Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding failure to evaluate public wills as independent claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to appoint a judicial representative. The appellant argued the lower court failed to evaluate three public wills, but the court ruled this was not an independent claim under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure. Furthermore, the court found the wills were already considered and specifically referenced in the lower court's judgment, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The failure to evaluate specific evidence or the existence of public wills does not constitute an independent ground for appeal if the evidence was already considered and the court exercised its discretionary power in appointing a representative.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1000 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1000/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Τ. (N. T.) του Γ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παγορόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Ξ., κατοίκου …, 2) Π. Δ., κατοίκου … και 3) Ι. Ν., κατοίκου …, εκ των οποίων ο 3ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Ν. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση: 1) Στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. 2) Στη δικαστικώς συμπαραστατούμενη Ε. Γ., κάτοικο …. Δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2016 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που (διά του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών) κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 17-10-2016 κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2004/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3960/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1ος και 3ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί ( ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017,ΑΠ 1545/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 29-10-2018 (αρ. κατ. 795/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 3960/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 801 έως 805 ΚΠολΔ), είχε προσδιοριστεί αρχικά για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 6-12-2019,με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (αρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από την υπ' αρ. 9627 Β/12-12-2018 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Α., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του Ιωάννη Παγορόπουλου, πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, στη 2η αναιρεσίβλητη, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο κατ' αρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, για τη σημερινή δικάσιμο, προκειμένου να συζητηθεί με αριθμό πινακίου ….
Αντίγραφο της έκθεσης επίδοσης παραδόθηκε νόμιμα στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Αιγάλεω και στον αρμόδιο υπάλληλο των ΕΛΤΑ του Ταχυδρομείου Αθηνών (βλ. την συνειμμένη στην έκθεση επίδοσης απόδειξη παραλαβής του ανωτέρω Αστυνομικού Τμήματος, με ημερομηνία 12-12-2018 και την από 13-12-2018 βεβαίωση των ΕΛΤΑ, αντίστοιχα).
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η 2η αναιρεσίβλητη, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ' αρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα και ο 1ος και ο 3ος των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, αφού η 2η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να παρασταθεί στην αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση αυτής, εφόσον η αναβολή εκ του πινακίου επέχει θέση κλήτευσης του διαδίκου, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ.
α και γ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που παρίστανται και εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτής.
Η κρινόμενη από 29-10-2018 (αρ. κατ. 795/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμόν 3960/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αρ. 28/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. σε συνδ. 801 έως 805 ΚΠολΔ) κεκλεισμένων των θυρών, όπως ορίζει το άρθρο 802 παρ.3 ΚΠολΔ, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, ενώ επίσης, για το παραδεκτό αυτής, έχει κοινοποιηθεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα και στην δικαστικώς συμπαριστατουμένη, Ε. Γ., σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 747 παρ. 4, 748 παρ. 5 και αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 802 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα προκύπτει από τις υπ' αρ.9636 Β/ 14-12-2018 και υπ' αρ.9646 Β/ 17-12-2018 εκθέσεις επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Α., κατ' εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά και νόμιμα ως δικόγραφο και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση, κατ' αρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με την δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι, με την υπ' αρ. 725/19-5-2016 Πράξη αυτεπάγγελτης εισαγωγής της υπόθεσης με αντικείμενο την αντικατάσταση δικαστικού συμπαραστάτη και μελών του εποπτικού συμβουλίου του πάσχοντος, εισήχθη αυτεπαγγέλτως, κατ' αρ. 1667 παρ.1 ΑΚ, από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η από 5-5-2016 (αρ.
κατ. 725/2016) αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων -μελών του εποπτικού συμβουλίου στη δικαστική συμπαράσταση της Ε. Γ., που είχαν διοριστεί με τις υπ' αρ. 2787/2012 και 2115/2014 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αίτημα 1) να διοριστεί ο 1ος αιτών και ήδη 1ος αναιρεσίβλητος, Η. Ξ., δικαστικός συμπαραστάτης της πάσχουσας από το σύνδρομο DOWN με βαριά νοητική υστέρηση, ο οποίος για το λόγο αυτό θα έπρεπε να παυθεί από τη θέση του Προέδρου του εποπτικού συμβουλίου. 2) να αντικατασταθεί ο ανωτέρω από τον Σ.
Ξ., που πρέπει να διοριστεί μέλος του εποπτικού συμβουλίου, ώστε τούτο να αποτελείται από τον Ι. Ν., ήδη 3ο αναιρεσίβλητο, την Π. Δ., ήδη 2η αναιρεσίβλητη και τον Σ. Ξ.. 3) να διοριστεί ο Η. Ξ. προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης επί της ανωτέρω αίτησης, κατόπιν του θανάτου της μητέρας της πάσχουσας, Ε.
χήρας Θ. Γ., η οποία με την υπ' αρ. 2787/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε διοριστεί δικαστική συμπαραστάτης της θυγατέρας της. Με αφορμή την δίκη αυτή, που άνοιξε με την ανωτέρω αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων -κυρίως αιτούντων την από 17-10-2016 (αρ.κατ. 2477/2016) κύρια παρέμβαση, στην οποία ισχυρίστηκε, ότι από δωδεκαετίας είχε αναλάβει την φροντίδα της πάσχουσας έναντι συμφωνημένου μισθού με τη μητέρα της, Ε.
Γ., η οποία, με την από 12-9-2014 με αρ. …/2014 δημόσια διαθήκη της, είχε εκφράσει την επιθυμία, όπως μετά το θάνατό της να οριστεί δικαστική συμπαραστάτης της θυγατέρας της η κυρίως παρεμβαίνουσα, υπό την επίβλεψη του εποπτικού συμβουλίου. Με το ιστορικό αυτό η κυρίως παρεμβαίνουσα ζητούσε να οριστεί δικαστική συμπαραστάτης και με προσωρινή διαταγή του Δικαστή να οριστεί προσωρινή δικαστική συμπαραστάτης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κυρίας παρέμβασης.
Η κύρια αίτηση και η κύρια παρέμβαση συνεκδικάστηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μαζί με πρόσθετη παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων-μελών τότε του εποπτικού συμβουλίου, την οποία άσκησαν επί της υπ' αρ. 725/2016 αυτεπάγγελτης Πράξης του Δικαστηρίου και ζητούσαν την παραδοχή της κύριας αίτησής τους.
Εκδόθηκε η υπ' αρ. 2004/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της κυρίως παρεμβαίνουσας, κρίνοντας ότι αυτή δεν περιλαμβάνεται ανάμεσα στα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται να υποβάλουν αίτηση αντικατάστασης δικαστικού συμπαραστάτη και ότι προς τούτο, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων περί επιτροπείας ανηλίκου (άρθρο 1651 ΑΚ), νομιμοποιείται το εποπτικό συμβούλιο ως συλλογικό όργανο και το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Στη συνέχεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας επί της ουσίας δέχθηκε την κύρια αίτηση, αντικατέστησε από δικαστικό συμπαραστάτη την αποβιώσασα μητέρα της πάσχουσας και διόρισε προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη τον Η. Ξ., πρώτο εξάδελφο από πατρική γραμμή της πάσχουσας και όρισε ότι αυτός, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, θα είναι ο οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης.
Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διόρισε τριμελές εποπτικό συμβούλιο αποτελούμενο από τον Ι. Ν., φίλο της οικογένειας, την Π. Δ., εξαδέλφη της πάσχουσας από μητρική γραμμή (ήδη 3ο και 2η των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα) και την ήδη αναιρεσείουσα, σύνοικο οικιακή βοηθό της πάσχουσας. Κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν Α) η από 21-2-2017 (αρ.κατ. 514137/2017) έφεση του 1ου αναιρεσιβλήτου, Η.
Ξ. (προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη, με βάση την εκκαλουμένη απόφαση), με την οποία ο εκκαλών ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, προκειμένου να γίνει δεκτή η κύρια αίτηση και να οριστεί ο Σ. Ξ. μέλος του εποπτικού συμβουλίου, ώστε τούτο να αποτελείται από τους Ι. Ν., Π. Δ. και Σ. Ξ., δηλαδή να εκπέσει η ήδη αναιρεσείουσα από μέλος, διότι όπως ο εκκαλών υποστήριζε αυτή είναι ακατάλληλη, καθόσον τελεί σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με την πάσχουσα και, συγχρόνως, διότι δημιουργείται σύγκρουση συμφερόντων, εφόσον η ήδη αναιρεσείουσα αφενός μεν ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου θα ελέγχει τον δικαστικό συμπαραστάτη και αφετέρου θα ελέγχεται από αυτόν λόγω της σχέσης εργασίας της.
Β) η από 20-4-2017 (αρ.κατ. 528762/2017) έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, η οποία με τον 1ο λόγο της έφεσης παραπονούνταν για την απόρριψη της κύριας παρέμβασής της ως απαράδεκτης λόγω δήθεν έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και με τους 2ο και 3ο λόγους της έφεσης παραπονούνταν για τον διορισμό του Η. Ξ., ως δικαστικού συμπαραστάτη και του Ι.
Ν. ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου και ζητούσε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή η κύρια παρέμβασή της. Γ) η από 20-4-2017 (αρ.κατ. 528748/2017) έφεση της Π. Δ., με την οποία ζητούσε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ώστε να διοριστεί η ήδη αναιρεσείουσα δικαστική συμπαραστάτης κατά ουσιαστική παραδοχή της κύριας παρέμβασης και να απορριφθεί η κύρια αίτηση των τότε εφεσιβλήτων της έφεσης αυτής και ήδη 1ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων, κατά το κεφάλαιο αυτό.
Οι τρεις εφέσεις συνεκδικάστηκαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε την έφεση του Η. Ξ. (ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου) ως προς το κεφάλαιο της σύνθεσης του εποπτικού συμβουλίου και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, Π.
Δ.. Ειδικότερα, το Εφετείο απέρριψε τον 1ο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει την κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης αυτής, κρίνοντας ομοίως ότι η ήδη αναιρεσείουσα-εκκαλούσα δεν περιλαμβάνεται στα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται κατ' αρ. 1651 ΑΚ να αιτηθούν την αντικατάσταση του δικαστικού συμπαραστάτη, διότι προς τούτο νομιμοποιείται μόνον το εποπτικό συμβούλιο, ως συλλογικό όργανο και το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, υποκινούμενο από τα πρόσωπα, που αναφέρονται στο άρθρο 1668 ΑΚ (δημόσιοι υπάλληλοι, εισαγγελείς κλπ.).
Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να διοριστεί ούτε μέλος του εποπτικού συμβουλίου, εφόσον αποδείχθηκε, ότι συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας με την πάσχουσα και ότι δημιουργείται στο πρόσωπό της σύγκρουση συμφερόντων ως διορισμένο μέλος του εποπτικού συμβουλίου, που αφενός μεν ελέγχεται από τον δικαστικό συμπαραστάτη ως εργαζόμενη οικιακή βοηθός με αμοιβή και αφετέρου η ίδια ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου ελέγχει και εποπτεύει τον δικαστικό συμπαραστάτη της πάσχουσας.
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, κατά ουσιαστική παραδοχή της συνεκδικαζόμενης έφεσης του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε την κύρια αίτηση και διόρισε τριμελές εποπτικό συμβούλιο αποτελούμενο από τον Ι. Ν., οικογενειακό φίλο, την Π. Δ. και τον Σ. Ξ., εξαδέλφια της πάσχουσας από μητρική και πατρική γραμμή, αντίστοιχα, τους οποίους, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασής του, έκρινε ότι είναι κατάλληλοι για τα συμφέροντα της πάσχουσας.
Τα άρθρα 1666 έως 1688 του ΑΚ ρυθμίζουν τη δικαστική συμπαράσταση φυσικού προσώπου. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 1666 ΑΚ ορίζει τα πρόσωπα που υποβάλονται σε δικαστική συμπαράσταση, μεταξύ των οποίων είναι και ο ενήλικος, όταν λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής.....αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος τις υποθέσεις του.
Κατά το άρθρο 1669 ΑΚ το δικαστήριο διορίζει δικαστικό συμπαραστάτη το φυσικό πρόσωπο, που έχει προτείνει αυτός, τον οποίο αφορά το μέτρο, εφόσον ο τελευταίος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του και το προτεινόμενο πρόσωπο κρίνεται κατάλληλο και μπορεί κατά νόμο να διορισθεί. Αν αυτός που χρειάζεται τη συμπαράσταση δεν προτείνει κανέναν ή αν εκείνος που προτάθηκε δεν κρίνεται κατάλληλος, το Δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για τη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού λάβει υπόψη του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου να αποκλεισθεί συγκεκριμένο πρόσωπο, τους δεσμούς του με τους συγγενείς του ή άλλα πρόσωπα και ιδίως με τους γονείς του, τα τέκνα και το σύζυγό του, καθώς και τον κίνδυνο από την τυχόν υφιστάμενη αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στον συμπαραστατέο και σ' αυτόν, που πρόκειται να διοριστεί.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1670 ΑΚ δεν διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης 1. Αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, 2. ο ενήλικος για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης κατά το άρθρο 1672 ΑΚ, 3. Αυτός που συνδέεται με σχέση εξάρτησης ή με οποιονδήποτε άλλο στενό δεσμό με τη μονάδα ψυχικής υγείας, στην οποία ο συμπαραστατέος έχει εισαχθεί για θεραπεία ή απλώς διαμένει.....Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1672 ΑΚ το δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, πριν ή και μετά την έναρξη της διαδικασίας για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, να διορίσει, με αίτηση ενός από τα πρόσωπα του άρθρου 1667 ή και αυτεπαγγέλτως προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη.....
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1677 του ίδιου κώδικα, ορίζεται ότι με μεταγενέστερη απόφασή του το Δικαστήριο μπορεί να τροποποιεί και αυτεπάγγελτα το είδος και την έκταση της δικαστικής συμπαράστασης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1682 ΑΚ - λειτουργία της δικαστικής συμπαράστασης, ορίζεται ότι σε κάθε περίπτωση στερητικής δικαστικής συμπαράστασης έχουν, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις για την επιτροπεία ανήλίκων.
