Legislator Case Law & Legislation
1000/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of evidence for pre-litigation physiotherapy expenses in labor accident case.

Case Number 1000/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final labor court decision regarding a work-related injury claim. The appellant argued the lower court erred by ruling on pre-litigation physiotherapy expenses without requiring proof, citing Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court held that the lower court's assessment was legally sound as it did not need to examine specific documents to validate the claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the court of first instance accepted claims without evidence, provided it did not arbitrarily reject specific documentary evidence without explanation.

Keywords

AI generated
labor accident claim pre-litigation expenses lack of evidence physiotherapy costs appeal admissibility Code of Civil Procedure burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1), 556(1) and 564(1) of the Code of Civil Procedure
Article 569(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1000 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1000/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας κατά τον τύπο της Ειδικής Ναυτικής Επιχείρησης (Ε.Ν.Ε.) με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ηλία Δημητρίου και Γεώργιο Λατσούδη, εκ των οποίων ο πρώτος κατάθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Δ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Μόσχο και Ιωάννη Μαρακάκη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/4/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2427/2014 μη οριστική, 3330/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 360/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/9/2017 αίτησή της και τους από 3/1/2018 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 20 Σεπτεμβρίου 2017 αίτηση προσβάλλεται η 360/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση του ενάγοντος και τώρα αναιρεσιβλήτου κατά της 3330/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξαφανίστηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, έγινε εν μέρει δεκτή, όπως ειδικότερα στις επόμενες σκέψεις της παρούσας εκτίθεται, η αναφερόμενη κατωτέρω αγωγή του αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο αξιώσεις από εργατικό ατύχημα. Η αίτηση στρέφεται κατ' απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 4.9.2017, ενώ το πρωτότυπο της αίτησης αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς στις 20.9.2017 ( άρθρα 552 , 553 παρ. 1 , 556 παρ. 1 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή, να συνεκδικαστεί με τους από 3.1.2018 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, τους οποίους άσκησε η αναιρεσείουσα με ιδιαίτερο δικόγραφο εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρο 569 παρ. 1και 2 ΚΠολΔ), και περαιτέρω να ερευνηθούν οι λόγοι που περιέχονται στα δυο αυτά δικόγραφα ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους ( άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το βδ της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατ' άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, σύμφωνα δε με τα άρθρα 2 του ίδιου νόμου και 66 περ. β' του ν. 3816/1958 εφαρμόζεται και επί ναυτικής εργασίας, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επήλθε σε ναυτικό κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή με αφορμή αυτήν και θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, θεωρείται κάθε βλάβη που είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, η οποία δεν θα υπήρχε χωρίς την εργασία και την εκτέλεσή της υπό τις σχετικές περιστάσεις (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 1424/2015).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 16 του ανωτέρω ν. 551/1915 προκύπτει ότι ο παθών από εργατικό ατύχημα έχει δικαίωμα να ασκήσει την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσει, σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ, πλήρη αποζημίωση, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν αυτό έλαβε χώρα σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, βρίσκεται δε σε αιτιώδη συνάφεια με τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών, διαφορετικά, εάν δηλαδή δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να ασκήσει σχετική αγωγή για την αξίωση αποζημίωσης, κατ' άρθρον 3 του εν λόγω ν. 551/1915.

Τέτοιες δε διατάξεις είναι εκείνες που ειδικώς προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και ειδικότερα προσδιορίζουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν, μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφαλείας των εργαζομένων. Επομένως, δεν αρκεί ότι το ατύχημα επήλθε από την μη τήρηση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση προνοίας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 26/1995, ΑΠ 1109/2006, ΑΠ 289/2004).

Έτσι, σε περίπτωση ναυτεργατικού ατυχήματος ο παθών έχει το δικαίωμα να αξιώσει έναντι του υπόχρεου προς αποζημίωση είτε την περιορισμένη κατ' αποκοπή αποζημίωση του άρθρου 3 του ν. 551/1915 είτε την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου κατά τα άρθρα 297, 298, 914, 922, 928-932 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/1915, εφόσον, όμως, στη δεύτερη περίπτωση, το ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση των διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών περί ειδικών όρων ασφαλείας των εργαζομένων ή σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του.

Συνεπώς, ο παθών έχει επιλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει την μία ή την άλλη αξίωση. Οι αξιώσεις δηλαδή αυτές συρρέουν διαζευκτικώς, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μιας απ' αυτές (κοινού δικαίου ή του ν. 551/1915) αποκλείεται να ζητήσει ο δικαιούχος ταυτόχρονα ή διαδοχικά την άλλη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 306 ΑΚ, που αφορά την διαζευκτική ενοχή, χωρίς όμως να αποκλείεται η επικουρική άσκηση της μιας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως (ΑΠ 1132/1997).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, συνάγεται ότι η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 838/2011, ΑΠ 641/2011).

Πταίσμα δε του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί στην παραπάνω περίπτωση και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 του ΑΚ, είτε η τήρηση των μέτρων αυτών από τον εργοδότη επιβάλλεται από τους νόμους, διατάγματα ή κανονισμούς που προβλέπουν τα μέτρα αυτά.

Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται με τον ν.1586/1985 "Υγιεινή - Ασφάλεια εργαζομένων", οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες. Ορίζεται δε στο άρθρο 32 του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, ότι ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παρευρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία τους ή τη σωματική τους ακεραιότητα.

Επίσης, ειδικότερα μέτρα ασφαλείας καθορίζονται με το πδ 395/1994 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ", το οποίο ορίζει: στο άρθρο 1 ότι "1. Το παρόν προεδρικό διάταγμα καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους .... 2.

Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας στην οποία κατατάσσονται", στο άρθρο 2 ότι " Για τους σκοπούς του παρόντος νοείται 1. Εξοπλισμός εργασίας: Κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατάα την εργασία..." , στο άρθρο 3 ότι: "1.

Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς τον σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του. 2.

Κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπ` όψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποίησης του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας καθώς και έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφάλειας. 3.

Όταν δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί πλήρως, κατά τον τρόπο αυτό, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο" και στο άρθρο 4 ότι: "1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 3, ο εργοδότης οφείλει να προμηθεύεται ή/και να χρησιμοποιεί εξοπλισμό εργασίας ο οποίος:

α) Εάν τίθεται για πρώτη φορά στην διάθεση των εργαζομένων στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση μετά τη δημοσίευση του παρόντος, πρέπει να ανταποκρίνεται στις σχετικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπονται στο παράρτημα I του άρθρου 8 του παρόντος, εφ' όσον δεν υπάρχουν άλλες σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας, ή ισχύουν εν μέρει...3.

Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε, ο εξοπλισμός εργασίας, με την κατάλληλη συντήρηση, να διατηρείται σε επίπεδο τέτοιο που να ανταποκρίνεται, ανάλογα με την περίπτωση, στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 καθ' όλη τη διάρκεια της χρησιμοποίησης του. 4. Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε κατά την χρήση των εξοπλισμών εργασίας, να επιτυγχάνεται βαθμός ασφάλειας αντίστοιχος προς τους στόχους που θέτουν οι διατάξεις του παραρτήματος

ΙΙ του άρθρου 9του παρόντος διατάγματος".". Σύμφωνα δε με το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.7 πδ 89/1999 και ειδικότερα το άρθρο 4.2. "Ειδικές διατάξεις για τη χρησιμοποίηση κλιμάκων" προβλέπεται στην παράγραφο 4.2.1. "Οι κλίμακες τοποθετούνται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η σταθερότητα τους κατά τη χρήση", στην δε παράγραφο 4.2.3: "Oι κλίμακες χρησιμοποιούνται κατά τρόπο ώστε ο εργαζόμενος να έχει πάντοτε ασφαλή στήριξη και χειρολαβή.

Ειδικότερα, η μεταφορά φορτίων με το χέρι πάνω σε μία κλίμακα δεν θα πρέπει να εμποδίζει το ασφαλές κράτημα. Βαριά αντικείμενα πρέπει να προσδένονται στέρεα στο σώμα τους ή να φέρονται μέσα σε κλεισμένο σάκο προσδεδεμένου στο σώμα τους ή να ανεβάζονται με σχοινί.". Περαιτέρω, στο άρθρο 6 του εν λόγω προεδρικού διατάγματος, που επιγράφεται "Ενημέρωση των εργαζομένων", ορίζεται ότι: "1.

Στα πλαίσια της ενημέρωσης των εργαζομένων σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν στη διάθεσή τους τις επαρκείς πληροφορίες και, όταν απαιτείται, γραπτές οδηγίες χρήσης σχετικά με τον εξοπλισμό εργασίας, που χρησιμοποιείται κατά την εργασία. 2.

Οι ανωτέρω πληροφορίες και γραπτές οδηγίες πρέπει να περιέχουν κατ` ελάχιστον κατάλληλες πληροφορίες σε θέματα ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων σχετικά με: α) Τις συνθήκες χρήσης του εξοπλισμού εργασίας. β) Τις προβλεπτέες έκτακτες καταστάσεις. γ) Τα συμπεράσματα που συνάγονται, ενδεχομένως, από την πείρα που έχει αποκτηθεί κατά τη χρήση του εξοπλισμού εργασίας.

Πρέπει να εφιστάται η προσοχή των εργαζομένων στους κινδύνους που τους αφορούν, σχετικά με: α. τον εξοπλισμό εργασίας που υπάρχει στο άμεσο εργασιακό τους περιβάλλον και β. τις τροποποιήσεις που τους αφορούν, στο μέτρο που αυτές επιδρούν στον εξοπλισμό εργασίας που βρίσκεται στο άμεσο εργασιακό τους περιβάλλον, έστω και αν δεν χρησιμοποιείται άμεσα από αυτούς.".

Περαιτέρω, ειδικότερες διατάξεις περιλαμβάνονται στο πδ 1349/1981 "Κανονισμός προλήψεως εργατικών ατυχημάτων εις τα πλοία", που κατά το άρθρο 1 στοιχ. α' αυτού,, εφαρμόζεται στα υπό Ελληνική σημαία πλοία ολικής χωρητικότητας άνω των 200 κόρων, ανεξαρτήτως περιοχής πλου. Ειδικότερα, στο Δεύτερο Μέρος του Κανονισμού περί μέτρων προλήψεως ατυχημάτων, προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Αρθρον 6.

Φωτισμός και αερισμός χώρων εργασίας. 1. Τα καταστρώματα, κύτη, διάδρομοι και προσβάσεις εις τα κύτη, όπου εργάζονται ή διέρχονται άνθρωποι φωτίζονται επαρκώς και διατηρούνται καθαροί και ελεύθεροι αντικειμένων δυναμένων να προκαλέσουν ολίσθησιν ή πτώσιν. Τα μόνιμα εμπόδια χρωματίζονται δι` ευδιακρίτων χρωμάτων..., "Αρθρον 16.

Μέσα προσωπικής προστασίας. 1. Εις τα πλοία υπάρχουν, εις επαρκή αριθμόν, μέσα δια την προσωπικήν προστασίαν του πληρώματος, εις τα οποία περιλαμβάνονται ομματοϋάλια ή προσωπίδες δια την προστασίαν των οφθαλμών, κράνη, χειρόκτια, υποδήματα εξ ελαστικού, ωτοασπίδες δια την προστασίαν εξ υψηλών θορύβων, αναπνευστήρες δια την προστασίαν εκ κονιορτού και αναπνευστικαί συσκευαί.".

Όσον αφορά τις προβλεπόμενες κυρώσεις στο άρθρο 2 του εν λόγω Κανονισμού ορίζεται ότι "Οι παραβάται πλοιοκτήται, πλοίαρχοι και πλήρωμα του παρόντος Κανονισμού, ανεξαρτήτως συντρεχουσών ποινών προβλεπομένων υπό ετέρων διατάξεων, υπόκεινται εις τας κυρώσεις του άρθρου 45 του κυρωθέντος δια του ν.δ. 187/1973 Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου.".

Επιπλέον, στον "Κανονισμό περί εργασίας επί ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω", που εγκρίθηκε με το βδ 806/1970 και ειδικότερα στο άρθρο 10 αυτού ορίζεται: "1. Ο Πλοίαρχος λαμβάνων γνώσιν ασθενείας ή ατυχήματος τινός των επιβαινόντων μεριμνά ίνα παρασχεθώσιν αμελλητί εις τον πάσχοντα αι πρώται βοήθειαι. 2.

