Legislator Case Law & Legislation
1001/2006 AI generated

Supreme Court dismisses retrial request for new evidence of sleepiness in traffic offense case.

Case Number 1001/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the applicant's request to retry the proceedings regarding a traffic offense, ruling that the new evidence of sleepiness was not admissible. The court found the claim of sudden sleepiness was fabricated after the fact, as it contradicted the applicant's original defense and had already been considered by the lower court. Consequently, the retrial was denied, and the applicant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 525 para. 1 sec. 2 of the Code of Criminal Procedure; Art. 583 para. 1 of the Code of Criminal Procedure: A request for retrial based on new evidence fails if the evidence was already known to the judges or if the new claim contradicts the applicant's previous defense and lacks credibility.

Keywords

AI generated
retrial request new evidence sleepiness defense traffic offense fabricated testimony legal costs Code of Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 525 para. 1 sec. 2 of the Code of Criminal Procedure
Art. 583 para. 1 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1001 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1001/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Πλαστήρα Αναστασάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος ..... , που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ΄ αριθμ. 4183/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1444/2004.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Απόστολου Οικονόμου με αριθμό 260/21-6-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Εισάγω, την από 26/7/2004 αίτηση του ..., με τη οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, ως καταδικασθείς, με την υπ΄ αριθ.4183/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για πλημμελήματα) και εκθέτω τα εξής:

Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η περίπτωση του εδαφίου 2,κατά την οποία: Αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως, καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ΄ αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία ( Α.Π. (σε Συμβ.) 1717/02, Π.Χ.

ΝΓ, 642).

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ΄ αριθ. 4183/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αιτών καταδικάσθηκε αμετάκλητα για τα πλημμελήματα α) της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και β) της οδήγησης αυτοκινήτου χωρίς την νόμιμη άδεια οδήγησης (άρθρα 28, 94, 302 παρ. 1 Π.Κ., 94 παρ. 1,5 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), και με την οποία γίνεται επίκληση νέων γεγονότων και αποδείξεων που αποκαλύφθηκαν μετά την εν λόγω αμετάκλητη καταδίκη του και που κατά το περιεχόμενό της καθίσταται φανερό ότι ο ανωτέρω αιτών είναι αθώος για την αξιόποινη πράξη που καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3, 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί στην ουσία:

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, με την υπ΄ αριθ. 4183/16-4-2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, δι΄ απορρίψεως της ασκηθείσης κατ΄ αυτής αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ΄ αριθ. 907/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο άνω αιτών καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών και τριών (3) μηνών και χρημ.

ποινή 300 ευρώ, για: α) ανθρωποκτονία, από αμέλεια, κατά συρροή και β) οδήγηση αυτοκινήτου χωρίς τη νόμιμη άδεια οδήγησης. Συγκεκριμένα, ο αιτών καταδικάσθηκε, διότι :«Α) στη Μαλακάσα στο 49,500 χιλ/τρο Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Λαμίας στις 5-7-99 και περί ώρα 01.15 με μία πράξη τέλεσε περισσότερα εγκλήματα ως οδηγός αυτοκινήτου και υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την κίνησή του, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε με το όχημά του και κατά την οδήγηση αυτού το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προήλθε από την πράξη του.

Συγκεκριμένα οδηγώντας το υπ΄ αριθ. .... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, τύπου ... στη Ν.Ε.Ο. Αθηνών– Λαμίας και στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, κατευθυνόμενος προς Αθήνα, νύχτα, χωρίς να περιορίζεται η ορατότητά του εξαιτίας κάποιου εμποδίου και καλή-ξηρά κατάσταση οδού, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και παρέλειψε να επιδείξει την οφειλόμενη σύνεση κατά την πορεία του οχήματός του και συγκεκριμένα λόγω σωματικής και πνευματικής κοπώσεως συνεπεία της οποίας ο ως άνω οδηγός εκοιμήθη για μικρό χρονικό διάστημα, αντέδρασε λανθασμένα ύστερα από ξαφνικό ξύπνημα, χάνοντας τον έλεγχο του αυτοκινήτου του με συνέπεια αυτό να εκτραπεί της πορείας του προς τα αριστερά και να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας όπου εκινούντο α) το υπ΄ αριθ. ....

ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο .... και το οποίο εκινείτο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα και β) το υπ΄ αριθ. .... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο .... , με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα και που ακολουθούσε το με στοιχ. Α΄ αυτοκίνητο. Συνεπεία της εισόδου του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ήταν να προσκρούσει πάνω στην εμπρόσθια αριστερή περιοχή του το αυτοκίνητο του .... , το οποίο πέρασε κάτω από την εμπρόσθια περιοχή του οχήματος του κατηγορουμένου και μεταξύ του τσιμεντένιου στηθαίου, ενώ το αυτοκίνητο του ....

που ακολουθούσε προσέκρουσε πάνω στην περιοχή του εμπροσθίου αριστερού τροχού του οχήματος του κατηγορουμένου. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να υποστεί ο οδηγός του υπό στοιχ. α΄ οχήματος .... βαριές κακώσεις κεφαλής και θώρακος (κατάγματα προσωπικού κρανίου, αιμορραγία εγκεφάλου, κάταγμα άνω και κάτω τομέων οδόντων και κατάγματα της 2ης – 10ης πλευράς του δεξιού ημιθωρακίου), ο οδηγός του υπό στοιχ.

β΄ οχήματος .... βαριές κακώσεις κεφαλής και αυχένος (αιμορραγική διήθηση των μαλακών μορίων της μετωπιαίας και της δεξιάς κροταφικής χώρας, κάταγμα των ρινικών οστών, τραυματική υπαραχνοειδής αιμορραγία του εγκεφάλου, εξάρθρημα της ατλαντοϊνιακής , αιμάτωμα της πρόσθιας τραχηλικής χώρας, κάταγμα του δεύτερου και τρίτου κρίκου της τραχείας και οίδημα στους πνεύμονες) και η ...

συνοδηγός του υπό στοιχ. α΄ οχήματος πολλαπλές κακώσεις (συντριπτικό κάταγμα των οστών της βάσης του κρανίου, διατομή στελέχους του εγκεφάλου, κάταγμα – εξάρθρημα της ατλαντοϊνιακής με διατομή του νωτιαίου μυελού, κάταγμα του στέρνου και της δεξιάς κλειδός, κάταγμα της 1ης – 10ης πλευράς του δεξιού και της 2ης - 10ης πλευράς του αριστερού ημιθωρακίου, διατομή της αορτής και τραυματική ρήξη του προσθίου τοιχώματος της καρδίας.

Από τις κακώσεις αυτές ως μόνη ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος και για τους τρεις παθόντες. Β) στις 5/7/99 στη Μαλακάσα στην Ν.Ε.Ο. Αθηνών – Λαμίας οδηγούσε αυτοκίνητο χωρίς να έχει εκδοθεί νόμιμα στο όνομά του η κατάλληλη άδεια οδήγησης και συγκεκριμένα οδηγούσε το υπ΄ αριθ. .... ΙΧΦ αυτοκίνητο το οποίο είναι 17.000 χλγ.

ενώ κατείχε την υπ΄ αριθ. ... άδεια οδήγησης κατηγορίας Β΄ ερασιτεχνική με την οποία δεν δικαιούται να οδηγεί φορτηγό άνω των 3.500 χλγ.».

Ήδη, ο αιτών επικαλείται, με την εξεταζόμενη αίτησή του, ως νέο αποδεικτικό στοιχείο, την υπ΄ αριθ. 6937/23-7-2004 , ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ..... , ένορκη βεβαίωση του .... , γιου του αιτούντος, ο οποίος καταθέτει, κατά λέξη, τα εξής: «Είμαι γιος του .... , ο οποίος καταδικάσθηκε αμετάκλητα με την αριθμό 4183/03 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών και τριών (3) μηνών, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και παράβαση του Ν. 2696/99.