Τα έργα της εποπτείας της δικαστικής συμπαράστασης ασκεί συμβούλιο από τρία έως πέντε μέλη, τα οποία διορίζονται με την ίδια απόφαση, που διορίζει τον δικαστικό συμπαραστάτη από συγγενείς ή φίλους του συμπαραστατουμένου (εποπτικό συμβούλιο). Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 1634 εφαρμόζεται αναλόγως ....Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 1684 -στοιχεία που συνεκτιμώνται- ορίζεται ότι όλες οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη, του εποπτικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου, πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του συμπαραστατουμένου...
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1634 παρ. 3 του ΑΚ (στην οποία ρητά παραπέμπει η 1682 ΑΚ) και εντάσσεται στο κεφάλαιο περί επιτροπείας ανηλίκων, ορίζεται ότι το άρθρο 1593 έχει ανάλογη εφαρμογή. Σύμφωνα δε με την τελευταία ως άνω διάταξη, που επίσης εντάσσεται στο κεφάλαιο περί επιτροπείας ανηλίκων, ορίζονται τα στοιχεία που το δικαστήριο, κατά την κρίση του, συνεκτιμά κατά το διορισμό του επιτρόπου.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1651 ΑΚ (που εντάσσεται επίσης στο κεφάλαιο περί επιτροπείας ανηλίκων) ορίζεται ότι το δικαστήριο παύει, με αίτηση του εποπτικού συμβουλίου ή και αυτεπαγγέλτως, τον επίτροπο, όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ιδίως αν κρίνει, ότι η συνέχιση της επιτροπείας του μπορεί να θέσει σε κίνδυνο, λόγω παραμέλησης των καθηκόντων του ή για άλλο λόγο, τα συμφέροντα του ανηλίκου.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με τη διάταξη του άρθρου 803 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 44 του Ν. 2447/1996, κατά της αποφάσεως, που υποβάλλει ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση...ή, που αρνείται το διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν ένδικα μέσα όλα τα πρόσωπα, που έλαβαν μέρος στη διαδικασία, σύμφωνα με το νόμο.
Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1667 και 1682 εδ. α' ΑΚ, με την πρώτη από τις οποίες ορίζεται, ότι η υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση αποφασίζεται από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του ίδιου του πάσχοντος ή του συζύγου του, εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση, ή των γονέων ή των τέκνων του ή του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως ή και του επιτρόπου (προκειμένου περί ανηλίκου κατ' άρθρ. 1666 ΑΚ) και τη δεύτερη, ότι σε κάθε περίπτωση στερητικής δικαστικής συμπαράστασης έχουν, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις για την επιτροπεία ανηλίκων, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 1651 του ίδιου Κώδικα, με το οποίο ορίζεται, ότι το δικαστήριο παύει, (στην κυριολεξία αντικαθιστά), με αίτηση του εποπτικού συμβουλίου ή και αυτεπαγγέλτως, τον επίτροπο, όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ιδίως αν κρίνει ότι η συνέχιση της επιτροπείας του μπορεί να θέσει σε κίνδυνο, λόγω παραμέλησης των καθηκόντων του ή για άλλο λόγο, τα συμφέροντα του ανηλίκου προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι τα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται για την κίνηση της διαδικασίας υποβολής του πάσχοντος ενηλίκου σε δικαστική συμπαράσταση, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής (δηλ.
με εξαίρεση την περίπτωση της σωματικής αναπηρίας) είναι ο πάσχων, ο σύζυγος αυτού, οι γονείς του, τα τέκνα του και ο Εισαγγελέας ή και το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, υποκινούμενο, είτε από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1668 ΑΚ πρόσωπα (δημόσιους ή δημοτικούς υπαλλήλους, εισαγγελείς, όργανα των αρμόδιων κοινωνικών υπηρεσιών και προϊσταμένους μονάδων ψυχικής υγείας, οι οποίοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έχουν πληροφορηθεί περίπτωση, που μπορεί να συνεπάγεται την υποβολή προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση), είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που δείχνει ενδιαφέρον για τον πάσχοντα, πέραν δε από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο νόμο, κατά τα άνω, πρόσωπα, κανένα άλλο πρόσωπο, όπως συγγενής (ακόμη και αδελφός) ή πολύ περισσότερο, άλλος, που δικαιολογεί έννομο συμφέρον δεν νομιμοποιείται σε υποβολή αιτήσεως για την κήρυξη σε δικαστική συμπαράσταση του πάσχοντος.
Προκύπτει, επίσης, ότι, όπου στο κεφάλαιο της δικαστικής συμπαραστάσεως δεν υπάρχει ειδική διαφορετική ρύθμιση ως προς οποιοδήποτε θέμα, όπως το ζήτημα της παύσεως ή αντικαταστάσεως του δικαστικού συμπαραστάτη και των μελών του εποπτικού συμβουλίου, προβλέπεται αναλογική εφαρμογή των διατάξεων για την επιτροπεία ανηλίκων και ότι σε εναρμόνιση προς την προεκτεθείσα αντίληψη του αποκλεισμού της επεμβάσεως, στη δίκη για την υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση, τρίτων προσώπων, προς αποτροπή αντιδικιών μεταξύ αυτών και διαβουλεύσεων για την τύχη του πάσχοντος, το δικαίωμα υποβολής αιτήσεως παύσεως, στην κυριολεξία αντικατάστασης του δικαστικού συμπαραστάτη, περιορίζεται μόνο στο εποπτικό συμβούλιο, ως συλλογικό όργανο (και δεν μπορεί να ασκηθεί από τα επί μέρους μέλη αυτού, ούτε από συγγενείς του συμπαραστατέου) και στο Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, καθώς και ότι ένδικα μέσα κατά της σχετικής δικαστικής αποφάσεως δικαιούνται να ασκήσουν όλα τα πρόσωπα, που έλαβαν μέρος στη διαδικασία κατά τους ορισμούς του νόμου, δηλαδή με την απόκτηση της ιδιότητας του διαδίκου.
Η υπόθεση εισάγεται στο Δικαστήριο, είτε με αίτηση του νομιμοποιούμενου προσώπου, είτε αυτεπαγγέλτως, με πράξη του αρμοδίου Δικαστή, κατά το άρθρ. 747 παρ. 4 ΚΠολΔ. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, ο αρμόδιος δικαστής μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων, που έχουν έννομο συμφέρον στη δίκη, με κοινοποίηση αντιγράφου της αίτησης, στο οποίο σημειώνεται ο προσδιορισμός της δικασίμου, κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου 748, στις υποθέσεις, που εισάγονται κατά την παράγραφο 4 του άρθρ. 747, εκείνος που εξέδωσε την πράξη, ορίζει δικάσιμο, κοινοποιεί αντίγραφο της πράξης στον εισαγγελέα και μπορεί να διατάξει ην κλήτευση στη δίκη οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι ο τρίτος, με μόνη την κλήτευσή του κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστή, η οποία δεν προσβάλλεται για το λόγο αυτό με ένδικο μέσο ή τριτανακοπή, αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και υπό την ιδιότητά του αυτή μπορεί να προσβάλει την απόφαση με ένδικο μέσο (ΑΠ 1103/2005).
