Supreme Court dismisses appeal against mortgage registration decision based on procedural inadmissibility and lack of substantive grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to register a mortgage on the appellant's property. The appellant argued that the lower court violated constitutional property rights and procedural rules regarding provisional enforceability. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant failed to prove the specific legal conditions required for the appeal to succeed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if it is based on erroneous legal premises and lacks substantive grounds, requiring the appellant to demonstrate a violation of specific statutory conditions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1000 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 1000/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: υπό ασφαλιστική εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Α. Ε.", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστριά της Ε. Π. του Χ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "Τ.Π. Π. Α. Ε.", η οποία εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) νομικού προσώπου με την επωνυμία "T. I. O. C. F." και στα ελληνικά "Δ. Κ. Α. Ζ. Ρ. ΑΠΟ Π. ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη και το δεύτερο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαρκιανό - Δανιόλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2017 τριτανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 26-5-2017 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4005/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 400/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-10-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 400/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτήν εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Κατά της 1817/2017 αποφάσεως του Μον/λούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 3-1-2017 αίτηση της πρώτης αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η υποθηκοφύλακας Πειραιώς, λόγω της προηγηθείσας αρνήσεώς της, να εγγράψει προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο της αναιρεσείουσας προς εξασφάλιση απαιτήσεώς της σε βάρος αυτής, η τελευταία άσκησε την από 8-5-2017 τριτανακοπή και τους από 13-6-2017 (με τις προτάσεις ασκηθέντες) προσθέτους λόγους.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 4005/2017 απόφασή του, συνεκδικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας την άνω τριτανακοπή με τους προσθέτους λόγους και την από 26-5-2017 πρόσθετη υπέρ της καθής η τριτανακοπή παρέμβαση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε την τριτανακοπή και ακύρωσε την 1817/2017 απόφαση.
Κατά της ως άνω αποφάσεως ασκήθηκαν εφέσεις από την καθής η τριτανακοπή και το προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνον νομικό πρόσωπο, ενώπιον του Μον/λούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο με την υπ' αριθμ. 400/2018 απόφασή του κατά παραδοχή των ως άνω εφέσεων απέρριψε την τριτανακοπή και τους προσθέτους αυτής λόγους.
Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται από την ηττηθείσα διάδικο με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως για τους λόγους που σ' αυτή αναφέρονται.
Από τις διατάξεις των άρθρων 682 παρ. 1, 706 ΚΠολΔ και 1274 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης αποτελεί, κατά τον ΚΠολΔ, ασφαλιστικό μέτρο, που μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο. Παρέχεται στον δανειστή, που δεν έχει τίτλο προς εγγραφή υποθήκης, προς ασφάλεια της χρηματικής απαιτήσεώς του και εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής εκτελέσεως, πάντοτε κατόπιν αδείας του δικαστηρίου που ορίζει και το ποσό που ασφαλίζεται με την προσημείωση.
Με δεδομένο ότι η προσημείωση υποθήκης είναι ασφαλιστικό μέτρο, με το οποίο δεσμεύεται ακίνητο του οφειλέτη (ή τρίτου που συναινεί) για να εξασφαλισθεί με αναγκαστική εκτέλεση επ' αυτού η προνομιακή ικανοποίηση χρηματικής ή μετατρέψιμης σε χρήμα απαιτήσεως του δανειστή, όταν στο μέλλον εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αποτελεί αυτή θεσμό και του ουσιαστικού δικαίου, ρυθμιζόμενο σαφώς από τα άρθρα 1274 έως 1280, 1323 1330 και 1265 ΑΚ, τα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και για την προσημείωση υποθήκης.
Στο πλαίσιο δε αυτό, αποτελεί ειδικότερα εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης που εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης "επιδίκασης της ασφαλιζομένης απαιτήσεως και της εμπροθέσμου τροπής της σε υποθήκη, η οποία ανατρέχει στον χρόνο εγγραφής της προσημειώσεως με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1272, 1277 και 1323 αριθ. 2 ΑΚ (ΑΠ Ολομ. 14/2006, ΑΠ 155/2017, ΑΠ 16/2016, ΑΠ 410/2005).
Το άρθρο 2 ΑΚ σύμφωνα με το οποίο "ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά", θεσπίσθηκε με γνώμονα την αρχή του κράτους δικαίου, την ασφάλεια του δικαίου και την αρχή της κοινωνικής εμπιστοσύνης. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανόνα, οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ισχύουν για το μέλλον και εφαρμόζονται επί πραγματικών περιστατικών που επήλθαν κατά πρώτον μετά τον χρόνο ισχύος των είτε επήλθαν σε προγενέστερο χρόνο, συνεχίζουν όμως να υφίστανται και μετά την μεταβολή της ουσιαστικού δικαίου ρυθμίσεως και με τον τρόπο αυτό υπάγονται στο πραγματικό των νέων διατάξεων.
