Supreme Court dismisses appeal against lower court judgment due to lack of new evidence and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documentary evidence submitted regarding a contract dispute involving a television program. The court rejected this claim, ruling that the appellate court had explicitly evaluated all submitted documents and that the appellant's arguments were unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 404, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court has duly considered all evidence presented and the appellant fails to demonstrate a specific procedural error or new fact justifying a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1000 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1000/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Π. & ΣΙΑ ΟΕ", η οποία μετονομάστηκε σε "Μ. Α. Β. και ΣΙΑ ΕΕ", που τελεί υπό εκκαθάριση, εδρεύει στη Βάρη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Σ. Π. του Ε., κατοίκου ... Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γκουτίδη, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1237/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 3694/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 10-10-2023 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 3694/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης που δημοσιεύθηκε στις 25-7-2023 ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 19-10-2023 μαζί με παράβολο των 450 ευρώ (άρθ. 495, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Η από το άρθρο 404 ΑΚ προβλεπομένη σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον, ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλομένη σ` αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία, που αμέσως μεν αποτελεί μέσον πίεσης προς εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κυρίας ενοχής, περαιτέρω δε συνιστά ένα τρόπο αποζημίωσης, την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο ασυνεπής συμβαλλόμενος, αποκαθιστώντας έτσι την προξενούμενη από την εν λόγω συμπεριφορά του ζημία στον άλλο, χωρίς ωστόσο ο τελευταίος για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του κατ` άρθρ. 405 § 2 ΑΚ.
Μεταξύ των προϋποθέσεων της γνήσιας ποινικής ρήτρας είναι η ύπαρξη κύριας ενοχής, η τύχη της οποίας αμέσως επηρεάζει και εκείνη της παρεπόμενης ενοχής της ποινικής ρήτρας, κατ` άρθρο 408 ΑΚ (ΑΠ 928/2019, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 17/2011, ΑΠ 797/2010). Kατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 § 1 εδ. α` ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη τού ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1547/2023, ΑΠ 3/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1547/2023, ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1547/2023, ΑΠ 345/2018).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του ALPHA TV, ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού πανελλαδικής εμβέλειας. Στα πλαίσια εκτέλεσης του σκοπού της αποφάσισε να εντάξει κατά το έτος 2004 στο πρόγραμμά της μία νέα τρίωρη εβδομαδιαία ψυχαγωγική εκπομπή το Σαββατοκύριακο και για το σκοπό αυτό συνήψε στην Αθήνα στις 1-9-2004 με την πρώτη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "Σ.
Π. & ΣΙΑ ΟΕ", η οποία κατά τον ως άνω χρόνο εκπροσωπείτο νόμιμα από την δεύτερη εναγόμενη, ηθοποιό και τηλεπαρουσιάστρια με το καλλιτεχνικό όνομα Σ. Α., το υπ' αριθμ. πρωτ. 446 ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο συμβλήθηκε, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη η ανωτέρω δεύτερη εναγόμενη. Ήδη, δυνάμει του από 14-12-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, τροποποιήθηκε η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία σε ετερόρρυθμη εταιρεία με τροποποίηση της επωνυμίας της σε "Μ.
Α. Β. και ΣΙΑ Ε.Ε" και πλέον με το από 1-03-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό λύθηκε, όπως προκύπτει και από το προσκομιζόμενο υπ'αριθμ. πρωτ. .../2015 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του από 1-09-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, η ενάγουσα η οποία εξέπεμπε πρόγραμμα από τον τηλεοπτικό σταθμό "ALPHA" και ασχολείτο μεταξύ των άλλων με την προβολή τηλεοπτικών προγραμμάτων ανέθεσε στην πρώτη εναγόμενη και η τελευταία αποδέχθηκε, για το χρονικό διάστημα από 1/09/2004 έως 31/08/2005, το οποίο ρητώς ορίστηκε και ως χρόνος εκτέλεσης, σύμφωνα με τον όρο 11.2, διά της εκ τρίτου συμβαλλόμενης, νυν δεύτερης εναγόμενης, το έργο της παρουσίασης τηλεοπτικών προγραμμάτων, όπως μίας τρίωρης εβδομαδιαίας εκπομπής που θα προβαλλόταν κατ'αρχήν κάθε Σαββατοκύριακο, ή οποιοσδήποτε άλλης ενέτασσε ο ALPHA στο πρόγραμμά του, το οποίο θα μεταδιδόταν από τον ομώνυμο τηλεοπτικό σταθμό, κατά τους ειδικότερους διαλαμβανόμενους όρους και συμφωνίες.