Περαιτέρω και αναφορικά με τη σύνθεση του εποπτικού συμβουλίου, στο άρθρο 1639 ΑΚ (που εντάσσεται στο κεφάλαιο περί επιτροπείας ανηλίκων) ορίζεται, ότι η θητεία των μελών του εποπτικού συμβουλίου διαρκεί όσο διαρκεί η επιτροπεία και λήγει για τους ίδιους λόγους που λήγει και η θητεία του επιτρόπου, τα μέλη δε του εποπτικού συμβουλίου παύονται από το Δικαστήριο και αντικαθίστανται, όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ενώ στο άρθρο 1642 εδ.
β` ΑΚ ορίζεται ότι, σε περίπτωση που ο επίτροπος διαφωνεί με τις αποφάσεις του εποπτικού συμβουλίου, αποφασίζει το Δικαστήριο με αίτηση του επιτρόπου, όποιου άλλου έχει έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως. Από τη διάταξη του άρθρου 1642 εδ. β` ΑΚ, καθώς και από τη διάταξη του άρθρου 1651 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1639 ΑΚ, προκύπτει ότι το δικαίωμα υποβολής αίτησης παύσης ή αντικατάστασης των μελών του εποπτικού συμβουλίου περιορίζεται μόνο στο εποπτικό συμβούλιο, ως συλλογικό όργανο και στο Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, μη δυνάμενο να ασκηθεί από συγγενείς του συμπαραστατέου.
Και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις παύσης ή αντικατάστασης του δικαστικού συμπαραστάτη και των μελών του εποπτικού συμβουλίου, η υπόθεση εισάγεται στο Δικαστήριο, είτε με αίτηση του νομιμοποιούμενου προσώπου, είτε αυτεπαγγέλτως με πράξη του αρμόδιου Δικαστή, κατά το άρθρο 747 παρ. 4 ΚΠολΔ. Μάλιστα, η κατά το ως άνω άρθρο, αυτεπάγγελτη ενέργεια του Δικαστηρίου συνίσταται στην έκδοση πράξης εκ μέρους του αρμόδιου Δικαστή, με την οποία διατάσσεται η εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η εν λόγω πράξη, η οποία αποτελεί διαδικαστική πράξη διαμορφωτικού χαρακτήρα, περιλαμβάνει το αντικείμενο της υπόθεσης, υπογράφεται από τον εκδίδοντα αυτήν Δικαστή και αναφέρεται στο Βιβλίο, που τηρείται κατά το άρθρο 776 ΚΠολΔ.
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 53/2018, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 301/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1134/2018, ΑΠ 53/2018).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο Α) με το να απορρίψει τον 1ο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο η εκκαλούσα- αναιρεσείουσα ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, που είχε απορρίψει την από 17-10-2016 κύρια παρέμβασή της, προκειμένου να διοριστεί ως δικαστική συμπαραστάτρια, δήθεν ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και Β) με το να δεχθεί, ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί δήθεν να ζητήσει την αντικατάσταση του δικαστικού συμπαραστάτη και συνακόλουθα να ασκήσει παρέμβαση, για να διοριστεί αυτή ως δικαστικός συμπαραστάτης, και κατ' αναλογία μέλος του εποπτικού συμβουλίου της συμπαραστατουμένης Ε.
Γ., διότι δήθεν συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αυτήν και δημιουργείται δήθεν στο πρόσωπό της σύγκρουση συμφερόντων ως ελεγχόμενη από τον εκάστοτε δικαστικό συμπαραστάτη και ταυτόχρονα ως εποπτεύουσα αυτόν ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1670 ΑΚ, την οποία παραβίασε ευθέως, διότι, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, η ανωτέρω παραβιασθείσα διάταξη δεν προβλέπει τέτοιο κώλυμα διορισμού τινός ως δικαστικού συμπαραστάτη και τα περιστατικά, που συνιστούσαν την ιστορική βάση της κυρίας παρέμβασης, με την οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε τρεις δημόσιες διαθήκες της μητέρας της πάσχουσας, στις οποίες η διαθέτις εξέφραζε την επιθυμία να διοριστεί ως δικαστική συμπαραστάτης της θυγατέρας της η αναιρεσείουσα, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω κανόνα δικαίου, προκειμένου να νομιμοποιηθεί ενεργητικά η αναιρεσείουσα και να ζητήσει το διορισμό της ως δικαστική συμπαραστάτρια της πάσχουσας.
Με τον 2ο συναφή αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να κρίνει, δήθεν, ότι εφόσον η αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται να υποβάλλει αίτηση αντικατάστασης δικαστικού συμπαραστάτη, κατ' αναλογία, δεν μπορεί να διοριστεί ούτε ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1670 ΑΚ, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή της, από όσα ο νόμος απαιτεί, διότι, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, η ανωτέρω διάταξη δεν προβλέπει τέτοιο περιορισμό, ούτε κατ' αναλογία.
Με τον 3ο αναιρετικό λόγο, που είναι συναφείς προς τους προηγούμενος 1ο και 2ο λόγους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί το Εφετείο τα αναφερόμενα στους προηγούμενους αναιρετικούς λόγους και να απορρίψει στο σύνολό της την κύρια παρέμβαση της αναιρεσείουσας, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι, εφόσον κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, δεν υφίσταται νόμιμος λόγος για τον αποκλεισμό της, για να διοριστεί δικαστική συμπαραστάτρια, δεν υφίσταται ούτε ανάλογος λόγος για τον διορισμό της ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου.
Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος αυτού με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, αναφορικά με τον αποκλεισμό της ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου, δηλαδή για ζήτημα το οποίο ερεύνησε το εφετείο κατ' ουσίαν, με αφορμή την αντίθετη έφεση του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, ασκείται παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί από πλευράς ουσίας (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), σε αντίθεση με το σκέλος αυτού, με το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται για την απόρριψη της κύριας παρέμβασής της ως απαράδεκτης και συνακόλουθα, για τον αποκλεισμό της ως δικαστική συμπαραστάτης ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, που προβάλλεται απαράδεκτα, διότι η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προϋποθέτει την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης (ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 91/2017, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1479/2013).
Επίσης, με τον συναφή προς τους προηγούμενους αναιρετικούς λόγους, 5ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει, όπως ορθά εκτιμάται, την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το εφετείο με το να απορρίψει την έφεσή της ως προς τους 2ο και 3ο λόγους αυτής και να προβεί στον διορισμό τριμελούς εποπτικού συμβουλίου αποτελούμενο από τους Ι.