Ο ως άνω κανόνας που εκφράζει την αρχή της μη αναδρομικότητας των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (ΑΠ421/2009) δεν κατοχυρώνεται από το σύνταγμα, επομένως δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ (ΟλΑΠ6/2007, ΑΠ1125/2006, ΑΠ1823/2005). Έτσι ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται κατ' αρχήν να προσδώσει στον νόμο αναδρομική δύναμη. Η κατά το άρθρο 2 ΑΚ απαγόρευση αναφέρεται στη γνήσια αναδρομή που υφίσταται κατά τα προεκτεθέντα όταν ένας νόμος ρυθμίζει έννομες σχέσεις ή συνέπειες που γεννήθηκαν ή επήλθαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του (ΑΠ86/1997).
Διακρίνεται δε από την μη γνήσια αναδρομή που υπάρχει, όταν ο νέος νόμος ρυθμίζει έννομες συνέπειες που γεννήθηκαν μετά την έναρξη εφαρμογής του, αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου, οι οποίες όμως συνεχίζουν να υφίστανται και μετά τη θέση του νέου νόμου σε ισχύ. Η μη γνήσια αναδρομή δεν συνιστά στην πραγματικότητα αναδρομή (ΑΠ1908/2005), εξασφαλίζει την ενότητα του δικαίου και για τον λόγο αυτόν δεν παραβιάζει τον κανόνα της μη αναδρομικότητας.
Το ζήτημα πάντως κατά πόσον πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια αναδρομή επιλύεται με ερμηνεία της κρίσιμης διατάξεως, γίνεται ωστόσο δεκτό ότι οι αναδρομικοί νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Ειδικότερα, στον νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (εμμέσως) όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται η νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος.
Ο αναδρομικός νόμος κατά κανόνα δύναται να δημιουργήσει δικαιώματα που ανατρέχουν στο παρελθόν καθώς και να καταργήσει δικαιώματα που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, εκτός εάν τα τελευταία προστατεύονται από το σύνταγμα (ΟλΑΠ6/2007, ΟλΑΠ40/1998, ΑΠ1823/2005). Και στην τελευταία αυτή περίπτωση η συνταγματικότητα του αναδρομικού νόμου διασώζεται, εφόσον η θέσπισή του δικαιολογείται κατ' εξαίρεση από την εξυπηρέτηση του κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ5/1998).
Η αναδρομική ισχύς του νόμου είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου (προσθέτου) Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ6/2007, ΑΠ928/2006, ΑΠ1125/2006, ΑΠ1823/2005, ΑΠ188/2005), ούτε μπορεί να προσβάλει την εκ του άρθρου 25 του Συντάγματος κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (ΟλΣτΕ 542/1999).
Επειδή από το άρθρο 12 του ΕισΝΚΠολΔ, που ορίζει ότι " στις δίκες που κατά την εισαγωγή του (ΚΠολΔ) είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν την εισαγωγή του ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο" , προκύπτει η καθιέρωση γενικού κανόνα διαχρονικού δικαίου σύμφωνα με τον οποίον, οι δικονομικές έννομες συνέπειες των διαδικαστικών πράξεων των διαδίκων αλλά και των δικαστικών αποφάσεων (που συνιστούν διαδικαστικές πράξεις του δικαστηρίου) διέπονται από το ισχύον ( κατά τον χρόνο διενεργείας εκάστης διαδικαστικής πράξεως ή εκδόσεως εκάστης δικαστικής αποφάσεως) δικονομικό δίκαιο, κατά δε το άρθρο 18 παρ.2 του ΕισΝΚΠολΔ "οι διατάξεις των άρθρων 313 ως 320 (που ρυθμίζουν τα περί αναγνωρίσεως της ανυπαρξίας και της αυτοδίκαιης ακυρότητας των δικαστικών αποφάσεων, καθώς και τα περί διορθώσεως και ερμηνείας αυτών), καθώς και εκείνες των άρθρων 332 ως 334 ΚΠολΔ (που ορίζουν τα περί αυτεπαγγέλτου λήψεως υπόψιν του δεδικασμένου, περί προσβολής του δεδικασμένου λόγω δόλου και περί της μεταρρυθμιστικής αγωγής) εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν από την εισαγωγή του (ΚΠολΔ)".
Κατ' αντιδιαστολή προς την ανωτέρω ρύθμιση (του άρθρου 18 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ), συνάγεται ότι οι μη ρητώς αναφερόμενες διατάξεις του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και εκείνες που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις επελεύσεως, καθώς και τα αντικειμενικά και υποκειμενικά όρια του ουσιαστικού δεδικασμένου ( άρθρα 321 έως 331 ΚΠολΔ), εκείνες δηλαδή που διέπουν τις κύριες έννομες συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων (δεδικασμένο, διαπλαστική ενέργεια, εκτελεστότητα) εφαρμόζονται μόνον επί αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται μετά τη θέση σε ισχύ των εν λόγω διατάξεων.
Κατ' αντιπαραβολή προς τις ανωτέρω (άμεσα συνδεόμενες με το αντικείμενο της δίκης) κύριες έννομες συνέπειες που αναπτύσσουν οι δικαστικές αποφάσεις, η επέλευση των οποίων επιδιώκεται από τους διαδίκους, οι τελευταίες (αποφάσεις) αναπτύσσουν και έννομες συνέπειες (τις λεγόμενες παρεπόμενες) που στηρίζονται απευθείας στον νόμο, ισχύουν συνήθως μεταξύ των διαδίκων της δίκης που προηγήθηκε και εντάσσονται στον κύκλο των συνεπειών που οι δικαστικές αποφάσεις ως διαδικαστικές πράξεις αναπτύσσουν στο πεδίο του ουσιαστικού δικαίου, καταδεικνύοντας τον σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ δικονομικού και ουσιαστικού δικαίου.
