Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on worker injury compensation and safety regulations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Labor Court's final judgment. The appellant, an employee claiming a work-related arm fracture, argued that the lower court erred in finding the accident occurred during work duties and misapplied safety regulations regarding dual-worker teams. The court held that the appellate court correctly evaluated all evidence, including sworn testimonies and expert documents, to determine the injury happened during assigned tasks and that the specific safety provisions did not apply to the appellant's unlicensed status at the time. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews cassation appeals to ensure lower courts correctly assessed evidence and applied labor law provisions regarding work injuries and safety regulations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1000 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1000/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Λ. του Γ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Ασημακοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας" (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 126/2023 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3924/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-10-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 25-10-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 8670/856/2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 3924/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-12-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 91952/2310/2020) αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την οποία ισχυρίστηκε ότι από το έτος 1992 είναι υπάλληλος της τελευταίας, ειδικότητας Τ4/Α, απασχολούμενος κατά τα τελευταία 18 έτη (πριν από την άσκηση της αγωγής) στον Τομέα Μελετών/Γραφείο Λειτουργίας Δικτύου/Καταγραφικά Ποιότητας Τάσης - Έλεγχος Δικτύου.
Ότι στις 21-2-2018, στην περιοχή του Αγίου Στεφάνου Αττικής, κατά την εκτέλεση εργασίας (εκτοποθέτηση τριών καταγραφικών) που του ανατέθηκε από την Προϊσταμένη του και Αναπληρώτρια Τομεάρχη Μελετών της εναγομένης, η οποία ενεργούσε ως προστηθείσα της τελευταίας, τραυματίστηκε στο αριστερό χέρι και συγκεκριμένα υπέστη κάταγμα 5ου μεταταρσίου, προς αποκατάσταση του οποίου τοποθετήθηκε νάρθηκας και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια 15 ημερών, ωστόσο, κατ' απαίτηση της ως άνω Προϊσταμένης του, υποχρεώθηκε να επανέλθει στην εργασία του στις 26-2-2018, γεγονός που επιδείνωσε την κατάσταση της υγείας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή.
Ότι ο κατά τα ανωτέρω τραυματισμός του συνιστά εργατικό ατύχημα, που οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της εναγομένης και των προστηθέντων υπαλλήλων της, λόγω μη τήρησης από αυτούς των όρων ασφαλείας που θέτουν οι διατάξεις των άρθρων 6 του Ν. 158/1975 και 4 του Π.Δ. 108/2013 για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, υπό τις συνθήκες που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι ο προαναφερόμενος τραυματισμός του, καθώς και η επακολουθήσασα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της ως άνω προστηθείσας υπαλλήλου της εναγομένης, του δημιούργησαν σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα (αγχώδεις - καταθλιπτικές εκδηλώσεις σε προσαρμοστικά - αντιδραστικά πλαίσια ψυχοπιεστικών παραγόντων), γεγονός το οποίο του προξένησε ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 28.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 126/2023 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την από 23-3-2023 έφεσή του, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 3924/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτησή του. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1294/2023, 64/2022, 19/2022).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1131/2023, 317/2022, 322/2022, 323/2022, 109/2020, 269/2020, 1388/2019, 1266/2017).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 1388/2019).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1352/2023, 295/2022, 140/2022, 887/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914, 922, 932 ΑΚ, 1 και 16 παρ. 1 του του Ν. 551/1915, 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, 7 παρ. 6 του Π.Δ. 17/1996, 6 του Ν. 158/1975 και 4 του Π.Δ. 108/2013.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι ουδόλως αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) το νόμο, το Σύνταγμα και την πάγια νομολογία.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο αφενός οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και αφετέρου οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 26/2022, 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 6858/2023, 69/2018, 1350/2017, 798/2010).
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 669/2018, 1350/2017). Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού, που πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 26/2022, 516/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε, ειδικότερα δε, α) το υπ' αριθ.