Παρέχει την κατά τον πρόχειρον ιατρικόν οδηγόν ενδεικνυομένην βοήθειαν και ζητεί, εν ανάγκη, δια του ασυρμάτου του πλοίου ιατρικήν συνδρομήν τηλεγραφών τα συμπτώματα της νόσου. 3. Εν περιπτώσει βαρείας ασθενείας ή ατυχήματος οφείλει συν τη παροχή των πρώτων βοηθειών να επιζητήση την προσέγγισιν μεθ' ετέρου πλοίου διαθέτοντος ιατρόν ή την αποστολήν καταλλήλων μέσων μεταφοράς του πάσχοντος ή να καταπλεύση, εφ' όσον είναι δυνατόν, εις τον πλησιέστερον λιμένα και να συνεννοηθή μετά της Λιμενικής ή Προξενικής και της Υγειονομικής Αρχής δια την εισαγωγήν του πάσχοντος εις νοσοκομείον ή κλινικήν.

Εάν πρόκειται περί μέλους του πληρώματος συνεννοείται και μετά του αντιπροσώπου του πλοίου δια την παροχήν εις τον πάσχοντα των μέσων νοσηλείας και συντηρήσεως μετά την εκ του νοσοκομείου ή κλινικής έξοδον ως και δια την παλινόστησιν του κατά τας σχετικάς διατάξεις.". Με την τελευταία διάταξη, θεσμοθετούνται ειδικοί κανόνες ασφαλείας των απασχολουμένων στο πλοίο ναυτικών, η μη τήρηση των οποίων παρέχει σ' εκείνον που έγινε ανίκανος προς εργασία από ατύχημα που συνδέεται αιτιωδώς με τη μη τήρηση τους, ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, στα κατά νόμο δικαιούμενα πρόσωπα, αξίωση πλήρους αποζημιώσεως.

Η λήψη καθενός συγκεκριμένου, των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 10 βδ 806/1970 μέτρων, εξαρτάται από την προηγουμένη διάγνωση της καταστάσεως του πάσχοντος. Η ορθή διάγνωση αυτής δεν περιλαμβάνεται βέβαια στις υποχρεώσεις του πλοιάρχου, αφού κάτι τέτοιο αποτελεί έργο (και μάλιστα από τα δυσχερέστερα) των ειδικών ιατρών.

Εκείνο όμως που επιβάλλεται να πράξει ο πλοίαρχος είναι να διακρίνει ως μέσος συνετός άνθρωπος, αν πρόκειται για συνήθη περίπτωση ή αν επιβάλλεται να ζητήσει προς αντιμετώπιση αυτής ιατρική συνδρομή, προβαίνοντας στις καθοριζόμενες από την παρ. 1 και 2 ενέργειες, ή αν πρόκειται για βαρεία ασθένεια να προβεί και στις καθοριζόμενες από την παρ.3 του άρθρου αυτού ενέργειες (AΠ 1424/2015, ΑΠ 1690/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 §3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία (ΑΠ 1324/2014, ΑΠ 1219/2014). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Εξάλλου, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, AΠ 319/2017, ΑΠ 1217/2005).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Μόνο όμως το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2102/2014).

Ως αιτιολογίες δε στην ανωτέρω διάταξη νοούνται μόνον οι ουσιαστικές παραδοχές στα αποδεικνυόμενα ή μη πραγματικά γεγονότα, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι αυτές που αφορούν ανεπάρκεια ή αντίφαση ως προς την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΑΠ 120/2016 , 1711/2014, 1680/2008, 493/2007).

Για να είναι δε ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, β) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός που προτάθηκε και τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία αυτός θεμελιώνεται, γ) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή η μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις παραδοχές αυτές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίστανται και από που προκύπτουν, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου ( (Ολ.ΑΠ 1/1995, ΑΠ 600/2016, ΑΠ1176/1993).

Τέλος, κατά το άρθ.562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί σε αυτό, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή (γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του το ουσιαστικό δικαστήριο, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και μάλιστα νόμιμα, με προσδιορισμό του χρόνου και τρόπου πρότασης ή επαναφοράς του, στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 670/2016, 456/2016, 1321/2015).

Ο όρος δε "δημόσια τάξη" περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου αντίληψη (ΟλΑΠ 14/2015, 15/2000) και κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 670/2016, ΑΠ 1321/2015).

Στη προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και τώρα αναιρεσίβλητος Α. Δ. με την από 16.4.2013 αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει προσυμφώνου ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκε στον Πειραιά στις 5-10-2010 μεταξύ αυτού και της δεύτερης εναγομένης, αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία " ...", διαχειρίστριας του υπό ελληνική σημαία δεξαμενόπλοιου "...", πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και τώρα αναιρεσείουσας εταιρείας, της οποίας η δεύτερη ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα, ναυτολογήθηκε την επομένη στο εν λόγω πλοίο ως μάγειρας και ότι στις 7-10-2010 κατά την εκτέλεση της εργασίας του υπέστη, υπό τις περιγραφόμενες ειδικότερα εκεί συνθήκες, το περιγραφόμενο ατύχημα, το οποίο οφείλεται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων των εναγομένων, πλοιάρχου και υποπλοιάρχου του συγκεκριμένου πλοίου, οι οποίοι παρέβησαν τις αναφερόμενες ειδικές διατάξεις περί των όρων ασφαλείας των εργαζομένων ναυτικών και του Διεθνούς Κώδικα Ασφαλούς Διαχείρισης, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά, ενώ επιπλέον οι προστηθέντες των εναγομένων παρέλειψαν να παράσχουν σ' αυτόν τη δέουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κατά τα ειδικότερα εκεί εκτιθέμενα, με συνέπεια να υποστεί παραπληγία και παράλυση κάτω άκρων, πληγία και χαλαρή παράλυση αριστερού άνω άκρου, με πλήρη αδυναμία έγερσης, ορθοστάτησης και βάδισης και να καταστεί έτσι ολικώς και δια βίου ανίκανος προς άσκηση του ναυτικού αλλά και οποιουδήποτε άλλου βιοποριστικού επαγγέλματος, με ποσοστό αναπηρίας 80%.