Σχετικά με την υπόθεση αυτή, θέλω να καταθέσω τα παρακάτω, προκειμένου να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου που εδίκασε την υπόθεση του πατέρα μου ως κατηγορουμένου και να εκτιμηθούν ανάλογα. Ο οδηγός του φορτηγού και πατέρας μου ήταν ξεκούραστος κατά την οδήγηση του φορτηγού αυτού. Δεν είχε, ούτε αισθάνθηκε κόπωση, όπως συνέχεια έλεγε σε μένα και σε ολόκληρη την οικογένειά μας, μετά το συμβάν.

Είναι πατέρας μου και τον ζω από τότε που γεννήθηκα. Βλέπω και ξέρω ότι οι σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του κατά το παρελθόν, όπως και κατά το παρόν, αλλά και κατά το χρόνο του συμβάντος, ήταν και είναι μεγάλες. Μετά από επανειλημμένες συζητήσεις που έγιναν μεταξύ μας μετά την παραπάνω τελεσίδικη καταδίκη του, όπως και προσπάθειά του να θυμηθεί όσο γίνεται περισσότερο τι έγινε την ημέρα εκείνη που συνέβη το περιστατικό για το οποίο καταδικάσθηκε, το απολύτως σίγουρο πλέον είναι ότι τη στιγμή που άρχισε να τον καταλαμβάνει ύπνωση, πίστευε σύμφωνα με (αδιευκρίνιστα) υπάρχουσες ή μη υπάρχουσες αισθήσεις στο πρόσωπό του, ότι μπροστά του βρέθηκε αυτοκίνητο που ανέκοψε απότομα την ταχύτητά του και τον υποχρέωσε να στρίψει αριστερά μέσα στο ρεύμα πορείας του και να καταλάβει σχεδόν κάθετα το οδόστρωμα, χωρίς να το καταλάβει και χωρίς να γνωρίζει την κίνηση αυτή ή να την έκανε συνειδητά, ενώ την ίδια εκείνη στιγμή, προτού δηλαδή κλείνει προς τα αριστερά το φορτηγό που οδηγούσε και στη συνέχεια καταλάβει σχεδόν κάθετα το οδόστρωμα με αποτέλεσμα να πέσουν επάνω του τα δύο ΙΧΕ αυτοκίνητα, τον κατέλαβε πλήρης ύπνωση, χωρίς να το καταλάβει και χωρίς να έχει από τη στιγμή εκείνη τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε.

Ο πατέρας μου ξύπνησε από το δυνατό χτύπημα των δύο ΙΧΕ αυτοκινήτων που έπεσαν πάνω στο φορτηγό, όταν αυτό βρισκόταν στη θέση που προανέφερα, ενστικτωδώς πάτησε φρένο, πλην όμως είχε ήδη επέλθει η τραγική σύγκρουση. Εξακολουθεί να επαναλαμβάνει ο πατέρας μου, στην προσπάθειά του να δώσει απάντηση στην ύπνωση που τον κατέλαβε και το στη συνέχεια τραγικό συμβάν, ότι «δεν μπορώ να θυμηθώ τι έγινε από τη στιγμή που με κατέλαβε ύπνωση μέχρι τη στιγμή που από το δυνατό χτύπημα των ΙΧΕ αυτοκινήτων πάνω στο φορτηγό, πετάχτηκα και αφυπνίστηκα», προσδιορίζοντας πάντοτε χρονικά, τη στιγμή της υπνώσεως.