πρωτ. Φ1/2572/17-4-2018 έγγραφο της ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ, β) την άδεια εργασίας του, από την οποία προκύπτει ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος είχε την ειδικότητα του βοηθού Τεχνίτη, γ) την κατάθεση του μάρτυρα Δ. στα πλαίσια της διενεργηθείσας ΕΔΕ, δ) τις καταθέσεις των μαρτύρων Κ. και Κ. και ε) επίσημο έγγραφο για παραμονή του στη συγκεκριμένη εργασία κατόπιν παρακολούθησης σχετικού σεμιναρίου, που είχαν παρακολουθήσει και οι άλλοι τεχνίτες και το οποίο υπάρχει στο Τμήμα Εκπαίδευσης Προσωπικού.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος υπό τις εξής διακρίσεις: 1) Ως προς τα υπό στοιχ. α', β', γ' και ε' σκέλη του ως αβάσιμος, καθόσον τα υπό τα στοιχεία αυτά αναφερόμενα έγγραφα δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει ο αναιρεσείων με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, επιπλέον δε, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεών του προκύπτει ότι αυτός δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε τα εν λόγω έγγραφα κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ακόμη δε και υπό την εκδοχή ότι το υπό στοιχ. β' αναφερόμενο έγγραφο ταυτίζεται με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. πρωτ. 2147/12-4-2019 βεβαίωση αναγγελίας της Περιφέρειας Αττικής, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων έως την 17-3-2019 ήταν κάτοχος αδείας Βοηθού Ηλεκτροτεχνίτη ΣΤ' Ειδικότητας και από 18-3-2019 κάτοχος αδείας Τεχνίτη Ηλεκτρολόγου Α' Ειδικότητας, την οποία (βεβαίωση) αυτός είχε επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, από τη μνεία στο σκεπτικό της (επισκοπούμενης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσβαλλόμενης απόφασης ότι "...την επόμενη ημέρα, 12-4-2019, εκδόθηκε η Βεβαίωση Αναγγελίας της Περιφέρειας Αττικής, στην οποία βεβαιωνόταν ότι ο ενάγων έχει δικαίωμα άσκησης Τεχνίτη Ηλεκτρολόγου Α' Ειδικότητας από την 18-3-2019..." (βλ. 12η σελίδα αυτής), καθώς και ότι "...αποδεικνύεται ότι δεν απαιτούνταν από τη νομοθεσία και τις οδηγίες της εναγομένης να συνοδεύει τον ενάγοντα για την ως άνω εργασία έτερο άτομο και μάλιστα συνάδελφος ανώτερος σε κατηγορία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών.
Η φύση της συγκεκριμένης εργασίας, που εκτέλεσε ο ενάγων, δεν προβλέπεται να εκτελείται από διμελή συνεργεία και δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 4 Ν. 108/2013, καθώς αφενός την ημέρα του ατυχήματος ο ενάγων δεν είχε ακόμα αποκτήσει την άδεια Τεχνίτη Ηλεκτρολόγου Α' τάξης, την οποία απέκτησε το έτος 2019, αφετέρου δεν υπάρχει υποχρέωση αποστολής δύο προσώπων σε τέτοιες περιπτώσεις εργασιών όπως του ενάγοντος, ήτοι εργασιών που δεν σχετίζονται με υλοποίηση μελέτης ηλεκτρικής εγκατάστασης, με κατασκευή, επισκευή, έλεγχο και συντήρηση ηλεκτρολογικής εγκατάστασης..." (βλ. 18η σελίδα αυτής), αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και το επίμαχο έγγραφο. 2) Ως προς το υπό στοιχ.
δ' σκέλος του ως αβάσιμος, καθόσον από τη μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα μετά "από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία για το καθένα στην απόφαση, αλλά είναι ισοδύναμα και συνεκτιμώνται όλα για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, και τις φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων Ν.
Κ. του Α. και Γ. Κ. του Φ., που περιέχονται, αντίστοιχα, στις υπ' αριθ. 6842/14-4-2021 και 6843/14-4-2021 ένορκες βεβαιώσεις αυτών ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Βιτσαρά, οι οποίες είχαν δοθεί στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά συνεκτιμώνται με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 192 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 8670/856/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3924/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