Με βάση δε το ιστορικό αυτό, όπως εκτέθηκε συνοπτικά, ο ενάγων ζήτησε, ύστερα από μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες (ή, κατά περίπτωση, να αναγνωριστεί ότι υποχρεούνται αυτές) να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μια, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας του Αστικού Κώδικα, ως αποζημίωση για την απώλεια κατά το χρονικό διάστημα 29 μηνών από την επέλευση του ατυχήματος μέχρι την σύνταξη της αγωγής των μισθών του καθώς και των μελλοντικών εισοδημάτων του, τα οποία θα αποκόμιζε, αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του, για τα επόμενα 22 έτη μέχρι την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, και επιπλέον για νοσήλια, χρηματική ικανοποίηση προς ανόρθωση της ηθικής του βλάβης και αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ τα αναφερόμενα εκεί αναλυτικά ποσά.

Για την υπόθεση εκδόθηκαν οι 2427/2014 παρεμπίπτουσα και 3330/2015 οριστική αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την πρώτη από τις οποίες διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και με τη δεύτερη απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ακολούθως, ύστερα από έφεση του ενάγοντος, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη εδώ 360/2017 απόφαση, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η ανωτέρω πρωτόδικη-οριστική απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη-διαχειρίστρια του πλοίου.

Ως προς την πρώτη δε των εναγομένων- αναιρεσείουσα το Εφετείο, κρίνοντας επί της αγωγής, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα ουσιώδη περιστατικά: "Δυνάμει προσυμφώνου ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας οκτώ μηνών, που ?Τετάρτη, ?16 ?Μαΐου ?2018 καταρτίσθηκε στον Πειραιά, στις 5-10-2010, μεταξύ του ενάγοντος Έλληνα απογεγραμμένου ναυτικού και της δεύτερης εναγομένης εδρεύουσας στην … της Λιβερίας εταιρείας με την επωνυμία "...", νομίμως εγκατεστημένης στον …, διαχειρίστριας του υπό ελληνική σημαία δεξαμενόπλοιου "...", νηολογίου Πειραιά με αριθμό ...4, ολικής χωρητικότητας 29.663 κόρων και 51.522 τόνων νεκρής (αδρανούς) μάζας, με την ιδιότητα της αντιπροσώπου της εδρεύουσας στον … πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...", πλοιοκτήτριας του εν λόγω πλοίου, ο ενάγων προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε την επομένη σ' αυτό στο ….

της Νοτίου Αφρικής, υπό την ειδικότητα του μάγειρα, αντί συμφωνηθεισών "κλειστών" μηνιαίων αποδοχών συνολικού ποσού 3.704,2 ευρώ, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων της ισχύουσας Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας (ΣΣΝΕ) για τα πληρώματα των ποντοπόρων δεξαμενόπλοιων χωρητικότητας άνω των 4.500 τόνων D.W.

Επομένως, ενόψει του ότι η δεύτερη εναγομένη, ενήργησε κατά την σύναψη της εργασιακής σύμβασης, όπως προκύπτει εναργώς και από το περιεχόμενο της, με την ιδιότητα της διαχειρίστριας του εν λόγω πλοίου, στο όνομα και για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας, ως άμεσος αντιπρόσωπος της, τα έννομα αποτελέσματα της ενέργειας της, μέσα στα πλαίσια της γενικής ή ειδικής εξουσίας της, αφορούν ευθέως την εναγομένη πλοιοκτήτρια, η οποία είναι το υποκείμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη δράση της διαχειρίστριας και εκείνη (πλοιοκτήτρια) ευθύνεται για τις αξιώσεις του ενάγοντος, που απορρέουν από την σχέση εργασίας ή εξ αφορμής αυτής και δεν ενέχει προσωπική ευθύνη η αντιπρόσωπος αυτής, δεύτερη εναγομένη διαχειρίστρια εταιρεία, κατά παραδοχή της ένστασης έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της, αν και με άλλη νομική βάση, ως ουσιαστικά βάσιμης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων άρχισε αμέσως να παρέχει τις υπηρεσίες, που αφορούν την ως άνω ειδικότητα του επί του εν λόγω δεξαμενόπλοιου, από την ανωτέρω ημέρα της ναυτολόγησης του, κατ 'εντολή του πλοιάρχου, Ε. Α., χωρίς όμως να του έχει παρασχεθεί προηγουμένως ο ειδικός εξοπλισμός ασφαλείας, που εκτός άλλων, περιλάμβανε αντιολισθητικά υποδήματα, που υποχρεούνταν, καθ' υπόδειξη του, να φορά σε όλους τους χώρους του πλοίου προς αποφυγή του κινδύνου πτώσεων και ολισθήσεων.

Σημειωτέον, ότι σύμφωνα με το Σύστημα Ασφαλούς Διαχείρισης της εναγομένης πλοιοκτήτριας εταιρείας, οι εργασίες στο μαγειρείο είναι αυτές που έχουν τις λιγότερες απαιτήσεις σε προστατευτικό εξοπλισμό, αλλά και στο μαγειρείο οι απαιτήσεις είναι συγκεκριμένες και είναι υποχρεωτικά τα υποδήματα ασφαλείας και κατά περίπτωση τα γάντια φούρνου και ο βαμβακερός ιματισμός.

Ειδικότερα, κατά την επίσκεψη του ενάγοντος στην καμπίνα του πλοιάρχου το απόγευμα της 6ης-10-2010, αυτός τον ενημέρωσε γενικά για τα καθήκοντα του, τα μέτρα ασφαλείας του μαγειρείου και τον προστατευτικό εξοπλισμό, που απαιτείται κατά την εκτέλεση της εργασίας του και για την συμμετοχή του σε γυμνάσια, ήτοι φόρμα εργασίας, αντιολισθητικά υποδήματα, κράνος, γυαλιά και γάντια ασφαλείας, καθώς και για θέματα υγιεινής και καθαριότητας του μαγειρείου και των κοινόχρηστων χώρων και άλλα συναφή ζητήματα, δεν του παρέδωσε όμως τα εν λόγω είδη προστατευτικού εξοπλισμού, που θεωρούνται μάλιστα από τα πλέον βασικά και πρέπει να χορηγούνται στους ναυτολογούμενους αμέσως μετά την επιβίβαση τους στο πλοίο, δηλαδή σχεδόν ταυτόχρονα με την υπόδειξη καμπίνας.

Ούτε την επόμενη ημέρα του παραδόθηκαν τα προστατευτικά μέσα ασφαλείας και δη τα επίμαχα αντιολισθητικά υποδήματα, αν και εν γνώσει του πλοιάρχου, ο ενάγων είχε πάρει την θέση του στο μαγειρείο για την προετοιμασία του γεύματος. Οι σχετικές καταθέσεις του δόκιμου πλοιάρχου, Ν. Σ., ότι στις 6-10-2010 έλαβε εντολή από τον υποπλοίαρχο, Ι.