Ν., Π. Δ. και Σ. Ξ., διέλαβε ασαφή και αντιφατική αιτιολογία, αναφορικά με την παραδοχή, ότι η αντικατάσταση του εποπτικού συμβουλίου αναδεικνύει αντιφάσεις, με την κατ'αναλογία εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1670 ΑΚ, ως προς το διορισμό της αναιρεσείουσας ως μέλους του εποπτικού συμβουλίου και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δημιουργούνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης.
Τέλος, με τον επίσης 7ο συναφή αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη με την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δήθεν η σχέση της αναιρεσείουσας ως οικιακής βοηθού της πάσχουσας δημιουργεί στο πρόσωπό της σύγκρουση συμφερόντων με ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία του εποπτικού συμβουλίου, διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, διότι δεν διευκρινίζει τα συγκεκριμένα συμφέροντα και τις αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία του εποπτικού συμβουλίου, ενώ συγχρόνως ουδόλως αιτιολόγησε τους συναισθηματικούς δεσμούς, που συνέδεαν την αναιρεσείουσα με την μητέρα της πάσχουσας, η οποία στην υπ' αρ.
…/2014 δημόσια διαθήκη της ρητά την όρισε ελεγκτή των ενεργειών του εποπτικού συμβουλίου και ειδικότερα, των μελών αυτού, Ι. Ν. και Η. Ξ..
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα ερευνώμενα με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους ζητήματα, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά περί των πραγμάτων τα ακόλουθα:... "...Δυνάμει της υπ' αριθ. 2787/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας) που κατέστη τελεσίδικη, η Ε. Γ. του Θ., ηλικίας σήμερα 40 ετών, τέθηκε υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, καθόσον πάσχει από το σύνδρομο DOWN, με βαριά νοητική υστέρηση και ως εκ τούτου αδυνατεί να επιμεληθεί του προσώπου της και των υποθέσεών της και συνεπώς είναι ανίκανη για κάθε δικαιοπραξία. Με την ίδια απόφαση διορίστηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης για το χρονικό διάστημα από την έκδοση μέχρι την τελεσιδικία της και οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης για το μετέπειτα της τελεσιδικίας της χρόνος μητέρα της Ε. χήρα Θ. Γ. το γένος Κ. και Π. Δ., Σημειώνεται ότι ο πατέρας της Θ. Γ. είχε ήδη τότε προαποβιώσει.
Το έργο της εποπτείας της δικαστικής συμπαράστασης, δυνάμει της άνω απόφασης, ανατέθηκε αρχικά σε τριμελές εποπτικό συμβούλιο, αποτελούμενο από τους: 1) Α. Γ. του Β., κάτοικο …, οδός ..., ως πρόεδρο, 2) Η. Ξ. του Π., κάτοικο …, οδός ..., ως μέλος και 3) Π. Δ. του Χ. και Γ., κάτοικο …, οδός ..., ως μέλος.
Την 2-6-2013 απεβίωσε αιφνιδίως ο άνω Πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου Α. Γ. και κατόπιν τούτου διορίστηκε εκ νέου το εποπτικό συμβούλιο δυνάμει της υπ' αριθ. 2115/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη, αποτελούμενο από 1) τον Η. Ξ. του Π. πρώτο εξάδελφο της συμπαραστατούμενης από την πατρική πλευρά, πρόεδρο 2) την Π. Δ. του Χ. πρώτη εξαδέλφη της από τη μητρική πλευρά, μέλος και 3) τον Ι. Ν. του Θ., δικηγόρο, κάτοικο …, οδός ..., επί σειρά ετών φίλο της οικογένειας Γ., μέλος.
Ήδη την 8-12-2015 απεβίωσε και η ως άνω μητέρα και δικαστικός συμπαραστάτης Ε. Γ.. Κατόπιν τούτου τα μέλη του διορισθέντος δυνάμει της υπ' αριθ. 2115/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εποπτικού συμβουλίου υπέβαλαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια του κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 5-5-2016 και με αριθμό πρωτοκόλλου της Εισαγγελίας Αθηνών 24295/17-5-2016 αίτησή τους με την οποία ζητήσαν να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης της Ε. Γ. του Θ. και Ε. ο πρώτος εξ αυτών Η. Ξ. του Π. , ο οποίος για το λόγο αυτό έπρεπε να παυθεί από τη θέση του Προέδρου του εποπτικού συμβουλίου και να αντικατασταθεί από τον Σ. Ξ. του Π. έτσι ώστε τούτο να συγκροτηθεί εφεξής από τους κ.κ. : 1) Ι. Ν. του Θ., κάτοικο … οδός ..., Πρόεδρο, 2) Π. Δ. του Χ. και Γ., κάτοικο …, οδός ..., μέλος και 3) Σ. Ξ. του Π., κάτοικο …, οδός ..., μέλος. Επίσης με την άνω αίτησή τους ζητήσαν τον διορισμό του πρώτου ως προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη της Ε. Γ.. Με αφορμή την άνω αίτησή - συντάχθηκε η από 19-5- 2016 Πράξη Αντικατάστασης του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εισήγαγε την άνω Αίτηση προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετ' αναβολή κατά τη δικάσιμο της 21-10-2016.
Κατά την εν λόγω δικάσιμο τα μέλη του διορισθέντος δυνάμει της υπ' αριθ. 2115/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εποπτικού συμβουλίου άσκησαν επ' ακροατηρίω πρόσθετη παρέμβαση με αίτημα την αποδοχή της άνω από 5-5-2016 Αιτήσεως που εισήχθη αυτεπαγγέλτως προς συζήτηση. Κατά της αιτήσεως αυτής η Ν. Τ. γεωργιανής υπηκοότητας, εσωτερική οικιακή βοηθός η οποία είχε προσληφθεί από την Ε. Γ. του Ιανουάριο του 2014 για να φροντίζει την ίδια και την κόρη της Ε. Γ. άσκησε κύρια παρέμβαση με αίτημα το διορισμό της ίδιας ως δικαστικής συμπαραστάτριας της Ε. Γ., ισχυριζόμενη ότι αυτή ήταν η βούληση της μητέρας της, Ε., την οποία εξέφρασε με την υπ. Αρ. …/2014 δημόσια διαθήκη της Επί της παραπάνω Αιτήσεως, πρόσθετης παρέμβασης και κύριας παρέμβασης εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την άνω Αίτηση και ειδικότερα διόρισε τον Η. Ξ. προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη της Ε. Γ., ο οποίος θα είναι ο οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης μετά την τελεσιδικία της απόφασης, καθώς επίσης, διόρισε μέλη του τριμελούς εποπτικού συμβουλίου τους κ.κ. Ι. Ν., οικογενειακό φίλο, Π. Δ., ξαδέλφη της Ε. Γ. και Ν. Τ., οικόσιτη οικιακή βοηθό και συνοδό της συμπαραστατούμενης Ε. Γ.. Με την ίδια απόφαση η κύρια παρέμβαση της Ν. Τ. απορρίφθηκε ως απαραδέκτως ασκηθείσα, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης.