Εν όψει του ότι αμφότερες οι ανωτέρω διατάξεις (άρθ.12 και 18 παρ.1 ΕισΝΚΠολΔ) συνιστούν κανόνες διαχρονικού δικονομικού δικαίου που διέπουν τις κύριες έννομες συνέπειες των διαδικαστικών πράξεων και των δικαστικών αποφάσεων δεν τυγχάνουν εφαρμογής στις παρεπόμενες έννομες συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων που συνιστούν έννομες συνέπειες προβλεπόμενες από κανόνες του ουσιαστικού δικαίου.
Επειδή οι διαχρονικού δικαίου ρυθμίσεις του ν.4335/2015 εμπεριέχονται στο άρθρο 9 του νόμου, σύμφωνα με τον οποίον η νέα ρύθμιση της τακτικής διαδικασίας σε πρώτο βαθμό εφαρμόζεται κατά την εκδίκαση αγωγών οι οποίες κατατίθενται μετά την 1-1 -2016 (παρ. 1 ),οι νέες ρυθμίσεις περί των ενδίκων μέσων εφαρμόζονται ως προς τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την ανωτέρω ημερομηνία (παρ.2), η νέα ρύθμιση των ειδικών διαδικασιών εφαρμόζεται κατά την εκδίκαση των αγωγών που κατατίθενται μετά την ανωτέρω ημερομηνία (παρ.2) και τέλος οι νέες ρυθμίσεις περί της αναγκαστικής εκτελέσεως εφαρμόζονται επί διαδικασιών, οι οποίες τίθενται σε κίνηση με την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση επίσης μετά την εν λόγω ημερομηνία (παρ.3). Κατά τα λοιπά ορίζεται ότι οι διατάξεις του άνω νόμου ισχύουν από 1-1-2016, εφόσον οι διατάξεις δεν εμπεριέχουν διαφορετική ρύθμιση.
Το άρθρο 724 ΚΠολΔ υπό την προϋφισταμένη (πριν από την επελθούσα με τον ν.4335/2015 τροποποίηση) ρύθμιση, καθιέρωνε τη διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την αυτοδύναμη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης. Η διαταγή πληρωμής στηρίζεται μόνο στο πραγματικό και αποδεικτικό υλικό που προσκόμισε ο δανειστής, χωρίς οποιαδήποτε δυνατότητα ακρόασης του οφειλέτη.
Επομένως δεν παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης από την οριστική απόφαση που δέχθηκε την αγωγή (με πλήρη βαθμό δικανικής πεποιθήσεως ως προς τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά) και διέγνωσε την ισχύ της επικαλούμενης χρηματικής αξιώσεως του δανειστή. Μολονότι η διαταγή πληρωμής αποτελεί εκτελεστό τίτλο, εντούτοις με την παρεχομένη δυνατότητα αναστολής της εκτελεστότητάς της (άρθρο 632 παράγραφος 2) δεν διαφοροποιείται από τη μη κηρυχθείσα προσωρινώς εκτελεστή οριστική απόφαση, της οποίας μεταγενέστερα διατάχθηκε αναστολή της προσωρινής εκτελεστότητας.
Υπάρχει λοιπόν όχι μόνον απόλυτη ομοιότητα ανάμεσα στη διαταγή πληρωμής και στην οριστική απόφαση, αλλά υπεροχή της τελευταίας. Επιπλέον, με βάση την οριστική, και μη καταστάσα τελεσίδικη, απόφαση μπορούν να επιβληθούν αυτοδύναμα ασφαλιστικά μέτρα (άρθρα 519 παράγραφος Ι και άρθρο 521 παράγραφος 1), προδήλως τα ίδια ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπει και το ως άνω άρθρο 724 ΚΠολΔ.
Ως εκ τούτου, (όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του άνω ν.4335/2015) κρίθηκε αναγκαία με τον ως άνω νόμο, η εισαγωγή της παρούσας ρύθμισης, με την οποία καθιερώνεται η οριστική απόφαση ως τίτλος για την αυτοδύναμη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και την επιβολή συντηρητικής κατασχέσεως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 724 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πέμπτο παρ. 2 του άνω ν.4335/2015 (που ισχύει, κατ1 άρθρ.1 άρθρο ένατο παρ.4 του ίδιου νόμου, από 1-1-2016), "Ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, καθώς και με διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων, να ζητήσει εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής".
Έτσι, δυνάμει του άρθρου αυτού, δόθηκε πλέον, από 1-1-2016, η δυνατότητα στο δανειστή να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, καθώς και συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου, και με βάση οριστική απόφαση και όχι μόνο με βάση διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων, όπως ίσχυε έως την τροποποίηση του νόμου.
Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, αρκεί, κατά το γράμμα της, αλλά και την τελολογία της, η έκδοση μίας απλώς οριστικής δικαστικής αποφάσεως. Ως τέτοια νοείται, κατά μία άποψη, μόνο η καταψηφιστική απόφαση, χωρίς να απαιτείται επιπροσθέτως η τελευταία να έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή. Η έννομη συνέπεια της άνω διατάξεως, δηλαδή η χορήγηση της δυνατότητας εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης επέρχεται εφόσον υφίσταται οριστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής.
