασα X2 εγνώριζε ότι η μητέρα της προέβη στη μεταβίβαση αυτή με σκοπό να βλάψει τη δανείστρια της ενάγουσα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 562 παρ.2 και 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της δεύτερης των προαναφερομένων διατάξεων νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και οι αρνητικοί της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ισχυρισμοί, ούτε και εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων Για να είναι παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης θα πρέπει αφενός μεν ο σχετικός ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, να έχει προταθεί ή επαναφερθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο αυτού και ο τρόπος που προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου να προκύπτει η αποδιδόμενη στο δικαστήριο πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ.2/2001), δεν ιδρύεται δε ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εξέτασε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα της πρώτης αναίρεσης X1 με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδει, κατ' εκτίμηση, στο εφετείο την αιτίαση για παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της (ένσταση) ότι η πρωτοφειλέτρια εταιρία υπέρ της οποίας αυτή εγγυήθηκε είχε εξοφλήσει την απαίτηση της αναιρεσίβλητης για την πληρωμή του καταλοίπου του μεταξύ τους λειτουργούντος ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού από την παροχή πίστωσης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του με ημερομηνία 8.10.2004 δικογράφου των ενώπιον του εφετείου προτάσεων της αναιρεσείουσας αυτής, προς απόκρουση της έφεσης της ενάγουσας, η τότε εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα X1 δεν επανέφερε νομίμως στο εφετείο τον παραπάνω ισχυρισμό της, αφού στις προτάσεις της αυτές ενσωματώνει εξ ολοκλήρου τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κάνοντας γενική επίκληση των περιεχομένων σ' αυτές ισχυρισμών της χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένα σημεία αυτών που αναφέρονται στον εν λόγω ισχυρισμό της.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τα πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι ισχυρισμοί, μη νόμιμοι, αόριστοι ή απαράδεκτοι.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή, ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει στο αναιρετήριο, τόσο τα αποδεικτικά μέσα που δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο και το νόμιμο τρόπο που αυτά προσκομίστηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, όσα και τον πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν ο ισχυρισμός είναι νόμιμος και προβλήθηκε παραδεκτώς και ως εκ τούτου ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω ναι μεν το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι νόμιμα για απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών τους.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη διάρρηξη ως καταδολιευτικής απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη, απαιτείται, εκτός των άλλων, και σκοπός του οφειλέτη να βλάψει τους δανειστές του, γεγονός που συμβαίνει, όταν η υπολειπόμενη εμφανής και όχι αφανής περιουσία του οφειλέτη, δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του, δεν έχει δε σημασία, ότι άλλος τρίτος, ενεχόμενος εις ολόκληρο με τον οφειλέτη, έχει περιουσία της οποίας μπορούν να επιληφθούν οι δανειστές προς ικανοποίηση των απαιτήσεων τους.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου οφειλέτη ή του από αυτόν αποκτήσαντος τρίτου, προς απόκρουση της εις βάρος του αγωγής του δανειστή με την οποία ζητείται η διάρρηξη δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, ότι ο απαλλοτριώσας οφειλέτης έχει άλλη εμφανή περιουσία, ικανή προς ικανοποίηση των δανειστών του οφειλέτη, αποτελεί ένσταση και για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται τα περιουσιακά στοιχεία και η αξία αυτών, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα δανειστή να αμυνθεί και να μπορεί να κριθεί αν η υπολειπόμενη αυτή εμφανής περιουσία, εν όψει της αξίας αυτής και της απαίτησης του δανειστή, είναι ικανή για την ικανοποίηση του δανειστή.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα της δεύτερης αναίρεσης X2, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα ήτοι το υπ' αριθμ.7996/9.9.93 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαυρίου Δημητρίου Μήτρου, το υπ' αριθμ.7177/1977 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίου Αγγελή και την υπ' αριθμ. 255/2002 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή .... , τα οποία αυτή προσκόμισε και επικαλέστηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η μεταβιβάσασα μητέρα της και ο πατέρας της ....
διατηρούσαν σημαντική περιουσία από την οποία μπορούσε να ικανοποιηθεί η ενάγουσα Τράπεζα. Από την επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων της αναιρεσείουσας αυτής στο εφετείο, προκύπτει ότι αυτή, κάνοντας γενική αναφορά στους ισχύρισμούς της που προέβαλε με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένα σημεία αυτών, που περιλαμβάνουν τους κρίσιμους ισχυρισμούς της, ισχυρίζεται κατά λέξη ότι "η υπολειπόμενη περιουσία της πρωτοφειλέτριας "MANOS TRAVEL SYSTEM ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ", της εγγυήτριας μητέρας μου και των λοιπών συνεγγυητών επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της εκκαλούσας, εάν οι απαιτήσεις αυτές ήθελαν κριθεί βάσιμες".
Ο ισχυρισμός αυτός της ήδη παραπάνω δεύτερης αναιρεσείουσας, κατά το σκέλος του που η τότε εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα X2 επικαλείται την ύπαρξη περιουσίας στο πρόσωπο της μητέρας της και μετά την γενομένη απαλλοτρίωση, είναι αόριστος διότι δεν εκτίθεται ποία τα περιουσιακά στοιχεία της μητέρας της μετά την απαλλοτρίωση και η αξία αυτών, ως προς το σκέλος του δε ότι και μετά την καταδολιευτική απαλλοτρίωση η τρίτη, μη διάδικος, παραπάνω πρωτοφειλέτρια εταιρία είχε περιουσία, είναι μη νόμιμος.
Επομένως ο παραπάνω τρίτος λόγος της δεύτερης αναίρεσης, για παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη από το εφετείο παραπάνω έγγραφα, κατέτειναν κατά την αναιρεσείουσα σε απόδειξη του εν λόγω εν μέρει αορίστου και εν μέρει μη νομίμου ισχυρισμού της, ο οποίος για το λόγο αυτό δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει α)την από 17.05.2006 (αρ.κατ.5/18.5.2006) αίτηση της X1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.34/2005 απόφασης του Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς) και β)την από 17.05.2006 (κατ.6/18.5.2006) αίτηση της X2, για αναίρεση της ίδιας αυτής απόφασης.
Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