Η εταιρία παραγωγής του έργου θα ήταν εταιρία της αποκλειστικής επιλογής του ALPHA, όπως και κάθε τι που αφορούσε στην εκτέλεση της παραγωγής και το αντικείμενο του έργου, ενώ η συμμετοχή στο έργο της δεύτερης εναγόμενης ως παρουσιάστριας, συμφωνήθηκε κατά τρόπο αποκλειστικό, ως αναγκαίος όρος για την κατάρτιση και λειτουργία της ως άνω σύμβασης.
Η πρώτη εναγόμενη και η δεύτερη ως παρουσιάστρια, δήλωσαν και εγγυήθηκαν ότι η τελευταία δεν θα συμμετείχε καθ' οιονδήποτε τρόπο (ως παρουσιάστρια ή κατ' άλλο τρόπο) σε παραγωγές προγραμμάτων, που επρόκειτο να μεταδοθούν από άλλο τηλεοπτικό σταθμό για το χρονικό διάστημα ισχύος της ως άνω σύμβασης, ωστόσο επιτράπηκε στη δεύτερη εναγόμενη να μετέχει ως προσκεκλημένη σε τηλεοπτική εκπομπή άλλου τηλεοπτικού σταθμού, εφόσον προηγείτο από την πρώτη εναγόμενη έγγραφη ενημέρωση της Διοίκησης του τηλεοπτικού σταθμού της ενάγουσας.
Επίσης συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων όπως όλα τα δικαιώματα επί του παραχθησομένου έργου που θα εκτελούσε η εναγόμενη δια της παρουσιάστριας συμπεριλαμβανομένων φυσικά και αυτών της παρουσιάστριας, να εκχωρούνται στην ενάγουσα, η οποία θα παραλάμβανε το έργο ελεύθερο από κάθε βάρος (με επίγεια ή δορυφορική αναμετάδοση), χωρίς καμία απαίτηση κατά της ενάγουσας από την καθ'οιονδήποτε τρόπο εκμετάλλευση του έργου από αυτήν.
Ενδεικτικά ορίστηκε ότι η ενάγουσα δικαιούτο να μεταδίδει καθ'οιονδήποτε τρόπο το έργο ή μέρος αυτού και να το αναμεταδίδει με οποιοδήποτε μέσο και με κάθε δυνατό τρόπο, ακόμα και μεταγλωττισμένο ή υποτιτλισμένο σε άλλη γλώσσα (διάθεση εκπομπών σε βιντεοκασέτες, κασέτες μαγνητοφώνου, δίσκους CD, DVD, καταχώρηση σε ιστοσελίδες κλπ).(όρος III. 1).
Επίσης συμφωνήθηκε όπως η ενάγουσα να δικαιούται να εκμεταλλεύεται καθ'οιονδήποτε τρόπο, ιδία διαφημιστικά ή εμπορικά, το έργο σύμφωνα πάντα με την καλή πίστη και τα συναλλακτική ήθη. (όρος III.2).
Εξάλλου με τα οριζόμενα στο άρθρο 1.2, η ανωτέρω σύμβαση ήταν σύμβαση έργου μονοετούς διάρκειας, αρχόμενη στις 01/09/2004 και λήξεως στις 31-08-2005 αζημίως και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, χωρίς ν'απαιτείται οποιαδήποτε προειδοποίηση. Επιπλέον, με τον όρο 1.3, τα συμβαλλόμενα μέρη ρητώς συμφώνησαν ότι ο ALPHA δικαιούτο να γνωστοποιήσει στην πρώτη εναγόμενη ένα (1) μήνα προ της λήξεως της ως άνω σύμβασης ότι προβαίνει σε ανανέωση της σύμβασης έργου υπό τους ίδιους όρους, πλην αυτού που αφορούσε το ύψος του εργολαβικού ανταλλάγματος, για δύο (2) ακόμη έτη.