Η αποβιώσασα Ε. Γ., μετά από ένα ατύχημα που υπέστη τον Δεκέμβριο του 2013 (κάταγμα στον ώμο), ατύχημα που την εμπόδιζε πλέον να φροντίζει και να περιποιείται τόσο τον εαυτό της όσο και την κόρη της Ε. , προσέλαβε τον Ιανουάριο του 2014 "εσωτερική" - "οικόσιτη" οικιακή βοηθό τη Ν. Τ.. Μέχρι τότε η Ε. Γ. απασχολούσε διάφορες οικιακές βοηθούς μία ή δύο φορές την εβδομάδα για τις δουλειές του σπιτιού, και "συνοδούς" με μερική απασχόληση, κατά τις απογευματινές μόνο ώρες, για την κόρη της Ε. . Τούτο πλήρως αποδείχθηκε από την προσαχθείσα μετ' επικλήσεως ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Α. Ν., προηγούμενης συνοδού της Ε.. Μετά το θάνατο της Ε. Γ. η Ν. Τ. συνεχίζει να απασχολείται ως οικόσιτη οικιακή βοηθός της συμπαραστατούμενης Ε. Γ., ήτοι συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας με την συμπαραστατούμενη, όπως αυτή νομίμως εκπροσωπείται από τον εκάστοτε δικαστικό συμπαραστάτη και αμείβεται με εργόσημο. Τούτο αποδείχθηκε από τις πρωτοδίκως προσαχθείσες μετ' επικλήσεως αποδείξεις καταβολής, εργοσήμου, στην καταβολή του οποίου προβαίνει ο εκάστοτε δικαστικός συμπαραστάτης της Ε. Γ.. Η Ν. Τ. είναι πρόσωπο που τελεί σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με την συμπαστατούμενη λόγω της ιδιότητάς της ως εργαζόμενος- εσωτερικής οικιακής βοηθού της.
Περαιτέρω, με το διορισμό της εν λόγω οικιακής βοηθού ως μέλους του εποπτικού συμβουλίου δημιουργείται αντίφαση δεδομένου ότι η εν λόγω εργαζόμενη οικιακή βοηθός Ν. Τ. είναι ελεγχόμενη από τον εκάστοτε δικαστικό συμπαραστάτη - νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριάς της συμπαραστατούμενης Ε. Γ. και ταυτόχρονα εποπτεύουσα αυτού ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου! Τούτο πέραν της άνω αντίφασης δημιουργεί εν δυνάμει σύγκρουση συμφερόντων στο πρόσωπό της με ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία του εποπτικού συμβουλίου της συμπαραστατούμενης Ε. Γ..
Από τα ανωτέρω εκτεθέντα και σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, προκύπτει ότι η κύριως παρεμβαίνουσα και νυν εκκαλούσα δεν νομιμοποιείται να υποβάλει αίτηση αντικατάστασης δικαστικού συμπαραστάτη και συνακόλουθα να ασκήσει παρέμβαση στη σχετική δίκη και δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την παρέμβαση της ως απαράδεκτη. Επίσης η ανωτέρω δεν μπορεί να διορισθεί δικαστικός συμπαράστασης και κατ' αναλογίαν μέλος του εποπτικού συμβουλίου της συμπαραστατούμενης Ε., εφόσον συνδέεται με σχέση εξαρτημένης με αυτήν δημιουργείται δε στο πρόσωπο της σύγκρουση συμφερόντων (ελεγχόμενη από τον εκάστοτε δικαστικό συμπαραστάτη και ταυτόχρονα εποπτεύουσα αυτού ως μέλους του εποπτικού συμβουλίου). Ομοίως πρέπει να αποκλεισθεί κατ' άρθρο 1670 ΑΚ από το μέλος του εποπτικού συμβουλίου, ο προτεινόμενος σε αντικατάσταση της Π. Δ., Ι. Μ., διευθυντής του Εργαστηρίου Ειδικής Αγωγής "Μαργαρίτα" στο οποίο φοιτά από 16 ετών η Ε. Γ., καθόσον συνδέεται στενά με το προαναφερόμενο εργαστήριο.
Ο 1ος αιτών διατέλεσε Πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου της Ε. Γ., είναι πρώτος εξάδελφος της συμπαραστατούμενης από την πατρική πλευρά. Είχε στενή σχέση με την οικογένεια του θείου Θ. Γ. και γνωρίζει την Ε. από όταν γεννήθηκε. Τους συνδέουν ισχυροί δεσμοί αγάπης και πάντα έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι' αυτή. Όσο ήταν εν ζωή οι γονείς της Ε. ήταν πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης τους. Ήδη μετά το θάνατο του Θ. Γ. και το διορισμό του στο εποπτικό συμβούλιο της Ε. συνεπικουρούσε τη μητέρα της. Την 17/12/2013, όταν η Ε. Γ. ήταν απόλυτα υγιής και είχε πλήρη νοητική διαύγεια, τοποθέτησε τα χρήματα της Ε., που προέρχονταν από τον πατέρα της Θ. Γ., σε κοινό λογαριασμό στην ΕΤΕ και, προκειμένου να υπάρχει ευχερής διαχείριση των εν λόγω χρημάτων και όρισε "συνδικαιούχους" του εν λόγω κοινού λογαριασμού τον πρώτο και τρίτο των αιτούντων γεγονός που αποδεικνύει την απεριόριστη εμπιστοσύνη που έτρεφε στα πρόσωπά τους.
Μετά το διορισμό του ως προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης μεριμνά ανελλιπώς για τις υποθέσεις της Ε. Γ., εκπροσωπώντας αυτή ενώπιον δημόσιων αρχών και ιδίως φορέων κοινωνικής ασφάλισης, πιστωτικών ιδρυμάτων καθώς και για την τακτοποίηση των κληρονομικών της υποθέσεων που έχουν ανακύψει μετά το θάνατο της μητέρας της Ε. Γ. (ενδεικτικά, δήλωση θανάτου στις φορολογικές αρχές και υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομιάς, δήλωση του θανάτου στον ασφαλιστικό φορέα που υπαγόταν, η αποβιώσασα Ε. Γ., διακοπή της σύνταξης που ελάμβανε η θανούσα και μεταφορά της στη συμπαραστατούμενη, αποδοχή κληρονομιάς κλπ).
Ο τρίτος αιτών είναι δικηγόρος και από πολλά χρόνια φίλος της οικογένειας Θ. Γ.. Διορίστηκε ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου της Ε. Γ. δυνάμει της υπ' αριθ. 2115/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη.
Εκ του λόγου αυτού όλα αυτά τα χρόνια έχει άμεση επαφή με την Ε. Γ. και γνωρίζει όλες τις υποθέσεις που την αφορούν. Διετέλεσε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης της Ε. Γ. μέχρι την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Να σημειωθεί δε ότι στο ίδιο Ειδικό Εργαστήρι, φοιτά και η κόρη του Μ. Ν., η οποία είναι φίλη εδώ και πολλά χρόνια της συμπαραστατούμενης Ε. Γ.. Η 2η αιτούσα, Π. Δ. διορίστηκε μέλος του εποπτικού συμβουλίου της Ε. Γ. δυνάμει της υπ' αριθμ. 2787/2012 απόφασης του Μον/λους Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη τελεσίδικη και είναι 1η εξαδέλφη της συμπαραστατούμενης από την μητρική γραμμή. Μετά το θάνατο της Ε. Γ. την 8/12/15 και εκκρεμούντος του διορισμού προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη πραγματοποιήθηκε συνάντηση των μελών του εποπτικού συμβουλίου την 3/2/16 στην οποία αποφασίστηκε και από τα τρία μέλη αυτού με ομοφωνία, ο τρόπος διαχείρισης των αναγκών της Ε. Γ. μετά το θάνατο της μητέρας της. Το πρακτικό αυτό φέρει την υπογραφή της Π. Δ..