Επομένως η έκδοση οριστικής αποφάσεως ή διαταγής πληρωμής αποτελεί στοιχείο του πραγματικού της προαναφερομένης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως. Η εν λόγω έννομη συνέπεια υπάγεται στην κατηγορία των παρεπομένων εννόμων συνεπειών της δικαστικής αποφάσεως, οι οποίες διακρίνονται σαφώς από τις κύριες έννομες συνέπειες του ουσιαστικού δεδικασμένου , της διαπλαστικής ενέργειας και της εκτελεστότητας, δεδομένου ότι η επέλευσή τους δεν επιδιώκεται από τους διαδίκους αλλά στηρίζεται απευθείας στο νόμο κατά τα προεκτεθέντα.
Ειδικότερα, σκοπός της διατάξεως του ισχύοντος από 1-1-2016 (νέου) άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία έχει, ως παρεπόμενη συνέπεια για την οριστική (μη εισέτι καταστάσα τελεσίδικη) απόφαση, τη χορήγηση δυνατότητας επιβολής συντηρητικής κατασχέσεως ή προσημειώσεως υποθήκης (μη εφαρμοζομένου του άρθρου 2ΑΚ, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση γνησίας κατά τα ανωτέρω αναδρομικότητας), είναι η αποτελεσματική διασφάλιση των απαιτήσεων του δανειστή, ο οποίος, έπειτα από τη διεξαγωγή της διαγνωστικής δίκης, στην οποία μάλιστα κατοχυρώνεται το δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως του οφειλέτη, σε αντίθεση με τη διαταγή πληρωμής (που δεν παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης από την οριστική απόφαση που δέχθηκε την αγωγή και διέγνωσε την ισχύ της επικαλούμενης χρηματικής αξίωσης του δανειστή), επιτυγχάνει την έκδοση οριστικής αποφάσεως που επιδικάζει τις απαιτήσεις του (βλ.
και την αιτιολογική έκθεση του ν.4335/2015, υπό στοιχ. VI, αριθμ. 11). Κατά την περίπτωση που η εν λόγω απόφαση δεν έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και, ως εκ τούτου, ο δανειστής δεν έχει δυνατότητα επίσπευσης αναγκαστικής εκτελέσεως, είναι επιβεβλημένη η διασφάλιση της μελλοντικής ικανοποίησης των απαιτήσεών του (όταν αποκτήσει εκτελεστό τίτλο) με την επιβολή συντηρητικής κατασχέσεως ή της εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης.
Μάλιστα, η χορήγηση στο δανειστή του δικαιώματος εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης προς το σκοπό της διασφαλίσεως της προνομιακής ικανοποιήσεως των απαιτήσεών του σε μελλοντικό χρόνο είναι ανεξάρτητη από την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου κατά του οφειλέτη. Συγκεκριμένα, εάν απορρίφθηκε το αίτημα να κηρυχθεί η οριστική απόφαση προσωρινά εκτελεστή (ή εαν δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα), δεν θίγεται η δυνατότητα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης (ή επιβολής συντηρητικής κατασχέσεως) με βάση την απόφαση αυτή, καθόσον η απόρριψη του αιτήματος τούτου εμποδίζει μεν την ικανοποίηση, μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως, της επιδίκου απαιτήσεως, δεν εμποδίζει, όμως, τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, όπως είναι η προσημείωση υποθήκης·και η συντηρητική κατάσχεση.
Οι προϋποθέσεις κηρύξεως αποφάσεως προσωρινά εκτελεστής (άρθρα 907 - 911 ΚΠολΔ) δεν ταυτίζονται με τη βασική προϋπόθεση επιβολής των εν λόγω ασφαλιστικών μέτρων που είναι ο επικείμενος κίνδυνος. Εξάλλου, η νομική φύση καθεμίας από τις δύο αυτές διαδικασίες (μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης και ασφαλιστικό μέτρο, αντίστοιχα) είναι διαφορετική και λειτουργεί για διαφορετικό σκοπό, αφού η αναγκαστική" εκτέλεση που διενεργείται με βάση τις προσωρινά εκτελεστές αποφάσεις (ήτοι, τις οριστικές αποφάσεις που μπορούν να εκτελεστούν, αν και δεν είναι αμετάκλητες, τελεσίδικες ή ανέκκλητες, κατ' εξαίρεση του κανόνα, κατά τον οποίο τα αποτελέσματα των δικαστικών αποφάσεων -δεδικασμένο και εκτελεστότητα - αρχίζουν από την τελεσιδικία τους) δεν είναι "προσωρινή" αλλά της ίδιας φύσεως, όπως και αυτή που χωρεί δυνάμει των υπολοίπων αποφάσεων (τελεσιδίκων κ.λπ.), και επιδιώκεται η ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή με την αναγκαστική κατάσχεση και την εν συνεχεία, διενέργεια πλειστηριασμού του κατασχεμένου πράγματος για την ικανοποίηση της χρηματικής του απαίτησης από το πλείστηρίασμα, ενώ η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και η συντηρητική κατάσχεση, ως ασφαλιστικά μέτρα, αποτελούν μορφή προσωρινής δικαστικής προστασίας του δανειστή, για την εξασφάλιση ή διατήρηση χρηματικής απαίτησης του, εάν ληφθεί υπόψη η καθυστερημένη οπωσδήποτε οριστική του προστασία και η, εξαιτίας τούτου, ύπαρξη κινδύνου αποξενώσεως του οφειλέτη από την κατασχετή περιουσία του, με αποτέλεσμα την αδυναμία του δανειστή να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση όταν θα έχει αποκτήσει εκτελεστό τίτλο.