Περαιτέρω, μεταξύ άλλων, κατά τα οριζόμενα στον όρο 2.2., η δεύτερη εναγόμενη αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα και αναντίρρητα την ως άνω σύμβαση και δήλωσε ότι θα εκτελέσει το ως άνω έργο της αυτοπροσώπως, σύμφωνα με την επαγγελματική της κατάρτιση, την εμπειρία, τα διδάγματα της επιστήμης, της πείρας και της λογικής τα οριζόμενα από την νομοθεσία και ιδία αυτή περί ραδιοτηλεοπτικών μέσων, δηλώνοντας ότι θα συνέβαλε για την άρτια εκτέλεση του ως άνω έργου, και ότι θα συνεργαζόταν αρμονικά με την Διοίκηση της ενάγουσας, το εν γένει προσωπικό και συνεργάτες αυτού.
Επιπροσθέτως, ρητώς συμφωνήθηκε στον όρο IV που τιτλοφορείτο "εργολαβικό αντάλλαγμα", ότι η ενάγουσα θα κατέβαλε καθ' όλη τη χρονική διάρκεια λειτουργίας της ανωτέρω σύμβασης στην πρώτη εναγόμενη συνολικά, ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση του συμπεφωνημένου έργου, κατά τους όρους του συμφωνητικού το ποσό των εκατόν σαράντα έξι χιλιάδων επτακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (146.735,14 ευρώ) μικτά, πλέον ΦΠΑ.
Υπό την προϋπόθεση της προσήκουσας και εμπρόθεσμης εκτέλεσης του έργου, το ως άνω εργολαβικό αντάλλαγμα συμφωνήθηκε ότι θα καταβαλλόταν μετά από εκκαθάριση που θα γινόταν σε μηνιαία βάση, με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, αφού προηγουμένως η πρώτη εναγόμενη εξέδιδε το σχετικό νόμιμο παραστατικό.
Επίσης, με τον όρο IV 2, ρητώς συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που η ενάγουσα ασκούσε το δικαίωμά της για συνέχιση της σύμβασης: α) για δεύτερο χρόνο, το ύψος του εργολαβικού ανταλλάγματος θα ανήρχετο σε εκατόν εβδομήντα έξι χιλιάδες ογδόντα δύο ευρώ και δέκα επτά λεπτά (176.082,17 ευρώ) μικτά πλέον ΦΠΑ και β) για τρίτο χρόνο, το ύψος του εργολαβικού ανταλλάγματος θα ανερχόταν σε διακόσιες πέντε χιλιάδες τετρακόσια τριάντα ευρώ (205.430 ευρώ) μικτά, πλέον ΦΠΑ.
Τέλος, ο όρος V, όρισε ως προς τη λήξη - καταγγελία της σύμβασης ότι η ανωτέρω από 1-09-2004 σύμβαση, θα λυόταν πριν από τον χρόνο για τον οποίο συμφωνήθηκε με κοινή συμφωνία των μερών, αζημίως και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Έτι περαιτέρω, με τους ακόλουθους όρους προβλέφθηκαν ποινικές ρήτρες για τις κάτωθι περιπτώσεις, ήτοι κατά τα οριζόμενα στον όρο V2, σε περίπτωση που η πρώτη εναγόμενη:
α) δεν μπορούσε εξ υπαιτιότητας της να παράσχει τα συμπεφωνημένα και δεν υλοποιούσε την ως άνω σύμβαση (π.χ. αδυναμία έναρξης εκτελέσεως του έργου), οπότε υποχρεούτο να καταβάλλει στην ενάγουσα ποινική ρήτρα ποσού τριακοσίων χιλιάδων ευρώ (300.000 ευρώ) και β) αν κατήγγειλε την σύμβαση από της ενάρξεως και πριν από τη λήξη της για οποιοδήποτε λόγο, συμφωνήθηκε, ότι θα κατέβαλε ως ποινική ρήτρα στην ενάγουσα το ποσό των διακοσίων είκοσι χιλιάδων ευρώ (220.000 ευρώ), ποσά τα οποία κρίθηκαν εύλογα, δίκαια και ανταποκρινόμενα στην επένδυση στην οποία προέβη η ενάγουσα.