Αυτά τα διηγήθηκε και τα διηγείται σε μένα, στην οικογένειά μας και στον καθένα που θα συζητήσει μαζί του για το συμβάν. Κάθε θάνατος, όπως και αν αυτός επήλθε, είναι αναμφίβολα τραγικός και το κενό που αφήνει αυτός στην οικογένεια του θανόντος είναι δυσαναπλήρωτο. Όμως, είμαι πεπεισμένος και βέβαιος ότι η στιγμιαία ύπνωση που κατέλαβε τον πατέρα μου, είναι χρονικά η παραπάνω αναφερόμενη και είναι αυτή που απέκλεισε από αυτόν την δυνατότητα να ελέγξει την οδήγηση του φορτηγού αυτοκινήτου και να κάνει οποιαδήποτε ενέργεια για να μην υπάρξει αποτέλεσμα και συνέπεια σε βάρος οποιουδήποτε τρίτου.

Σημειώνω τέλος, ότι ο πατέρας μου είναι έμπειρος οδηγός, οδηγεί επί 50 ολόκληρα χρόνια και ποτέ δεν υπήρξε υπαίτιος οποιουδήποτε τροχαίου ή άλλου αδικήματος. Η προσωρινή διατάραξη της συνειδήσεώς του συνεπεία της ακούσιας υπνώσεώς του, στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε το αίτιο της αδυναμίας ελέγχου της οδηγήσεως του από αυτόν φορτηγού αυτοκινήτου».

Από την άνω ένορκη βεβαίωση, συνάγεται ότι ως νέο γεγονός και νέα απόδειξη, προβάλλεται το ότι ο αιτών, οδηγών το άνω αυτοκίνητο, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, κατελήφθη από ύπνωση από τη στιγμή που το άνω αυτοκίνητο που οδηγούσε, παρεξέκλινε της πορείας του, εξετράπη αυτής και βρέθηκε σχεδόν κάθετα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, έως ότου επέπεσαν επ΄ αυτού τα ως είρηται δύο Ι.Χ.

αυτοκίνητα και αφυπνίστηκε. Υπήρξε διατάραξη της συνειδήσεώς του και κατά συνέπεια, η πράξη του δεν είναι κατά νόμο καταλογιστέα. Επ΄ αυτών, ρητέα τα ακόλουθα:Κατ΄ αρχήν, τα ανωτέρω, φέρονται ως διηγηθέντα εκ μέρους του αιτούντος, προς τον άνω γιο του. Η εν λόγω ένορκη βεβαίωση συνετάγη στις 23/7/2004, ενώ το ατύχημα συνέβη στις 5/7/1999.

Αυτόν τον ισχυρισμό δεν προέβαλε ο αιτών, ούτε στη δικάσιμο της 16/4/2003, όταν εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Αντίθετα, τότε, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι αντέδρασε κατά τον εκτιθέμενο στην απόφαση τρόπο, λόγω του ότι ένα αυτοκίνητο Ι.Χ., που προηγείτο στον δρόμο, σταμάτησε αιφνιδίως. Πρόκειται, συνεπώς, για μαρτυρία προφανώς αναξιόπιστη (Α.Π: (Συμβ.) 186/2001, Α.Π. (Συμβ.) 1908/2001, Α.Π. (Συμβ.) 148/2003).

Εξάλλου, το θέμα της ύπνωσης του αιτούντος (κατηγορουμένου), δεν είναι άγνωστο στους καταδικάσαντας αυτόν δικαστάς. Αντίθετα, είχε υποβληθεί στην κρίση των. Πράγματι, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι ο μεν μάρτυρας ... κατέθεσε: «…...ο οδηγός του φορτηγού μας είπαν ότι αποκοιμήθηκε…….», ο δε μάρτυρας ...

κατέθεσε : «……πιστεύω ότι αποκοιμήθηκε». Αλλά και στο αιτιολογικό της απόφασης, εκτίθεται σχετικώς, ότι ο κατηγορούμενος (αιτών) «……απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, καταληφθείς από στιγμιαία ύπνωση, με συνέπεια να παρεκκλίνει αυτό (όχημα) της πορείας του, κατά τα ανωτέρω και να προκληθεί το προαναφερθέν τροχαίο ατύχημα εκ του οποίου επήλθε ο θάνατος των ως άνω .., ...