Η αποδοχή της αντίθετης απόψεως ότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή συντηρητικής κατάσχεσης, δυνάμει οριστικής αποφάσεως, είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που αυτή έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, θα εισήγαγε και ένα νέο κριτήριο για την κήρυξη της απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής, ήτοι τη δυνατότητα ή όχι του δανειστή να επιβάλει προσημείωση ή συντηρητική κατάσχεση, γεγονός που δεν προκύπτει ούτε από το γράμμα της διάταξης ούτε από το σκοπό της.
Άλλωστε, και στις διατάξεις των άρθρων 519 παρ. 1 και 521 παρ.1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, παρά το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προθεσμίας και της άσκησης της έφεσης, είναι επιτρεπτή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, άρα και εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 724 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφόσον, εννοείται, συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις για τη λήψη τους (άρθρ. 682 παρ. 1 και 690 επ.
ΚΠολΔ), ενώ και η αναστολή εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής δεν εμποδίζει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ. 3 εδάφ. τελευταίο ΚΠολΔ. (ΑΠ251/2020).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, "αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (Ολ ΑΠ7/2006, ΑΠ287/2018, ΑΠ243/2016).
Στην υπό κρίση υπόθεση, με τους (πρώτο και δεύτερο) λόγους της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα και εφάρμοσε (ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της), την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4335/2015, και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 του Εισ.
ΝΚΠολΔ. Τούτο δε διότι, στη μεν πρώτη περίπτωση το (νέο) άρθρο 724 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται όταν η οριστική απόφαση δυνάμει της οποίας επιδιώκεται η εγγραφή προσημειώσεως έχει εκδοθεί πριν την ισχύ του ν. 4335/2015 και δεν έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή από το δικαστήριο που την εξέδωσε κατόπιν απορρίψεως του σχετικού αιτήματος, στη δε δεύτερη η εφαρμογή του νέου άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ σε αποφάσεις που εκδόθηκαν προ της 1.1.2016, συνιστά γνήσια αναδρομική εφαρμογή που απαγορεύεται κατά το άρθρο 2ΑΚ σε περίπτωση που οι αποφάσεις αυτές δεν κηρύχτηκαν προσωρινά εκτελεστές, λόγω απόρριψης σχετικού αιτήματος του νικήσαντος διαδίκου, επειδή συνιστά ανατροπή της δικαιοδοτικής κρίσεως ότι δεν συνέτρεχε λόγος προσωρινής εκτελεστότητας της δικαστικής αποφάσεως.
Με τους τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη ότι υπέπεσε στην αυτή ως άνω πλημμέλεια (του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με την αιτίαση αφενός ότι δεχόμενη ως τίτλο προς εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης την άνω οριστική και μη κηρυχθείσα προσωρινά εκτελεστή δικαστική απόφαση εξομοίωσε ανεπίτρεπτα ως τίτλους την οριστική με την προσωρινά εκτελεστή απόφαση και παραβίασε την τελολογική συσταλτική ερμηνεία που επιβάλλει την αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ της προσωρινά εκτελεστής οριστικής αποφάσεως και της διαταγής πληρωμής, αφετέρου ότι (υπό την αυτή ως άνω αιτίαση) παραβίασε την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με το ατομικό επί της περιουσίας δικαίωμά της ως οφειλέτιδος.
Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: ".. .Η εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Π. Π. Α.Ε" την 6-12-2016 κατέθεσε στο Υποθηκοφυλακείο Πειραιώς αίτηση, στρεφόμενη κατά της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Α. Ε.", με την οποία ζητούσε να εγγραφεί στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο της τελευταίας με βάση (τίτλο) την 1943/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία επιδικάστηκε υπέρ της πρώτης, απαίτησή της , που αποτελείται από κεφάλαιο ύψους 14.485.962,30 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω οριστική απόφαση και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.
Η αρμόδια υποθηκοφύλακας αρνήθηκε την αιτούμενη εγγραφή προσημείωσης, με την με αριθμό πρωτοκόλλου 3420/7.12.2016 πράξη απόρριψης, με το ... σκεπτικό: "Απορρίπτεται ...η αιτούμενη ...εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ...διότι η έναρξη ισχύος του ν.4335/2015, ο οποίος τροποποίησε το αρθ.724 ΚΠολΔ...σύμφωνα με τον οποίο δίνεται η δυνατότητα στον δανειστή να εγγράψει προσημείωση υποθήκης με βάση οριστική απόφαση είναι η 1-1-2016, χωρίς να υπάρχει διαφορετική ρύθμιση για το άρθρο αυτό στις μεταβατικές διατάξεις του νόμου.