Εισέτι, κατά τα οριζόμενα στον όρο V3, η ενάγουσα δικαιούτο να προβεί σε έγγραφη καταγγελία της ως άνω σύμβασης οποτεδήποτε, τα αποτελέσματα της οποίας θα επέρχονταν άμεσα και αζημίως για αυτήν, εάν η πρώτη εναγόμενη παραβίαζε την υποχρέωσή της περί αποκλειστικής συμμετοχής της δεύτερης εναγόμενης ως παρουσιάστριας στην ενάγουσα ή και εάν η πρώτη ή /και η δεύτερη εναγόμενη αναλάμβαναν την οργάνωση ή/και παραγωγή ή/και συντονισμό ή/και παρουσίαση εκπομπής, που επρόκειτο να μεταδοθεί από άλλο τηλεοπτικά σταθμό, ανεξαρτήτως της εννόμου σχέσεως που θα τους συνέδεε με αυτόν, οπότε υποχρεούντο να καταβάλουν και ως ποινική ρήτρα στην ενάγουσα το ποσό τριακοσίων χιλιάδων ευρώ (300.000 ευρώ).
Όλοι οι ανωτέρω όροι συμφωνήθηκαν ως ουσιώδεις και παράβαση αυτών από το συμβαλλόμενο μέρος, χορήγησε στο άλλο δικαίωμα άμεσης καταγγελίας της σύμβασης, ενώ κάθε τροποποίηση αυτών ορίστηκε ότι θα αποδεικνύεται μόνο εγγράφως, αποκλεισμένου ρητώς κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου, τυχόν δε μη άσκηση από τα μέρη των δικαιωμάτων τους από την ως άνω σύμβαση, δεν σήμαινε παραίτησή τους από την άσκηση αυτών, ούτε απέκλειε τη μεταγενέστερη άσκησή τους.
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι, σε εκτέλεση του ανωτέρω συμφωνητικού η ενάγουσα εταιρεία ανέθεσε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PLUS PRODUCTIONS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ" την εκτέλεση παραγωγής της ψυχαγωγικής τηλεοπτικής εκπομπής με τίτλο "ΑΥΤΟ ΜΑΣ ΕΛΕΙΠΕ", την παρουσίαση της οποίας ανέλαβε κάθε Σάββατο και Κυριακή από ώρα 10.00 π.μ έως 13.00 μ.μ η δεύτερη εναγόμενη μέχρι τα τέλη Ιουνίου 2005 (τέλος της τηλεοπτικής περιόδου).
Λόγω δε της υψηλής ακροαματικότητας της εκπομπής αυτής, η ενάγουσα, συνεκτιμώντας τα οφέλη του τηλεοπτικού της σταθμού, απέστειλε διά των αρμοδίων οργάνων της την με αριθμ. πρωτ. 666/28.7.2005 επιστολή προς τις εναγόμενες, με την οποία δήλωσε ότι σε εκτέλεση του προαναφερόμενου όρου 1.3 της από 1-09-2004 σύμβασης, ασκώντας το σχετικό της δικαίωμα, προέβαινε σε ανανέωση αυτής για δύο ακόμα έτη, ήτοι μέχρι την 31-08-2007, με τους ίδιους όρους που διαλαμβάνονταν στην από 1-09-2004 σύμβαση.
Σύμφωνα δε με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω επιστολή ειδικά και μόνο τροποποιούντο: 1) οι παράγραφοι 2α και 2β του όρου IV περί εργολαβικού ανταλλάγματος ως προς τα εκεί αναγραφόμενα ποσά, και συνεπώς το ύψος του εργολαβικού ανταλλάγματος πλέον ανερχόταν: α) στο ποσό των 300.000 ευρώ, μικτά, πλέον ΦΠΑ, για το δεύτερο χρόνο λειτουργίας της σύμβασης, ήτοι από 1-09-2005 έως 31-08-2006 και β) στο ποσό των 350.000 ευρώ, μικτά, πλέον ΦΠΑ, για το τρίτο χρόνο λειτουργίας της σύμβασης, ήτοι από 1-09-2006 έως 31 -08-2007, 2) οι παράγραφοι 2 και 3 του όρου V υπό τον τίτλο "Λήξη - Καταγγελία", ως προς τα ποσά των εκεί αναγραφόμενων ποινικών ρητρών, τα οποία πλέον θα ανέρχονταν για το χρονικό διάστημα από 1-09-2005 μέχρι 31-08-2007, στην μεν παράγραφο 2α στο ποσό των 600.000 ευρώ, στην δε παράγραφο 2 στο ποσό των 440.000 ευρώ και στην παράγραφο 3 στο ποσό των 600.000 ευρώ.