και ……». Δεν υπάρχει, συνεπώς, ουσιώδης διαφορά από τη σύγκριση αυτών των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και του ως άνω στοιχείου που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών, ως άγνωστη και νέα απόδειξη.

Επειδή, κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι αβάσιμος ο λόγος που στηρίζεται στο άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Π.Δ. και πρέπει να απορριφθεί και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση αίτηση ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Προτείνω: 1)Να απορριφθεί, ως αβάσιμη, η από 26/7/2004 αίτηση του ...., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ΄ αριθ. 4183/2003 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του ως άνω αιτούντος.

Αθήνα 4 Μαΐου 2005

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Απόστολος Οικονόμου

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η περίπτωση του εδαφίου 2,κατά την οποία:

Αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως, καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ΄ αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία ( Α.Π. (σε Συμβ.) 1717/02, Π.Χ.

ΝΓ, 642).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ΄ αριθ. 4183/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αιτών καταδικάσθηκε αμετάκλητα για τα πλημμελήματα α) της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και β) της οδήγησης αυτοκινήτου χωρίς την νόμιμη άδεια οδήγησης (άρθρα 28, 94, 302 παρ. 1 Π.Κ., 94 παρ. 1,5 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) επί τω λόγω ότι κατά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν, από τα είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθίσταται φανερό ότι ο ανωτέρω αιτών είναι αθώος για την αξιόποινη πράξη που καταδικάσθηκε.

Η αίτηση αυτή, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη είναι νόμιμη, παραδεκτώς δε εισάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3, 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί στην ουσία. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, με την υπ΄ αριθ. 4183/16-4-2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, δι΄ απορρίψεως της ασκηθείσης κατ΄ αυτής αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ΄ αριθ. 907/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο άνω αιτών καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών και τριών (3) μηνών και χρημ.

ποινή 300 ευρώ, για: α) ανθρωποκτονία, από αμέλεια, κατά συρροή και β) οδήγηση αυτοκινήτου χωρίς τη νόμιμη άδεια οδήγησης. Συγκεκριμένα, ο αιτών καταδικάσθηκε, διότι :«Α) στη Μαλακάσα στο 49,500 χιλ/τρο Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Λαμίας στις 5-7-99 και περί ώρα 01.15 με μία πράξη τέλεσε περισσότερα εγκλήματα ως οδηγός αυτοκινήτου και υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την κίνησή του, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε με το όχημά του και κατά την οδήγηση αυτού το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προήλθε από την πράξη του.

Συγκεκριμένα οδηγώντας το υπ΄ αριθ. .... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, τύπου ... στη Ν.Ε.Ο. Αθηνών– Λαμίας και στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, κατευθυνόμενος προς Αθήνα, νύχτα, χωρίς να περιορίζεται η ορατότητά του εξαιτίας κάποιου εμποδίου και καλή-ξηρά κατάσταση οδού, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και παρέλειψε να επιδείξει την οφειλόμενη σύνεση κατά την πορεία του οχήματός του και συγκεκριμένα λόγω σωματικής και πνευματικής κοπώσεως συνεπεία της οποίας ο ως άνω οδηγός εκοιμήθη για μικρό χρονικό διάστημα, αντέδρασε λανθασμένα ύστερα από ξαφνικό ξύπνημα, χάνοντας τον έλεγχο του αυτοκινήτου του με συνέπεια αυτό να εκτραπεί της πορείας του προς τα αριστερά και να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας όπου εκινούντο α) το υπ΄ αριθ. ....

ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο .... και το οποίο εκινείτο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα και β) το υπ΄ αριθ. .... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ...., με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα και που ακολουθούσε το με στοιχ. Α΄ αυτοκίνητο. Συνεπεία της εισόδου του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ήταν να προσκρούσει πάνω στην εμπρόσθια αριστερή περιοχή του το αυτοκίνητο του .... , το οποίο πέρασε κάτω από την εμπρόσθια περιοχή του οχήματος του κατηγορουμένου και μεταξύ του τσιμεντένιου στηθαίου, ενώ το αυτοκίνητο του ....

που ακολουθούσε προσέκρουσε πάνω στην περιοχή του εμπροσθίου αριστερού τροχού του οχήματος του κατηγορουμένου. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να υποστεί ο οδηγός του υπό στοιχ. α΄ οχήματος ... βαριές κακώσεις κεφαλής και θώρακος (κατάγματα προσωπικού κρανίου, αιμορραγία εγκεφάλου, κάταγμα άνω και κάτω τομέων οδόντων και κατάγματα της 2ης – 10ης πλευράς του δεξιού ημιθωρακίου), ο οδηγός του υπό στοιχ.

β΄ οχήματος .... βαριές κακώσεις κεφαλής και αυχένος (αιμορραγική διήθηση των μαλακών μορίων της μετωπιαίας και της δεξιάς κροταφικής χώρας, κάταγμα των ρινικών οστών, τραυματική υπαραχνοειδής αιμορραγία του εγκεφάλου, εξάρθρημα της ατλαντοϊνιακής , αιμάτωμα της πρόσθιας τραχηλικής χώρας, κάταγμα του δεύτερου και τρίτου κρίκου της τραχείας και οίδημα στους πνεύμονες) και η .... , συνοδηγός του υπό στοιχ.

α΄ οχήματος πολλαπλές κακώσεις (συντριπτικό κάταγμα των οστών της βάσης του κρανίου, διατομή στελέχους του εγκεφάλου, κάταγμα – εξάρθρημα της ατλαντοϊνιακής με διατομή του νωτιαίου μυελού, κάταγμα του στέρνου και της δεξιάς κλειδός, κάταγμα της 1ης – 10ης πλευράς του δεξιού και της 2ης - 10ης πλευράς του αριστερού ημιθωρακίου, διατομή της αορτής και τραυματική ρήξη του προσθίου τοιχώματος της καρδίας.

Από τις κακώσεις αυτές, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος και για τους τρεις παθόντες.

Β) στις 5/7/99 στη Μαλακάσα στην Ν.Ε.Ο. Αθηνών – Λαμίας οδηγούσε αυτοκίνητο χωρίς να έχει εκδοθεί νόμιμα στο όνομά του η κατάλληλη άδεια οδήγησης και συγκεκριμένα οδηγούσε το υπ΄ αριθ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο το οποίο είναι 17.000 χλγ. ενώ κατείχε την υπ΄ αριθ. .... άδεια οδήγησης κατηγορίας Β΄ ερασιτεχνική με την οποία δεν δικαιούται να οδηγεί φορτηγό άνω των 3.500 χλγ.».

Ήδη, ο αιτών επικαλείται, με την εξεταζόμενη αίτησή του, ως νέο αποδεικτικό στοιχείο, την υπ΄ αριθ. 6937/23-7-2004 , ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ... , ένορκη βεβαίωση του ... , γιου του, ο οποίος καταθέτει, κατά λέξη, τα εξής: «Είμαι γιος του .... , ο οποίος καταδικάσθηκε αμετάκλητα με την αριθμό 4183/03 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών και τριών (3) μηνών, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και παράβαση του Ν. 2696/99.

Σχετικά με την υπόθεση αυτή, θέλω να καταθέσω τα παρακάτω, προκειμένου να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου που εδίκασε την υπόθεση του πατέρα μου ως κατηγορουμένου και να εκτιμηθούν ανάλογα. Ο οδηγός του φορτηγού και πατέρας μου ήταν ξεκούραστος κατά την οδήγηση του φορτηγού αυτού. Δεν είχε, ούτε αισθάνθηκε κόπωση, όπως συνέχεια έλεγε σε μένα και σε ολόκληρη την οικογένειά μας, μετά το συμβάν.