Η δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης είναι τον Απρίλιο του 2015 και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εφαρμοστεί το αρ.724 ΚΠολΔ όπως τροποποιήθηκε με τον ν.4335/2015". Ερευνητέο επομένως είναι.. .αν κατά το χρόνο κατά τον οποίο η εκκαλούσα άσκησε το δικαίωμα να ζητήσει την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο της οφειλέτριάς της εφεσίβλητης εταιρείας, προς εξασφάλιση της ένδικης σε βάρος αυτής απαιτήσεώς της, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την άσκησή του.
Διαφορετικά, αν το σύνολο των στοιχείων που καθορίζονται από το ισχύον νομικό πλαίσιο για την απόκτηση του εν λόγω δικαιώματος, συνυπάρχουν κατά το χρόνο που αυτό ασκείται από την εκκαλούσα. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 724 παρ.1 ΚΠολΔ με το ν.4335/2015 ο οποίος ισχύει από 1-1-2016, ο δανειστής μπορεί πλέον, με βάση (και) οριστική απόφαση, να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για το ποσό που επιδικάζεται με αυτήν.
Διεύρυνε έτσι ο άνω νόμος τη δυνατότητα εξασφαλίσεως του δανειστή καθώς με την υφιστάμενη ρύθμιση (πριν το ν.4335/2015) ήτοι με την δυνατότητα εγγραφής προσημείωσης με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ή με διαταγή πληρωμής, δεν παρεχόταν επαρκής προστασία στον δανειστή έναντι του κινδύνου εκποιήσεως ή επιβαρύνσεως των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του και μάλιστα του δανειστή εκείνου που είχε "στα χέρια του" οριστική απόφαση εκδόθείσα με τα" εχέγγυα της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, μετά από την δέουσα εκτίμηση των ενώπιον του επιληφθέντος δικαστηρίου, προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Θα έπρεπε αυτός ο δανειστής να προσφύγει με αντίστοιχη αίτηση στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και να ζητήσει την έκδοση (άλλης) αποφάσεως που θα του επέτρεπε προς εξασφάλισή του, την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή την επιβολή συντηρητικής κατασχέσεως. Από τη διατύπωση δε της νέας ρυθμίσεως αλλά και από την αντίστοιχη αιτιολογική έκθεση δεν προκύπτει ότι υφίσταται ασαφής διατύπωση ή κενό ώστε να ερμηνευτεί η διάταξη περιοριστικά, ότι αφορά τους δανειστές εκείνους που η εκδοθείσα υπέρ αυτών απόφαση για απαίτησή τους εκδόθηκε μετά την 1-1-2016 λαμβανομένου υπόψη ότι η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 724 ΚΠολΔ, καθιστά την οριστική απόφαση που επιδικάζει απαίτηση, προϋπόθεση για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, στοιχείο του πραγματικού της, προσδίδοντας στην απόφαση έννομη συνέπεια η οποία διαφέρει από τα έννομα αποτελέσματα μιας οριστικής αποφάσεως, ήτοι το ουσιαστικό δεδικασμένο, την εκτελεστότητα και την διαπλαστική ενέργεια τα οποία κρίνονται με βάση το δίκαιο που ισχύει κατά το .
χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως. Αυτό διότι τα εν λόγω αποτελέσματα συνδέονται με συγκεκριμένο δικονομικό σύστημα και με τις εγγυήσεις ορθής απονομής της δικαιοσύνης που εκείνο παρέχει και ως εκ τούτου είναι ορθό, να εφαρμόζεται το ίδιο σύστημα τόσο για την έκδοσή της όσο και για την ισχύ της, αποκλείοντας έτσι από το νομοθέτη την δυνατότητα να καταργεί ή να ακυρώνει δικαστικές αποφάσεις, κατά παράβαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της διακρίσεως των εξουσιών.
Οι προαναφερόμενες έννομες , παρεπόμενες, όπως ονομάζονται συνέπειες, οι οποίες συνδέονται με την επέλευση μιας (άλλης) έννομης συνέπειας, σαφώς διακρινόμενες από τα προαναφερόμενα έννομα αποτελέσματα που συνδέονται με την προηγηθείσα διαγνωστική κρίση του δικαστηρίου, θα πρέπει να κρίνονται υπό το νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει κατά το χρόνο που ερευνάται η συνδρομή του συνόλου των προϋποθέσεων για την επέλευση αυτής της συνέπειας, κατά το χρόνο που ασκείται το δικαίωμα του οποίου αποτελούν προϋπόθεση και εφόσον διαπιστωθεί ότι υφίσταται η απόφαση αυτή καθ' εαυτή, ή δεν υφίσταται, με ορισμένο περιεχόμενο, θα πρέπει να απαγγελθούν οι έννομες συνέπειες που η οικεία διάταξη προβλέπει.
Ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα αναδρομικής ισχύος της οριστικής αποφάσεως αφού δεν εξετάζεται το αν παράγει τα έννομα αποτελέσματά της (εκτελεστότητα, δεδικασμένο, διαπλαστική ενέργεια) σε χρόνο προγενέστερο της εκδόσεώς της, δεδομένου ότι η δυνατότητα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης δεν είναι αποτέλεσμα της οριστικής αποφάσεως, ούτε το αν απορρίφθηκε αίτημα προσωρινής εκτελεστότητας αυτής αφού σκοπός του εν λόγω αιτήματος είναι η άμεση εκτέλεσή της, εν όλω ή εν μέρει και εδώ κρίνεται από το νόμο (910 ΚΠολΔ) ή το δικαστήριο, το κατά πόσο η καθυστέρηση στην εκτέλεση επιφέρει βλάβη στον δανειστή και ενάγοντα, ο οποίος ενδεχομένως δεν έχει άλλους πόρους να επιβιώσει, ενώ η παροχή τίτλου προς εγγραφή προσημείωσης υποθήκης με οριστική απόφαση αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ικανοποιήσεως της ένδικης απαιτήσεως του δανειστή με τον αποκλεισμό της εκποιήσεως ή της επιβαρύνσεως της περιουσίας του οφειλέτη του.
Εξ άλλου και στην αιτιολογική έκθεση του ν.4335/2015 με την οποία αναγνωρίστηκε ότι το δικονομικό δίκαιο λειτουργικά και τελολογικά έχει μία βοηθητική ή εξυπηρετική λειτουργία απέναντι στο ουσιαστικό δίκαιο, αφού κύριος σκοπός της πολιτικής δίκης είναι η προστασία των ουσιαστικών δικαιωμάτων, η οποία πραγματοποιείται μεταξύ άλλων, με την πραγμάτωση αυτών, εκτός της αναγνωρίσεως ή ενδεχομένως της διαπλάσεώς τους, κρίθηκε αναγκαία η τροποποίηση του άρθρου 724 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται η οριστική απόφαση ως τίτλος για την αυτοδύναμη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης.
Απέδωσε έτσι στην οριστική απόφαση δυνατότητα που είχε στο παρελθόν- στην προϊσχύσασα πολιτική δικονομία-αποκαθιστώντας μια ανισορροπία σε βάρος της (οριστικής απόφασης) αφού με την προ του ν.4335/2015 ρύθμιση το άρθρο 724 καθιέρωνε αποκλειστικά τη διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την αυτοδύναμη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και την επιβολή συντηρητικής κατασχέσεως, αν και για την έκδοσή της ο δικαστής στηρίζεται μόνο στο πραγματικό και αποδεικτικό υλικό που προσκόμισε ο δανειστής, χωρίς οποιαδήποτε δυνατότητα ακροάσεως του οφειλέτη και χωρίς επομένως να παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσεως από την οριστική απόφαση που δέχθηκε την αγωγή και διέγνωσε με πλήρη δικανική πεποίθηση και μετά από εκτίμηση του προσκομισθέντος από αμφότερα τα μέρη αποδεικτικού υλικού, την ισχύ της επικαλούμενης χρηματικής αξιώσεως του δανειστή.
Προς ενίσχυση της προτεινόμενης ρυθμίσεως αναφέρεται στη συνέχεια η αιτιολογική έκθεση στις διατάξεις των άρθρων 519 παρ.1 και 521 παρ.1 ΚΠολΔ σύμφωνα με τις οποίες κατά τη διάρκεια της προθεσμίας για την άσκηση εφέσεως αλλά και με την άσκηση νόμιμης και εμπρόθεσμης εφέσεως που αναστέλλει την εκτέλεση της οριστικής αποφάσεως, μπορούν να επιβληθούν ασφαλιστικά μέτρα, προδήλως τα ίδια ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπει και το άρθρο 724.
Με δεδομένο επομένως των όσων εκτίθενται στην αιτιολογική έκθεση του ν.4335/2015 που αποκαλύπτει το σκοπό του νομοθέτη να προσδώσει, με την τροποποίηση του άρθρου 724 ΚΠολΔ, στην οριστική απόφαση την ίδια δυνατότητα που έχει και η διαταγή πληρωμής ως τίτλου προς εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, αφού όπως διευκρινίζεται δεν διαφοροποιείται η τελευταία, με την παρεχομένη δυνατότητα αναστολής της, από την μη κηρυχθείσα προσωρινά εκτελεστή οριστική απόφαση ή από εκείνη της οποίας διατάχθηκε μεταγενέστερα η αναστολή της προσωρινής εκτελεστότητας της, ενόψει περαιτέρω της υπεροχής της πρώτης η οποία στηρίζεται στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού όχι μόνο του αιτούντος δικαστική προστασία αλλά και του αντιδίκου του, χωρίς να προσκρούει η ρύθμιση αυτή στην απαγόρευση της (γνήσιας) αναδρομικότητας του νόμου (άρθρο 2 ΑΚ) αφού προσδίδει για πρώτη φορά στην οριστική απόφαση έννομες συνέπειες και δεν αφορά έννομες σχέσεις ή συνέπειες που προϋπήρχαν, τέλος ενόψει του ότι η σαφής διατύπωση της νέας διατάξεως του άρθρου 724 ΚΠολΔ αφορά παρεπόμενες συνέπειες της οριστικής αποφάσεως και όχι τα έννομα αποτελέσματα αυτής, αφού η δυνατότητα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης δεν είναι αποτέλεσμα της αποφάσεως στο οποίο μάλιστα απέβλεψε ο αιτών δικαστική προστασία, εσφαλμένα η εκκαλουμένη το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, αποδεχόμενη ότι η 1943/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εκδοθείσα πριν την 1-1-2016 δεν αποτελεί τίτλο προς εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσής της, γενομένων δεκτών ως ουσιαστικά βασίμων των λόγων των υπό κρίση εφέσεων".