Η ως άνω επιστολή απεστάλη με συστημένο έγγραφο των υπηρεσιών των Ελληνικών Ταχυδρομείων στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία, όμως αυτή (επιστολή) επιστράφηκε ανεπίδοτη. Εν συνεχεία, η από 28-07-2005 επιστολή με το προεκτεθέν περιεχόμενο απεστάλη στην δεύτερη εναγόμενη στη νήσο Πάρο, μέσω εταιρείας ταχυμεταφορών (ACS), όπου επιδόθηκε σε άτομο με στοιχεία "Μ.", σε καφετέρια με την επωνυμία "ΑΙΝΙΓΜΑ", χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται ότι εν τέλει παρέλαβε αυτήν και έλαβε γνώση του περιεχομένου της η δεύτερη εναγόμενη.
Ως εκ τούτων, αποδείχθηκε, ότι δεν επιτεύχθηκε μονομερής ανανέωση της από 1-09-2004 σύμβασης μεταξύ των διαδίκων κατά τα οριζόμενα στον όρο 1.3 της ως άνω σύμβασης και συνεπώς ενόψει ότι η επίμαχη σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου, έληξε με την πάροδο του συμβατικού χρόνου αυτής (31.08.2005), χωρίς να απαιτείτο καμία δήλωση ή άλλη ενέργεια από τα μέρη.
Ακολούθως και ενώ η από 1-09-2004 σύμβαση είχε ήδη λήξει, η ενάγουσα με την προαναφερόμενη εταιρεία ταχυμεταφορών, απέστειλε (εκ νέου) την από 28-07-2005 επιστολή και ειδικότερα στις 12-09-2005, στην δεύτερη εναγόμενη ατομικά και υπό την ιδιότητα της ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης, η οποία (επιστολή) παραλήφθηκε για λογαριασμό αυτής από τον προστηθέντα αυτής, κ.
Β., στις 13-09-2005, με αποτέλεσμα \ κατά τον ως άνω χρόνο η πρόταση της ενάγουσας να περιέλθει στη σφαίρα επιρροής των εναγόμενων. Πλην όμως και πάλι δεν επιτεύχθηκε μονομερής ανανέωση της από 1-09-2004 σύμβασης μεταξύ των διαδίκων κατά τα οριζόμενα στον όρο 1.3 της ως άνω σύμβασης, δοθέντος ότι το πρώτον η γνωστοποίηση της δήλωσης βούλησης της ενάγουσας περί ανανέωσης της συνεργασίας τους περιήλθε στη σφαίρα επιρροής των εναγόμενων, εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την παρέλευση ενός μηνός από τη λήξη της αρχικής σύμβασης, και επιπλέον, μολονότι στον προεκτεθέντα όρο ρητώς προβλεπόταν ότι η ανανέωση της σύμβασης θα γινόταν με ακριβώς τους ίδιους όρους της αρχικής, πλην του εργολαβικού ανταλλάγματος, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα αναγραφόμενα στην από 28-07-2005 επιστολή, τροποποιούνταν και όροι με τους οποίους προβλέπονταν τα ποσά των σχετικών ποινικών ρητρών.
Παρά ταύτα, αυθημερόν (12.09.2005) αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα εταιρεία ανέθεσε στην ίδια εταιρεία παραγωγής, ήτοι στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PLUS PRODUCTIONS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ" την εκτέλεση παραγωγής της ψυχαγωγικής τηλεοπτικής εκπομπής με τίτλο "ΑΥΤΟ ΜΑΣ ΕΛΕΙΠΕ", η πρεμιέρα της οποίας έγινε στις 17-09-2015, με παρουσιάστρια την δεύτερη εναγόμενη, η οποία παρουσίαζε ανελλιπώς την άνω εκπομπή, κάθε Σάββατο και Κυριακή από ώρα 10.00 πμ μέχρι 13.00 μμ, επιτυγχάνοντας εκ νέου υψηλά ποσοστά θεαματικότητας, έως την Κυριακή 29-01-2006, οπότε οι εναγόμενες επέδωσαν στην ενάγουσα δυνάμει της υπ'αριθμ. 31-01-2006 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Σ.