Κ., να του παραδώσει τα ανωτέρω είδη και πράγματι του τα παρέδωσε την ίδια ημέρα, όσο και του ίδιου του υποπλοιάρχου σχετικά με την ανωτέρω εντολή του και την επισήμανση ότι είδε ότι τα φορούσε ο ενάγων κατά τον χρόνο του ακόλουθου ατυχήματος, όταν τον βρήκαν πεσμένο, αλλά του τα αφαίρεσαν όταν τον έβαλαν στο φορείο, δεν κρίνονται αξιόπιστες, καθόσον δεν επιβεβαιώνονται από κανένα έγγραφο έκθεσης παράδοσης και παραλαβής του προσωπικού προστατευτικού εξοπλισμού.

Τούτο επεχείρησε να δικαιολογήσει στην κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο ανωτέρω πλοίαρχος του πλοίου, καταθέτοντας ότι το σχετικό έντυπο υπογράφεται αφότου ολοκληρωθεί και η διαδικασία εξοικείωσης του ναυτολογούμενου, συμπληρώνοντας ότι ο ενάγων κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ενδεδυμένος με τον ρουχισμό του μάγειρα και τα παπούτσια ασφαλείας, τα οποία αφαιρέθηκαν όταν τον έβαλαν στο φορείο.

Πλην όμως το σημείο αυτό της κατάθεσης του τίθεται εν αμφιβόλω στην συνέχεια, αφού καταθέτει ότι ο ενάγων θα αναλάμβανε υπηρεσία μετά το στάδιο προσαρμογής και ότι αυτός πήγε μόνος του στην κουζίνα και την τροφαποθήκη, υπονοώντας χωρίς την εντολή του. Ο εν λόγω ισχυρισμός, αν και δεν αποδείχθηκε αληθινός, εφόσον πράγματι του είχε αναθέσει την παρασκευή του γεύματος, μπορεί να εκληφθεί και ως έλλειψη αναγκαιότητας στο στάδιο εξοικείωσης του ναυτικού παροχής των προστατευτικών μέσων ασφαλείας κατά την ακολουθούμενη εσφαλμένα πρακτική της εργοδότριας εναγομένης και ενισχύει την κρίση ότι αυτά δεν του είχαν παραδοθεί, σε κάθε δε περίπτωση κλονίζει την αξιοπιστία του πλοιάρχου.

Εξάλλου, ο πάσχων συνηθίζεται και ενδείκνυται για λόγους μη διακινδύνευσης της υγείας του, να μεταφέρεται στο φορείο, όπως βρίσκεται κατά τον χρόνο του ατυχήματος, χωρίς να επιχειρείται η αφαίρεση του ρουχισμού και των υποδημάτων του, αφού υπάρχει το ενδεχόμενο να προκληθεί σ' αυτόν περαιτέρω βλάβη στην προσπάθεια αφαίρεσης τους.

Επομένως, δεν χρειαζόταν να του αφαιρεθούν τα προστατευτικά υποδήματα κατά την τοποθέτηση του στο φορείο, αν τα φορούσε και επομένως, η επικαλούμενη δικαιολογία δεν ευσταθεί, σημειωτέον δε ότι αυτά έχουν εξαφανιστεί, οι δε φωτογραφίες των υποδημάτων, που επιδείχθηκαν από τον πλοίαρχο κατά την διενέργεια της ένορκης προανάκρισης του Λιμεναρχείου Πειραιά, δεν θεωρήθηκε ότι απεικονίζουν αυτά που υποτίθεται ότι φορούσε ο παθών, ούτε ότι αποδεικνύουν ότι τα φορούσε, στο δε σχετικό πόρισμα του διενεργήσαντος αυτήν, αρχικελευστή του Λιμενικού Σώματος, Α.

Κ., διατυπώθηκαν αμφιβολίες σχετικά με το εάν φορούσε ή όχι εξοπλισμό ασφαλείας κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι είχαν παραδοθεί στον ενάγοντα τα ανωτέρω μέσα προσωπικής προστασίας του και δη αντιολισθητικά υποδήματα, αν και είχε ήδη αναλάβει υπηρεσία και κατά την εκτέλεση της εργασίας του ήταν αναγκαία η χρησιμοποίηση τους για την εξασφάλιση της ασφάλειας του.Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την επόμενη ημέρα, στις 7-10-2010, μετά την επίδειξη στον ενάγοντα από τον ίδιο τον πλοίαρχο των μέσων πυρόσβεσης του μαγειρείου, ακολούθως ο ενάγων περί ώρα 9.00, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, επεχείρησε να μεταβεί από το μαγειρείο στις αποθήκες τροφίμων και τα ψυγεία του πλοίου, μέσω κάθετης χαλύβδινης σταθερής κλίμακας, που συνέδεε τους εν λόγω χώρους, κρατώντας μια ανοξείδωτη λεκάνη στο αριστερό χέρι για να τοποθετήσει τα υλικά, που χρειαζόταν για την παρασκευή του φαγητού και χρησιμοποιώντας την χειρολαβή με το δεξί του χέρι, πλην όμως γλίστρησε μόλις στο δεύτερο σκαλοπάτι, έχασε την ισορροπία του, κατρακύλισε κατά μήκος της σκάλας κουτρουβαλώντας και κατέληξε ανάσκελα στο δάπεδο της αποθήκης τροφίμων.

Η εν λόγω σκάλα δεν αποδείχθηκε ότι είχε κατασκευαστικό ελάττωμα, ούτε ότι ήταν ρυπαρή ή μη επαρκώς φωτισμένη κατά τον κρίσιμο χρόνο. Έγινε άμεσα αντιληπτός από τις φωνές του για βοήθεια, από τους βοηθούς θαλαμηπόλου και μαγείρου, G. V. και S. M. αντίστοιχα, που κάλεσαν τον υποπλοίαρχο, Ι. Κ., ο οποίος κατέφθασε χωρίς χρονοτριβή και έδωσε εντολή να φέρουν φορείο για την προσωρινή μεταφορά του στο αναρρωτήριο του πλοίου και πετσέτες με πάγο, ενώ αμελλητί ειδοποίησε τον πλοίαρχο, ο οποίος κάλεσε ασθενοφόρο για την διακομιδή του στο τοπικό νοσοκομείο "EDABENI".