Είναι πατέρας μου και τον ζω από τότε που γεννήθηκα. Βλέπω και ξέρω ότι οι σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του κατά το παρελθόν, όπως και κατά το παρόν, αλλά και κατά το χρόνο του συμβάντος, ήταν και είναι μεγάλες. Μετά από επανειλημμένες συζητήσεις που έγιναν μεταξύ μας μετά την παραπάνω τελεσίδικη καταδίκη του, όπως και προσπάθειά του να θυμηθεί όσο γίνεται περισσότερο τι έγινε την ημέρα εκείνη που συνέβη το περιστατικό για το οποίο καταδικάσθηκε, το απολύτως σίγουρο πλέον είναι ότι τη στιγμή που άρχισε να τον καταλαμβάνει ύπνωση, πίστευε σύμφωνα με (αδιευκρίνιστα) υπάρχουσες ή μη υπάρχουσες αισθήσεις στο πρόσωπό του, ότι μπροστά του βρέθηκε αυτοκίνητο που ανέκοψε απότομα την ταχύτητά του και τον υποχρέωσε να στρίψει αριστερά μέσα στο ρεύμα πορείας του και να καταλάβει σχεδόν κάθετα το οδόστρωμα, χωρίς να το καταλάβει και χωρίς να γνωρίζει την κίνηση αυτή ή να την κάνει συνειδητά, ενώ την ίδια εκείνη στιγμή, προτού δηλαδή κλείνει προς τα αριστερά το φορτηγό που οδηγούσε και στη συνέχεια καταλάβει σχεδόν κάθετα το οδόστρωμα με αποτέλεσμα να πέσουν επάνω του τα δύο ΙΧΕ αυτοκίνητα, τον κατέλαβε πλήρης ύπνωση, χωρίς να το καταλάβει και χωρίς να έχει από τη στιγμή εκείνη τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε.

Ο πατέρας μου ξύπνησε από το δυνατό χτύπημα των δύο ΙΧΕ αυτοκινήτων που έπεσαν πάνω στο φορτηγό, όταν αυτό βρισκόταν στη θέση που προανέφερα, ενστικτωδώς πάτησε φρένο, πλην όμως είχε ήδη επέλθει η τραγική σύγκρουση. Εξακολουθεί να επαναλαμβάνει ο πατέρας μου, στην προσπάθειά του να δώσει απάντηση στην ύπνωση που τον κατέλαβε και το στη συνέχεια τραγικό συμβάν, ότι «δεν μπορώ να θυμηθώ τι έγινε από τη στιγμή που με κατέλαβε ύπνωση μέχρι τη στιγμή που από το δυνατό χτύπημα των ΙΧΕ αυτοκινήτων πάνω στο φορτηγό, πετάχτηκα και αφυπνίστηκα», προσδιορίζοντας πάντοτε χρονικά, τη στιγμή της υπνώσεως.

Αυτά τα διηγήθηκε και τα διηγείται σε μένα, στην οικογένειά μας και στον καθένα που θα συζητήσει μαζί του για το συμβάν. Κάθε θάνατος, όπως και αν αυτός επήλθε, είναι αναμφίβολα τραγικός και το κενό που αφήνει αυτός στην οικογένεια του θανόντος είναι δυσαναπλήρωτο. Όμως, είμαι πεπεισμένος και βέβαιος ότι η στιγμιαία ύπνωση που κατέλαβε τον πατέρα μου, είναι χρονικά η παραπάνω αναφερόμενη και είναι αυτή που απέκλεισε από αυτόν την δυνατότητα να ελέγξει την οδήγηση του φορτηγού αυτοκινήτου και να κάνει οποιαδήποτε ενέργεια για να μην υπάρξει αποτέλεσμα και συνέπεια σε βάρος οποιουδήποτε τρίτου.