Κ. Η., την από 30- 01-2006 εξώδικη γνωστοποίηση, με την οποία δήλωναν, ότι η από 1-09- 2004 καταρτισθείσα σύμβαση με χρονική διάρκεια από 1-09-2004 έως 31-08-2005 είχε λήξει και ότι οι διαπραγματεύσεις οι οποίες διεξήχθησαν έως τότε είτε για την υπογραφή νέας σύμβασης, είτε για την παράταση της διάρκειας της προαναφερθείσας σύμβασης δεν είχαν καταλήξει σε κανένα αποτέλεσμα.
Ως εκ τούτου, γνωστοποιούσαν στην ενάγουσα ότι πλέον θα έπαυαν να της παρέχουν τις υπηρεσίες τους. Την ως άνω εξώδικη δήλωση απέκρουσε η ενάγουσα άμεσα, με την από 31-01-2006 εξώδικη απάντηση- διαμαρτυρία- πρόσκληση και δήλωση, την οποία επέδωσε στις εναγόμενες δυνάμει των υπ'αριθμ. ...-2006 εκθέσεων επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ.
Δ., με την οποία διαμαρτυρόταν για την κακόπιστη και αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόμενων, η οποία εκδηλώθηκε αιφνιδιαστικά και τις καλούσε να τηρήσουν τα συμπεφωνημένα, επιφυλασσόμενη παντός νομίμου δικαιώματος της. Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε κατά την κρίση του δικαστηρίου ότι η από 1.09.2015 (ενν.2004) σύμβαση λύθηκε στις 31.08.2015 (ενν.2005) , με την λήξη της συμβατικής ισχύος της (όρος 1.2 της σύμβασης).
Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων αν και συνεχίστηκε μέχρι την 31.01.2006, εντούτοις δεν αποδείχθηκε ότι συνεχίστηκε στο πλαίσιο παράτασης της ισχύος της από 1-09-2004 σύμβασης κατά τους όρους αυτής και μάλιστα για ένα έτος. Τούτο διότι, δεν αποδείχθηκε η παράτασή της -ενόσω διαρκούσε η σύμβαση- εγγράφως ή προφορικώς αλλά ούτε και σιωπηρώς, σχετική δε πρόθεση των διαδίκων δεν διατυπώθηκε ρητά αλλά ούτε δύνατο να συναχθεί σιωπηρά, χωρίς αμφιβολίες.
Άλλωστε οι ίδιοι διάδικοι δεν αναφέρθηκαν στα δικόγραφά τους ότι εκδήλωσαν μεμονωμένα σε κάποια χρονική στιγμή τέτοια πρόθεση, ούτε προέκυψε συναίνεση αμφότερων των μερών για σιωπηρή παράταση ισχύος της από 1-09-2004 (αρχικής) σύμβασης. Η πρόταση της ενάγουσας εκ της από 28-07-2005 επιστολής της περιείχε νέους όρους και ως εκ τούτου αφορά τη σύναψη νέας σύμβασης και όχι την παράταση της παλαιάς σύμβασης με τους ίδιους όρους της σύμβασης αυτής.
Επιπρόσθετα δε από την άνω πρόταση συνάγεται η σιωπηρή εναντίωση της ενάγουσας για την εξακολούθηση της σύμβασης με τους ίδιους όρους της από 1-09-2004 (αρχικής) σύμβασης, ενώ παράλληλα από την από 30-01-2006 εξώδικη γνωστοποίηση των εναγόμενων, προκύπτει η σαφής δήλωσή τους ότι η από 1-09-2004 (αρχική) σύμβαση με χρονική διάρκεια από 1-09-2004 έως 31-08-2005 είχε λήξει.