Εκεί νοσηλεύτηκε για δεκατέσσερις ημέρες μέχρι τις 21-10-2010 και ακολούθησε η διαδικασία επαναπατρισμού. Κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στην Νευρολογική Κλινική του ανωτέρω νοσοκομείου, διερευνήθη με εξετάσεις τομογραφίας εγκεφάλου, καθώς επίσης με ακτινογραφίες και μαγνητική τομογραφία αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, που ήταν φυσιολογικές.

Κατά την νευρολογική του εξέταση δεν υπήρξε καμία μηχανική κίνηση στα άκρα του, ενώ δεν υπήρχαν παθολογικά στοιχεία στα αντανακλαστικά, αρχικά δε βρισκόταν σε αφασία (ανικανότητα λόγου). Το μόνο στοιχείο τραύματος ήταν μια μικρή μελανιά, τριών περίπου εκατοστών, στην δεξιά πλευρά του ιερού οστούν στην οσφυική περιοχή.

Θεωρήθηκε από τον νευρολόγο που τον εξέτασε, Dr.B., ότι το πρόβλημα πιθανότατα να ήταν ψυχιατρικό, αν και το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα στο οποίο υποβλήθηκε ήταν φυσιολογικό. Εντούτοις και χωρίς να υπάρχει βεβαιότητα, ως προς την αιτία των συμπτωμάτων της χαλαρής τετραπληγίας, που παρουσίαζε, κατά την αξιολόγηση της νευρολογικής του κατάστασης και ενώ υπήρχε σοβαρό εμπόδιο με την γλώσσα επικοινωνίας του ασθενή, καθόσον αυτός δεν γνωρίζει την αγγλική γλώσσα εκτός από μεμονωμένες λέξεις, όπως "home" και "Athens", τις οποίες περιστασιακά επαναλάμβανε, η δε εργοδότρια εναγομένη εταιρεία, παρά τις επίμονες εκκλήσεις της συζύγου του, δεν επιμελήθηκε προκειμένου αυτή να μεταβεί κοντά του, ούτως ώστε να δύναται να λαμβάνει άμεσα γνώση της κατάστασης του και να συνεννοείται με τους ιατρούς παρέχοντας τις αναγκαίες πληροφορίες ή/και να συγκατατίθεται στις ιατρικές ενέργειες, αν παρίστατο ανάγκη, για λογαριασμό του, παρατάθηκε με την συγκατάθεση της εργοδότριας εναγομένης εταιρείας δια του εξουσιοδοτημένου προσώπου της (Designated Person Ashore "DBA"), Δ.

Κ., η νοσηλεία του στο εν λόγω νοσοκομείο της Ν.Αφρικής, αν και δεν προκύπτει ότι δεν ήταν ιατρικώς κατάλληλο να ταξιδέψει - άλλωστε τελικά κρίθηκε ικανός να ταξιδέψει σε χειρότερη κατάσταση, όπως αναλύεται κατωτέρω - και παραπέμφθηκε για ψυχιατρική εκτίμηση στην Ψυχιατρική Κλινική τούτου, υποβλήθηκε δε σε ισχυρή ψυχοτροπική φαρμακευτική αγωγή (Abilify, Reboxotine, Aripiprazol), ώστε να διεγερθεί το κεντρικό νευρικό σύστημα, προς αποκατάσταση τυχόν συμπτωμάτων από διάσειση, πλην όμως η εν λόγω αγωγή ουδόλως βοήθησε στην αποκατάσταση των συμπτωμάτων του, παρέμεινε σε δυσφασία (διαταραχή του λόγου) και οργανικά αδύναμος, λαμβανομένης υπόψη επιπλέον της σημαντικής καταστολής των γνωστικών λειτουργιών του, συνεπεία των αντιψυχωσικών φαρμάκων, που του έδωσαν, η δε διάγνωση των θεραπόντων ιατρών του ανωτέρω νοσοκομείου, ειδικών ψυχιάτρων, M.S. S. και Z.

M., που έγινε με την διαδικασία του αποκλεισμού των άλλων διαγνώσεων και όχι επειδή διαπιστώθηκε, ήταν αυτή της σωματομετατρεπτικής διαταραχής και συγκεκριμένα σωματομετατρεπτικής αφασίας και πάρεσης, όπως διαλαμβάνεται στα οικεία ιατρικά πιστοποιητικά. Κατά τον επαναπατρισμό του διακομίστηκε στις 22-10-2010 στην Κλινική "..." στον Πειραιά με το ενημερωτικό σημείωμα από το προηγούμενο νοσοκομείο περί συγχυτικού επεισοδίου έπειτα από πτώση, οπότε παραπέμφθηκε για ψυχιατρική εξέταση κατά την οποία, όπως και από το ατομικό ιστορικό του, δεν διαγνώστηκε ενεργός μείζων ψυχοπαθολογία, αφού δεν προέκυψαν ψυχοπαθολογικά ευρήματα, που να συνηγορούν προς την κατεύθυνση της ψύχωσης ή της ναρκοληψίας ή της βαριάς κατάθλιψης και διεκόπη άμεσα με εντολή του ιατρού-ψυχιάτρου, Χ.

Σ., η χορηγηθείσα αδικαιολόγητα από το νοσοκομείο της Νοτίου Αφρικής φαρμακευτική αγωγή με αριπιπραζόλη, που είναι αντιψυχωσικό φάρμακο και μοδαφιλίνη, που ενδείκνυται στην ναρκοληψία και ως ενισχυτικό αντικαταθλιπτικής θεραπείας, με αποτέλεσμα αν και την Παρασκευή 23-10-2010 είχε πλήρως ανεσταλμένες ψυχοκινητική δραστηριότητα και λεκτική επικοινωνία, την Δευτέρα 25-10-2010 οι γνωσιακές του λειτουργίες να είναι ανεπηρέαστες, παρέμεινε όμως κλινήρης, καθόσον ήταν αδύνατο να κινήσει τα άνω και κάτω άκρα του και συστήθηκε νευρολογική εκτίμηση, σύμφωνα με την από 25-10-2010 ιατρική γνωμάτευση και την από 17-5-2012 ιατρική βεβαίωση του ανωτέρω ψυχιάτρου.