Σημειώνω τέλος, ότι ο πατέρας μου είναι έμπειρος οδηγός, οδηγεί επί 50 ολόκληρα χρόνια και ποτέ δεν υπήρξε υπαίτιος οποιουδήποτε τροχαίου ή άλλου αδικήματος. Η προσωρινή διατάραξη της συνειδήσεώς του συνεπεία της ακούσιας υπνώσεώς του, στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε το αίτιο της αδυναμίας ελέγχου της οδηγήσεως του από αυτόν φορτηγού αυτοκινήτου».

Από την άνω ένορκη βεβαίωση, συνάγεται ότι ως νέο γεγονός και νέα απόδειξη, προβάλλεται το ότι ο αιτών, οδηγών το άνω αυτοκίνητο, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, κατελήφθη από ύπνωση από τη στιγμή που το άνω αυτοκίνητο που οδηγούσε, παρεξέκλινε της πορείας του, εξετράπη αυτής και βρέθηκε σχεδόν κάθετα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, έως ότου επέπεσαν επ΄ αυτού τα ως είρηται δύο Ι.Χ.

αυτοκίνητα και αφυπνίστηκε. Υπήρξε δηλαδή διατάραξη της συνειδήσεώς του και κατά συνέπεια, εφ' όσον εξαιτίας της δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, η πράξη του δεν είναι κατά νόμο καταλογιστέα (αρθρ. 34 Π.Κ.). Σχετικά με αυτά, πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα:

Κατ΄ αρχήν, τα ανωτέρω, φέρονται ως διηγηθέντα εκ μέρους του αιτούντος, προς τον άνω γιο του. Η εν λόγω ένορκη βεβαίωση συνετάγη στις 23/7/2004, ενώ το ατύχημα συνέβη στις 5/7/1999. Αυτόν τον ισχυρισμό δεν προέβαλε ο αιτών, ούτε στη δικάσιμο της 16/4/2003, όταν εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Αντίθετα, τότε, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι αντέδρασε κατά τον εκτιθέμενο στην απόφαση τρόπο, λόγω του ότι ένα αυτοκίνητο Ι.Χ., που προηγείτο στον δρόμο, σταμάτησε αιφνιδίως.

Πρόκειται, συνεπώς, για μαρτυρία που εκ των υστέρων κατασκευάσθηκε και προφανώς αναξιόπιστη. Εξάλλου, το θέμα της ύπνωσης του αιτούντος (κατηγορουμένου), δεν ήταν άγνωστο στους δικαστές που τον καταδίκασαν. Αντίθετα, είχε υποβληθεί στην κρίση των. Πράγματι, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι ο μεν μάρτυρας ...

κατέθεσε: «…...ο οδηγός του φορτηγού μας είπαν ότι αποκοιμήθηκε…….», ο δε μάρτυρας .... κατέθεσε : «……πιστεύω ότι αποκοιμήθηκε». Αλλά και στο αιτιολογικό της απόφασης, εκτίθεται σχετικώς, ότι ο κατηγορούμενος (αιτών) «……απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, καταληφθείς από στιγμιαία ύπνωση, με συνέπεια να παρεκκλίνει αυτό (όχημα) της πορείας του, κατά τα ανωτέρω και να προκληθεί το προαναφερθέν τροχαίο ατύχημα εκ του οποίου επήλθε ο θάνατος των ως άνω ... , ...

και ……». Δεν υπάρχει, συνεπώς, ουσιώδης διαφορά από τη σύγκριση αυτών των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και του ως άνω στοιχείου που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών, ως άγνωστη και νέα απόδειξη.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι αβάσιμος ο λόγος που στηρίζεται στο άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Π.Δ. και πρέπει να απορριφθεί και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση αίτηση ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-7-2004 αίτηση του .... για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 4183/2003 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2006. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