Ανεξαρτήτως εάν καταρτίστηκε ή όχι -από την πρόταση της ενάγουσας εκ της από 28-07-2005 επιστολής της κοινοποιηθείσας στις 13-09-2005 στην δεύτερη εναγόμενη ατομικά και υπό την ιδιότητα της ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης- νέα σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, αρχής γενομένης από 1.09.2005 έως 31.08.2007, η οποία είχε τους ίδιους όρους με την αρχική, με εξαίρεση τους όρους για το εργολαβικό αντάλλαγμα και τις προβλεπόμενες ποινικές ρήτρες, όπως ισχυρίστηκε η ενάγουσα στην ένδικη αγωγή της, το κύριο αίτημα της αγωγής καταβολής ποσού 440.000 ευρώ ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα της νέας σύμβασης, που απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμο με την εκκαλουμένη απόφαση, δεν μεταβιβάσθηκε στο παρόν Δικαστήριο προς έρευνα με λόγο έφεσης της ενάγουσας, και ως εκ τούτων ερευνάται με την ένδικη έφεση των εναγόμενων μόνο το επικουρικό αίτημα της αγωγής περί καταβολής ποσού 220.000 ευρώ ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα της αρχικής από 1-09-2004 σύμβασης, το οποίο έγινε δεκτό ως ουσία βάσιμο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του.
Κατ'ακολουθίαν τούτων, η από 1-09-2004 σύμβαση έληξε κατά το χρόνο συμβατικής λήξης αυτής, ήτοι στις 31-08-2005 χωρίς να παραταθεί εγκαίρως η ισχύς της (διαρκούσης της σύμβασης) και συνεπώς η διεκδίκηση του αιτουμένου κονδυλίου ύψους 220.000 ευρώ ως ποινική ρήτρα, διότι παραβιάστηκε η ρήτρα μη καταγγελίας της σύμβασης πριν από τη λήξη της για οποιοδήποτε λόγο, προϋποθέτει για την κατάπτωσή της, η παραβίαση να έλαβε χώρα κατά τη λειτουργία της σύμβασης έργου, η οποία όμως όταν επιδόθηκε η από 31.01.2006 εξώδικη γνωστοποίηση (καταγγελία) είχε ήδη λυθεί και ως εκ τούτων δεν υφίστατο η ποινική ρήτρα που οριζόταν στην ως άνω λήξασα σύμβαση και επιδικάσθηκε από την εκκαλουμένη απόφαση, ο χαρακτήρας της οποίας (ποινικής ρήτρας) είναι παρεπόμενος της κύριας συμβάσεως, ούτε άλλωστε αποδείχτηκε ότι καταρτίστηκε μεταξύ των μερών αυτοτελής σύμβαση ποινικής ρήτρας, στην οποία να στηρίζει το δικαίωμα της η ενάγουσα και ως εκ τούτων δεν δύναται να γίνει λόγος για κατάπτωση ποινικής ρήτρας και δεν θεμελιώνεται δικαίωμα της ενάγουσας να ζητήσει την ποινική ρήτρα ύψους 220.000 ευρώ που ορίστηκε στην από 1-09-2004 (αρχική) σύμβαση.
Έσφαλε συνεπώς η εκκαλουμένη, η οποία δέχτηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά το επικουρικό αίτημα αυτής...". Μετά ταύτα το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, κατά την εξετασθείσα επικουρική της βάση, ως ουσία αβάσιμη με το σκεπτικό όμως ότι η ενάγουσα/εφεσίβλητη δεν μπορούσε νόμιμα να ζητήσει την ποινική ρήτρα των 220.000 ευρώ, που είχε οριστεί με την από 1-9-2004 σύμβαση, καθότι αυτή είχε λυθεί ήδη από 31-8-2005 λόγω παρόδου της συμφωνηθείσης χρονικής της διάρκειας.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι: α) η από 1-09-2004 σύμβαση έληξε λόγω παρόδου της συμβατικής διάρκειας αυτής, ήτοι στις 31-08-2005 χωρίς να παραταθεί εγκαίρως η ισχύς της (διαρκούσης της σύμβασης) β) η διεκδίκηση του αιτουμένου κονδυλίου ύψους 220.000 ευρώ ως ποινική ρήτρα, διότι παραβιάστηκε η ρήτρα μη καταγγελίας της σύμβασης πριν από τη λήξη της για οποιοδήποτε λόγο, προϋπέθετε για την κατάπτωσή της, η παραβίαση να έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της ισχύος της σύμβασης έργου, η οποία όμως όταν επιδόθηκε η από 31.01.2006 εξώδικη γνωστοποίηση (καταγγελία) είχε ήδη λυθεί γ) δεν υφίστατο η ποινική ρήτρα που οριζόταν στην ως άνω λήξασα σύμβαση, αφού ο χαρακτήρας της ποινικής ρήτρας είναι παρεπόμενος της κύριας συμβάσεως, δ) δεν αποδείχτηκε ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων μερών αυτοτελής σύμβαση ποινικής ρήτρας, στην οποία να στηρίζει το δικαίωμα της η ενάγουσα και ως εκ τούτου δεν δύναται να γίνει λόγος για κατάπτωση ποινικής ρήτρας και δεν θεμελιώνεται δικαίωμα της ενάγουσας να ζητήσει την ποινική ρήτρα ύψους 220.000 ευρώ που ορίστηκε στην από 1-09-2004 (αρχική) σύμβαση, και ε)δεν αποδείχθηκε σιωπηρή παράταση της αρχικής σύμβασης με το ίδιο περιεχόμενο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού διατάξεις των άρθ. 681 επ.,404 επ.