Κατά την νευρολογική του εξέταση διαπιστώθηκε χαλαρή παραπάρεση και απόλυτη υπαισθησία κάτω άκρων μετά από πτώση από μεγάλου ύψους κλίμακα πλοίου, μετά την οποία εγκατέστησε οξεία παραπάρεση και αφασία, όπως διαλαμβάνεται στην από 9-11-2010 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού-νευρολόγου, Χ. Μ., αφού ελέγχθηκε απεικονιστικά (μαγνητική τομογραφία MRI εγκεφάλου, Αυχενικής Μοίρας Σ.Σ., Θωρακικής Μοίρας Σ.Σ., Οσφυϊκής Μοίρας Σ.Σ.) χωρίς ευρήματα, ο δε νευροφυσιολογικός έλεγχος του ήταν φυσιολογικός και εξήλθε του νοσοκομείου, ενώ παραπέμφθηκε σε κέντρο αποκατάστασης και συστήθηκε συνέχιση της κλινικής και εργαστηριακής παρακολούθησης του.

Σημειωτέον, ότι οι μαγνητικές τομογραφίες επαναλήφθησαν στις 7-12-2010 σε ειδικό μαγνητικό τομογράφο υψηλής ευκρίνειας στην εταιρεία "..." και εκ νέου δεν διαπιστώθηκε ενδομυελική βλάβη. Εν συνεχεία παρακολούθησε το πρόγραμμα αποκατάστασης του κέντρου φυσιοθεραπείας "...." από 12-11-2010 έως και 24-3-2011 και ενώ στην πορεία παρουσίασε βελτίωση μυϊκής ισχύος αριστερού άνω άκρου και κορμού, στην συνέχεια επιδεινώθηκε, οπότε τελικά παρουσίαζε εικόνα τριπληγίας με νευρολογικό επίπεδο Α4, πάρεση αριστερού άνω άκρου, αδυναμία ισορροπίας κορμού σε καθιστή θέση, η μετακίνηση του γινόταν με αμαξίδιο και κρίθηκε απαραίτητη η βοήθεια ετέρου ατόμου για την εξυπηρέτηση του, χρόνος δε αποκατάστασης δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί.

Εν τω μεταξύ από 10-1-2011 έως και την 14-1-2011 νοσηλεύτηκε στην κλινική επιλογής της πρώτης εναγομένης "...", προκειμένου να υποβληθεί σε οσφυονωτιαία παρακέντηση, λόγω επιδείνωσης της κλινικής του κατάστασης. Επίσης, παραπέμφθηκε μετά από νευροχειρουργική εκτίμηση του νευροχειρούργου, Α. Γ., επιλογής της πρώτης εναγομένης, στο νοσοκομείο "..." για να υποβληθεί σε νέες εξετάσεις μαγνητικής τομογραφίας ΑΜΣΣ και ΘΜΣΣ, καθώς επίσης μαγνητική δεσμιδογραφία νωτιαίου μυελού, που δεν ανέδειξαν παθολογικά στοιχεία.

Κατόπιν τούτων, με τις από 9-2-2011, 23-3-2011, 7-6-2011 ιατρικές γνωματεύσεις του θεράποντος ιατρού νευρολόγου, Χ. Μ., επιβεβαιώθηκε η ουσιαστικά αμετάβλητη κλινική του εικόνα της χαλαρής παράλυσης και υπαισθησίας κάτω άκρων, χωρίς παθολογικά αντανακλαστικά και ατροφίες τούτων, της κακής ισορροπίας του κορμού και της πάρεσης αριστερού άνω άκρου, συνεπεία πτώσης από κλίμακα τον Οκτώβριο 2010, ενώ οι απεικονιστικές, εργαστηριακές και λειτουργικές εξετάσεις του ήταν φυσιολογικές και δεν είχε εντοπιστεί η βλάβη, με την επισήμανση ότι είναι δυνατή η ύπαρξη κάκωσης του νωτιαίου μυελού και η ύπαρξη μικροαιμορραγιών, οι οποίες δεν είναι δυνατό να απεικονιστούν ακόμη και με μαγνητικό συντονισμό υψηλής ευκρίνειας (3 Tesla), στον οποίο έχει υποβληθεί ο ασθενής ενάγων.

Επίσης, επισημάνθηκε η ανάγκη χρείας αμαξιδίου και τρίτου ατόμου προς εξυπηρέτηση του, καθώς επίσης η αναγκαιότητα συνέχισης της θεραπείας αποκατάστασης σε ειδικό κέντρο. Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ'αριθμ.πρωτ….4/7-6-2011 βεβαίωση του Διευθυντή του 1ου Νοσοκομείου ΙΚΑ Αθηνών, Κ. Σ., νευροχειρούργου, εδόθη ομοίως η διάγνωση:

παραπάρεση με συνοδό πάρεση του αριστερού άνω άκρου μετά από κάκωση αυχένα κατόπιν πτώσης εξ ύψους, ο δε νευροαπεικονιστικός έλεγχος δεν κατέδειξε παθολογία τόσο στο νωτιαίο μυελό, όσο και στις οστικές δομές της ΑΜΣΣ, ενώ επισημάνθηκε ότι χρήζει εντάξεως σε πρόγραμμα αποκατάστασης και επανεκτίμηση μετά το πέρας του.

Εξάλλου, η Α/βάθμιος Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ, με την από 20-6-2011 απόφαση της, λόγω της διαπίστωσης της πάθησης της βαρειάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης ΑΜΣΣ και των ανωτέρω συνεπειών της χαλαρής τετραπάρεσης και της πλήρους αδυναμίας έγερσης, ορθοστάτησης και βάδισης, τον έκρινε ανίκανο για το επάγγελμα του ναυτικού, καθώς και για κάθε άλλο βιοποριστικό επάγγελμα φέροντος ποσοστό αναπηρίας 80%.

Ο ενάγων στις 6-10-2011 εντάχθηκε, ως εξωτερικός ασθενής, στο πρόγραμμα αποκατάστασης του Κέντρου Αποκατάστασης και Αποθεραπείας στο ….. "...", το οποίο επέλεξε ο ίδιος, ως καταλληλότερο από άποψη υποδομών και τεχνικών μέσων και υποβλήθηκε σε φυσικοθεραπείες, υδροθεραπείες, εργοθεραπείες και σε μεταγενέστερο στάδιο επιπλέον σε ρομποτική επανεκπαίδευση βάδισης, ενώ για την μεταφορά του από και προς την οικία του απαιτήθηκε ειδικό όχημα Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες.