Ακολούθως από το 14/6/16 πρακτικό συνεδρίασης του Εποπτικού συμβουλίου, το οποίο φέρει τις υπογραφές όλων των μελών, προκύπτει ότι εγκρίθηκε ομόφωνα η αίτηση που είχε υποβληθεί για το ορισμό ως δικαστικού συμπαραστάτη της Ε., του Η. Ξ. και την αναπλήρωση του τρίτου μέλους του εποπτικού συμβουλίου από την Σ. Ξ.. Από το εν λόγω πρακτικό προκύπτει ότι η Δ. αρνήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας υπέρ της Τ. γιατί δεν την θεωρεί κατάλληλη να αναλάβει το ρόλο του δικαστικού συμπαραστάτη, αρνήθηκε δε να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς της παρεμβαίνουσας, γιατί ουδέποτε ήταν πρόθεση των μελών του εποπτικού συμβουλίου, ούτε του Ξ. να μπει η Ε. σε ίδρυμα. Η Ε. Γ. φοιτά από 25 ετίας περίπου στο Εργαστήριο Ειδικής αγωγής "Μαργαρίτα" στο πλαίσιο του οποίου συμμετέχει σε πολιτικό πρόγραμμα Στέγης Υποστηριζόμενης Διαβίωσης, το οποίο ολοκλήρωσε τη λειτουργία του, τον Ιούνιο του 2016.
Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι ορθά εφάρμοσε το νόμο η εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με του σχετικούς λόγους έφεσης της Ν. Τ. και της Π. Δ. πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα καθώς και οι κρινόμενες εφέσεις της στο σύνολό τους. Στη συνέχεια πρέπει αν γίνει δεκτός ο 1ος λόγος έφεσης του Η. Ξ. και να διορισθεί ως μέλος του Εποπτικού συμβουλίου της Ε. Γ. ο πρώτος εξάδελφος της συμπαραστατούμενης από την πατερική πλευρά Σ. Ξ. ο οποίος κρίνεται κατάλληλος.
Συνεπώς η εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί κατά το μέρος που προσβάλλεται η σύνθεση του τριμελούς Εποπτικού συμβουλίου και, να δικασθεί η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος αυτός στην ουσίας της, να διορισθεί τρίτο μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου ο Σ. Ξ. του Π."...
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα δεν συμπεριλαμβάνεται στα πρόσωπα, που περιοριστικά νομιμοποιούνται ενεργητικά να υποβάλλουν αίτηση για τον διορισμό τους ως προσωρινός ή οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης της πάσχουσας. Κρίνοντας έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να απορρίψει τον 1ο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε την κύρια παρέμβασή της, αναφορικά με το αίτημα διορισμού της ως δικαστικής συμπαραστάτριας της πάσχουσας, ως απαράδεκτης λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς, δεν παραβίασε ευθέως, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1667,1669-1670 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1672 ΑΚ (περί προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη, η οποία αν και δεν αναφέρεται αριθμητικά στην προσβαλλόμενη απόφαση το πραγματικό της προκύπτει από όλο το περιεχόμενο αυτής) και αυτές επίσης, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1634 παρ.2 ΑΚ (περί αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων περί της επιτροπείας ανηλίκων) και αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1651 ΑΚ (περί παύσης, αλλά στην κυριολεξία περί αντικατάστασης του επιτρόπου ανηλίκου, η οποία επίσης, αν και δεν μνημονεύται αριθμητικά το πραγματικό της προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης).
Και τούτο, διότι η αναιρεσείουσα, κυρίως παρεμβαίνουσα, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, δεν περιλαμβάνεται στα πρόσωπα, που περιοριστικά αναφέρει ο νόμος, ότι νομιμοποιούνται για να αιτηθούν την κήρυξη της δικαστικής συμπαράστασης του πάσχοντος και του ορισμού δικαστικού συμπαραστάτη ή της αντικατάστασης αυτού.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ως προς το Α' σκέλος αυτού, που αφορά την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης αυτής, για να ασκήσει κυρία παρέμβαση με αίτημα να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης (προσωρινός ή οριστικός) πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Επίσης, το Εφετείο, με το να δεχθεί (με αφορμή τον 1ο λόγο της συνεκδικαζόμενης έφεσης του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου), ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να διοριστεί ούτε μέλος του εποπτικού συμβουλίου, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του, αποδείχθηκε, ότι συνδέεται με την πάσχουσα με σχέση εξαρτημένης εργασίας και ότι συγχρόνως η ιδιότητά της ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου (το οποίο είχε διοριστεί με την εκκαλουμένη απόφαση) δημιουργεί αντίφαση, καθόσον ως εργαζόμενη οικιακή βοηθός ελέγχεται από τον εκάστοτε δικαστικό συμπαραστάτη και ταυτόχρονα ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου εποπτεύει τον δικαστικό συμπαραστάτη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1682 ΑΚ, κατά το μέρος που αφορά τον διορισμό -αντικατάσταση της αναιρεσείουσας ως μέλους του εποπτικού συμβουλίου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων περί επιτροπείας ανηλίκων.
Και τούτο διότι, όπως έχει προεκτεθεί, το δικαίωμα υποβολής αίτησης περί της παύσης (στην κυριολεξία αντικατάστασης) του μέλους του εποπτικού συμβουλίου περιορίζεται μόνον στο εποπτικό συμβούλιο, ως συλλογικό όργανο και στο Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Μάλιστα, το Δικαστήριο για τον διορισμό ή την αντικατάσταση μελών του εποπτικού συμβουλίου ενεργεί κυριαρχικά συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία προς το συμφέρον του πάσχοντος και έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και ευελιξία, ως προς τη σύνθεσή του, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 1682 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1634 ΑΚ περί επιτροπείας ανηλίκων, που εφαρμόζεται αναλόγως, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 1682 ΑΚ και αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1651 ΑΚ, τις οποίες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση (βλ.
σελ. 6β αυτής). Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με ρητή επιταγή της διάταξης του άρθρου 1684 ΑΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1651 ΑΚ, που επίσης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το εφετείο (βλ. σελ. 6α και β της απόφασής του), όλες οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη, του εποπτικού συμβουλίου ή του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του συμπαριστατουμένου και το Δικαστήριο οφείλει να αντικαταστήσει τον δικαστικό συμπαραστάτη ή το μέλος του Εποπτικού συμβουλίου, όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος ιδίως, αν η συνέχιση του έργου τους θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του πάσχοντος, ζήτημα που το Δικαστήριο θα κρίνει κυριαρχικά.