ΑΚ οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, δεχόμενο με πλήρεις και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ότι η αρχική σύμβαση που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων είχε λυθεί λόγω παρόδου της συμφωνημένης χρονικής διάρκειας και ότι αυτή δεν καταγγέλθηκε πριν τη λήξη, με συνέπεια να μην έχει καταπέσει η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθ. 167, 192 και 193 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού έγινε αναιρετικά ανέλεγκτα δεκτό ότι δεν συνήφθη νέα σύμβαση ούτε παρατάθηκε η ισχύς της αρχικής, ούτως ώστε να είναι ενεργή η συμφωνία για ποινική ρήτρα και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά αμφότερα αυτού τα σκέλη εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008).
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 793/2015).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 εδ.γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα εκ μέρους της αναιρεσείουσας αποδεικτικά έγγραφα και συγκεκριμένα: α) την από 30-5-2006 εξώδικη κλήση - δήλωση της δεύτερης αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, με την οποία η πρώτη της κοινοποίησε το υπ' αριθ. ...-2006 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών για την περίοδο 17-9-2005 έως 31-01-2006 ποσού 72.755,6 ευρώ, προκειμένου να προβεί η δεύτερη στην εξόφλησή του, β) την υπ' αριθ. ...-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.
Μ., με την οποία επιδόθηκε προς την πρώτη αναιρεσίβλητη η από 28-6-2006 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας με την οποία αυτή επέστρεψε το παραπάνω τιμολόγιο, γ) το από 17-9-2005 δελτίο τύπου της αναιρεσείουσας εταιρείας με το οποίο ανακοινώθηκε η πρεμιέρα της εκπομπής "ΑΥΤΟ ΜΑΣ ΕΛΕΙΠΕ" για την τηλεοπτική σεζόν 2005-2006 με παρουσιάστρια την Σ.
Α. (δεύτερη αναιρεσίβλητη με το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο), δ) την από 11-01-2006 επιστολή της αναιρεσείουσας εταιρείας προς τις αναιρεσίβλητες με την οποία χορηγούσε στην δεύτερη την άδεια να παρουσιάζει εκπομπή ψυχαγωγικού περιεχομένου στην Κύπρο και συγκεκριμένα στον τηλεοπτικό σταθμό ΡΙΚ, ε) την από 20-01-2006 επιστολή της κυπριακής εταιρείας παραγωγής "RK Productions LTD" προς τον τηλεοπτικό σταθμό ΡΙΚ με την οποία γνωστοποιήθηκε η δοθείσα από την αναιρεσείουσα εταιρεία άδεια προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, προκειμένου αυτή να αναλάβει την παρουσίαση της εκπομπής Super Bingo και στ) την από 11-01-2006 επιστολή με σχέδιο βεβαίωσης συνεργασίας της αναιρεσείουσας με την δεύτερη αναιρεσίβλητη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την τελευταία σε δημοσιογραφική αποστολή για λογαριασμό της αναιρεσείουσας στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο, με αντικείμενο την προβολή του έργου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση περί εκτίμησης όλων των εγγράφων, τα οποία καθένα από τα διάδικα μέρη επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα προαναφερθέντα και δεν τα αγνόησε.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις με το σχετικό αίτημα (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2023 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 3694/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