Ακολούθως κατά παραδοχήν των ως άνω εφέσεων το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την ένδικη τριτανακοπή και τους προσθέτους αυτής λόγους. Δέχθηκε δηλαδή το....Εφετείο ότι η τροποποιηθείσα με το ν.4335/2015 διάταξη του άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά την έκταση που προβλέπει ότι η οριστική απόφαση αποτελεί τίτλο προς εγγραφή του περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιώματος αξίας της προσημειώσεως υποθήκης εφαρμόζεται στις οριστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν και πριν από την 1-1-2016, χωρίς μάλιστα να απαιτείται αυτές να έχουν κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστές, ενόψει του ότι η ουσιαστικού δικαίου ανωτέρω διάταξη καθιστά την ύπαρξη της οριστικής αποφάσεως (εν προκειμένω της 1943/2015 που επιδίκασε την απαίτηση) προϋπόθεση για την εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης και εντεύθεν στοιχείο του πραγματικού της, ευθέως εκ του νόμου προερχόμενο και συνεπώς παρεπόμενη έννομη συνέπεια που αντιδιαστέλλεται προς τις κύριες έννομες συνέπειες της αποφάσεως (δεδικασμένο, διαπλαστική ενέργεια, εκτελεστότητα), οι οποίες κρίνονται με βάση το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο εκδόσεώς τους και ρυθμίζονται από δικονομικούς κανόνες μεταξύ των οποίων και εκείνος του άρθρου 18παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ, που δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω.
Επίσης δέχθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση γνήσιας αναδρομής αντικειμένης στο άρθρο 2ΑΚ, ενόψει του ότι πρόκειται για οριστική απόφαση που εκδόθηκε πριν την ισχύ του ν.4335/2015, συνεχίζει όμως να υφίσταται ως τέτοια και μετά την νομοθετική μεταβολή της ως άνω ουσιαστικής διατάξεως συνιστώντας το πραγματικό της τελευταίας, ρυθμίζοντας έννομες συνέπειες που γεννήθηκαν μετά την κατά τα ανωτέρω έναρξη της εφαρμογής του, αφού ο κρίσιμος χρόνος για την έρευνα της συνδρομής του συνόλου των προϋποθέσεων για την επέλευση της ως άνω συνέπειας είναι εκείνος κατά τον οποίον ασκείται το δικαίωμα του οποίου αποτελούν προϋπόθεση, δηλαδή η 6-12-2016 οπότε υποβλήθηκε η σχετική προς εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης αίτηση δυνάμει της ως άνω οριστικής αποφάσεως, καθώς και ότι στοιχείο του πραγματικού του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου συνιστά απλώς η οριστική απόφαση που παρέχει εχέγγυα υπέρτερα εκείνων της διαταγής πληρωμής κατά τα προεκτεθέντα και όχι η κηρυχθείσα προσωρινώς εκτελεστή δικαστική απόφαση η οποία επιτελεί διαφορετική λειτουργία αφού συνιστά τίτλο για την επιβολή αναγκαστικής εκτελέσεως κατ' άρθρο 904 παρ.2αΚΠολΔ.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 724 ΚΠολΔ υπό την ισχύουσα από 1-1-2016, νέα της μορφή και δεν παρεβίασε αυτό με την εφαρμογήν του, ούτε επίσης τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ και 2 ΑΚ, με την μη εφαρμογή τους, διότι η μεν πρώτη συνιστά μη εφαρμοστέο και μη θεμελιούντα πλημμέλεια από τον αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ δικονομικό κανόνα, η δε δεύτερη διότι δεν συνέτρεχε περίπτωση γνησίας αναδρομικότητας.
Τέλος, δεν υπήρξε παραβίαση του κατ' άρθρο 17 συνταγματικού δικαιώματος προστασίας της περιουσίας της αναιρεσείουσας ως οφειλέτιδας, ούτε επήλθε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας εκ του άρθρου 25 του Συντάγματος μεταξύ των συμφερόντων της δανείστριας (πρώτης αναιρεσιβλήτου) και της άνω οφειλέτιδος σε βάρος της τελευταίας, υπό την επίκληση ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της επείγουσας περιπτώσεως και της πιθανολογήσεως βλάβης της δανείστριας, προϋποθέσεις που δεν ερευνώνται, καθόσον δεν συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου ως άνω κανόνα δικαίου, ούτε τέλος υπήρξε παραβίαση των άρθρων 4 και 26 του Συντάγματος από την παραδοχή ως τίτλου προς εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης της εν λόγω οριστικής αποφάσεως που δεν είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα.
Συνεπώς οι ως άνω λόγοι τυγχάνουν στο σύνολο τους προεχόντως απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς διότι ερείδονται επί εσφαλμένων νομικών προϋποθέσεων, αλλά και αβάσιμοι.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθ.176, 183, 191ΚΠολΔ) εκάστη των οποίων κατέθεσε προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2018 αίτηση της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας εταιρείας " Α. Α. Α. Ε." για αναίρεση της 400/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για έκαστο εξ αυτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