Μάλιστα η διάταξη του άρθρου 1651ΑΚ είναι δημόσιας τάξης και ο σπουδαίος λόγος μπορεί να συνίσταται σε κάθε υπαίτια ή ανυπαίτια συμπεριφορά ή κατάσταση. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον 1ο αναιρετικό λόγο, υπό στοιχείο Β' αιτίαση και με τον 2ο αναιρετικό λόγο για ευθεία παραβίαση του νόμου ως προς την αντικατάστασή της από μέλος του εποπτικού συμβουλίου πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, εφόσον τα περιστατικά, που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που εφάρμοσε.
Εκτός τούτων, το Εφετείο με το να αντικαταστατήσει την αναιρεσείουσα από μέλος του εποπτικού συμβουλίου και στη θέση της να διορίσει τον Σ. Ξ., καθώς επίσης με το να διορίσει ως μέλη του εποπτικού συμβουλίου τον Ι. Ν., στενό οικογενειακό φίλο και την Π. Δ., εξαδέλφη της πάσχουσας από μητρική γραμμή, κρίνοντας αυτούς κατάλληλους για μέλη του εποπτικού συμβουλίου, σε αντίθεση με την αναιρεσείουσα, την οποία δεν έκρινε κατάλληλη για μέλος εξαιτίας της σχέσης εξαρτημένης εργασίας με την πάσχουσα και της αντίφασης που δημιουργεί, κατά τις παραδοχές, η ιδιότητά της ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου, διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, που στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του για την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το κεφάλαιο αυτό, κατά ουσιαστική παραδοχή του 1ου λόγου της συνεκδικαζόμενης έφεσης του 1ου αναιρεσιβλήτου, με τον οποίο ο τελευταίος ζητούσε να αντικατασταθεί η αναιρεσείουσα από μέλος του εποπτικού συμβουλίου για τους ανωτέρω λόγους.
Συνακόλουθα, ο 3ος λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για την εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1670 ΑΚ, όπως και οι συναφείς προς αυτόν 5ος και 7ος αναιρετικοί λόγοι, που επίσης αφορούν την αντικατάσταση της αναιρεσείουσας από μέλος του εποπτικού συμβουλίου, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, επιδιώκεται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις του 7ου αναιρετικού λόγου περί ελλιπούς αιτιολογίας ως προς τους συναισθηματικούς δεσμούς της μητέρας της πάσχουσας με την αναιρεσείουσα, κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι το Δικαστήριο ενεργεί κυριαρχικά και δεν περιορίζεται από τους δεσμούς της μητέρας της πάσχουσας με την αναιρεσείουσα.
Σε κάθε περίπτωση όμως, συνεκτίμησε αυτούς ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 1684 ΑΚ), πάντα με κριτήριο το συμφέρον της πάσχουσας και όχι με την τυχόν επιθυμία της μητέρας αυτής. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ <αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη>.
Ο όρος <επιδίκασε> σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009). Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 204/2011).
Με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.9 περ.γ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι αν και το Εφετείο όφειλε αυτεπαγγέλτως να διορθώσει το νομικό σφάλμα της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία την διόρισε μέλος του εποπτικού συμβουλίου, αν και η αναιρεσείουσα -κυρίως παρεμβαίνουσα δεν είχε υποβάλει αίτημα διορισμού της ως μέλος και ότι συγχρόνως, το Εφετείο με το να απορρίψει την κυρία παρέμβασή της, με την οποία ζητούσε να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης ως δήθεν απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης αυτής, άφησε το δικονομικό αυτό ζήτημα αδίκαστο κατά παράβαση της αρχής διαθέσεως του άρθρου 106 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το εφετείο δεν άφησε αδίκαστο αίτημα. Ειδικότερα, το Εφετείο αφενός μεν απέρριψε τον 1ο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμο κρίνοντας ορθά, ότι η εκκαλουμένη απόφαση είχε επίσης απορρίψει ορθά την κυρία παρέμβαση ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε να διοριστεί δικαστική συμπαραστάτρια διότι δεν περιλαμβάνεται στα κατά το νόμο περιοριστικώς αναφερόμενα πρόσωπα και αφετέρου, κατά ουσιαστική παραδοχή του 1ου λόγου της αντίθετης συνεκδικαζόμενης έφεσης του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε διορίσει ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου την αναιρεσείουσα (σύμφωνα με την κυριαρχική κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) και το Εφετείο διόρισε, αντ' αυτής, τον Σ.
Ξ., πρώτο εξάδελφο από πατρική γραμμή της πάσχουσας, τον οποίο έκρινε κατάλληλο επίσης σύμφωνα με την κυριαρχική του κρίση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007) και η ανταγωγή, είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.
Α.Π. 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996,ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 1486/2014).
Με τον 6ο αναιρετικό λόγο, κατά το Α' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να αποκλείσει την αναιρεσείουσα από την υποψηφιότητά της, για να κριθεί ισότιμα με τον Η. Ξ. και να προτιμηθεί ενδεχομένως για τη θέση του δικαστικού συμπαραστάτη δεν έλαβε υπόψη του τις τρεις δημόσιες διαθήκες της Ε. Γ., μητέρας της πάσχουσας, στις οποίες ρητά η διαθέτις εξέφραζε την βούλησή της να οριστεί η αναιρεσείουσα δικαστική συμπαραστάτης της θυγατέρας της. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι η ύπαρξη των επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα τριών δημόσιων διαθηκών δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, και συνεπώς, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου αυτού (ΑΠ 1681/2018).
Με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου 6ου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να μην αξιολογήσει τις τρεις δημόσιες διαθήκες της μητέρας της πάσχουσας με ημερομηνία 26-6-2014,12-9-2014 και 6-5-2015 και με αριθμό …,… και … αντίστοιχα, στις οποίες η διαθέτις εξέφραζε τη βούλησή της να διοριστεί ως δικαστικός συμπαραστάτης η αναιρεσείουσα, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ο λόγος αυτός πρωτίστως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα επιδιώκει να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά (αρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ) εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, το Δικαστήριο ενεργεί κυριαρχικά κατά την επιλογή του κατάλληλου προσώπου για να διοριστεί ως δικαστικός συμπαραστάτης. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι διαθήκες αποτελούν έγγραφα, τα οποία το Εφετείο συνεκτίμησε, όπως ρητά αναφέρει στη σελίδα 7α της απόφασής του και συγχρόνως αξιολογεί με ειδική αναφορά την υπ' αρ. 28122/2014 δημόσια διαθήκη, στη σελίδα 8β της απόφασής του.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις των κατ'ιδίαν λόγων αυτής. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Βδ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτή λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του 1ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, ενώ δεν πρέπει να επιβληθεί δικαστική δαπάνη σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ της 2ης αναιρεσίβλητης, διότι η τελευταία λόγω της ερημοδικίας της δεν έχει υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-2018 (αρ.κατ.795/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της οριστικής υπ' αρ.3960/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αρ.28/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΑΙ
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του 1ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