Το κόστος του εν λόγω προγράμματος κάλυψε η πρώτη εναγομένη, βάσει του από 30-9-2011 μεταξύ τους συμφωνητικού με συνακόλουθη παραίτηση του ενάγοντος από την από 1-9-2011 με αριθμό κατάθεσης …7/2011 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή επιδίκαση των δαπανών θεραπείας του, μέχρι τις 31-1-2012, ενώ για το μεταγενέστερο διάστημα μέχρι τον Αύγουστο 2012 υποχρεώθηκε αυτή στην καταβολή της εν λόγω δαπάνης, ύψους 76.860 ευρώ (12.810 ευρώ Χ 6 μήνες), δυνάμει της υπ'αριθμ.1339/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς περί προσωρινής επιδίκασης ορισμένων απαιτήσεων του, λόγω του ένδικου τραυματισμού του, ως ασφαλιστικό μέτρο, που εκδόθηκε επί της από 27-1-2012 με αριθμό κατάθεσης ….4/2012 σχετικής αίτησης του ενάγοντος-εκκαλούντος.

Περαιτέρω, η εκτιθέμενη, χωρίς σημάδια βελτίωσης, κατάσταση της υγείας του με αναγωγή σε κάκωση κεφαλής, ΑΜΣΣ και ΟΜΣΣ, από την πτώση του από την σκάλα του πλοίου, διαπιστώθηκε πάλι κατά την εξέταση του στην νευροχειρουργική κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου …, συνταχθέντος του υπ'αριθμ…..7/18-4-2012 πιστοποιητικού, στα εξωτερικά ιατρεία της Ιατρικής Υπηρεσίας ΕΚΑ, σύμφωνα με την υπ'αριθμ.πρωτ…..0/6-9-2012 ιατρική βεβαίωση, επίσης στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο "...", σύμφωνα με την υπ'αριθμ.πρωτ.3364/1-2-2013 ιατρική γνωμάτευση του Διευθυντή-Νευροχειρούργου, Κ.

Σ., όπου επιπρόσθετα σημειώνονται οι ορθοκυστικές διαταραχές, που παρουσιάζει, καθώς και στην Κλινική Τ.Υ.Π.Ε.Τ. "..." συντασσομένης της από 3-7-2013 ιατρικής γνωμάτευσης του νευρολόγου, Χ. Μ., όπου συνάμα επισημαίνεται η σταδιακή επιδείνωση της κλινικής του κατάστασης, λόγω περιορισμού της αναπνοής και χρείας συσκευής οξυγόνου επί 24ώρου βάσεως, καθώς και φυσιοθεραπευτικής και εργοθεραπευτικής υποστήριξης εφ'όρου ζωής, τα οποία διαπιστώθηκαν και εκ νέου, όπως προκύπτει από την από 9-2-2015 ιατρική γνωμάτευση του ανωτέρω θεράποντος ιατρού του.

Το γεγονός ότι πλέον πάσχει και από βαρειάς μορφής περιοριστικό σύνδρομο πνευμόνων, δηλαδή από αναπνευστική ανεπάρκεια και της ανάγκης συσκευής οξυγόνου, διαπιστώθηκε και από την ιατρό πνευμονολόγο Β. Χ., σύμφωνα με τις από 1-7-2013 και 5-2-2015 ιατρικές γνωματεύσεις της και το από 15-1-2014 ιατρικό σημείωμα του νοσοκομείου "...", που συνέταξε η ίδια ιατρός, επιπλέον δε επισημάνθηκαν οι ορθοκυστικές διαταραχές, που παρουσιάζει φέροντας μόνιμα καθετήρα κύστεως και μη ελέγχοντας την αφόδευση, από την νευροχειρούργο Μ.

Γ., στην από 20-6-2013 γνωμάτευση της, η οποία δεδομένου ότι τότε είχε ήδη παρέλθει διετία από τον τραυματισμό του, θεωρεί την νευρολογική του εικόνα μόνιμη και μη αναστρέψιμη και σημειώνει ότι χρήζει ειδικής φυσικοθεραπείας-κινησιοθεραπείας εφ'όρου ζωής και έτερο άτομο για την εξυπηρέτηση του. Στην προηγούμενη από 17-9-2012 γνωμάτευση η ίδια ιατρός εντάσσει τον ασθενή ενάγοντα, λόγω μη εντοπισμού της βλάβης του ακτινολογικά, στην κατηγορία των κακώσεων SCIWORA (spinal cord injury without radiographic abnormality), που σημαίνει βλάβη του νωτιαίου μυελού χωρίς ακτινολογικά ευρήματα και θεωρεί ότι αυτός πάσχει από Διάχυτη Νευραξονική Βλάβη, δηλαδή βλάβη στο επίπεδο του νευρικού κυττάρου, η οποία δεν είναι δυνατό να απεικονιστεί ούτε ακόμη και από μαγνητικό τομογράφο υψηλής ευκρίνειας (3 Tesla).

Το τελευταίο, ήτοι της πιθανότητας ύπαρξης μικροβλάβης, που δεν μπορεί να απεικονιστεί, έχει επιβεβαιώσει και ο νευρολόγος Χ. Μ. στις από 9-11-2010, 31-7-2012 και 3-10-2012 ιατρικές γνωματεύσεις του. Περαιτέρω, μετά από αξιολόγηση της κατάστασης του από την πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕ.Π.Α. διαπιστώθηκε ότι πάσχει από τριπληγία αριστερού άνω άκρου και κάτω άκρων, λόγω κακώσεων ΑΜΣΣ και κρίθηκε ανίκανος για το επάγγελμα του ναυτικού και κάθε άλλου, φέροντας ποσοστό αναπηρίας 90%, κατά ιατρική πρόβλεψη από 1-1-2013 έως 31-12-2017, καθώς επίσης ότι για το ίδιο χρονικό διάστημα χρήζει βοήθειας και συμπαράστασης ετέρου προσώπου, όπως διαλαμβάνεται στην από 18-12-2012 Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας, της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

Στα πλαίσια της διαταχθείσης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνης, εξετάστηκε στις 24-6-2014 στην οικία του από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα Ε. Τ., νευρολόγο-ψυχίατρο, παρουσία των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, αφενός του ενάγοντος, Μ. Γ., νευροχειρούργου και Χ. Σ., ψυχιάτρου και αφετέρου των εναγομένων, Ι.

Μ., νευρολόγου και Α. Τ., ψυχιάτρου, συντασσομένης της από 14-10-2014 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 570/21-10-2014 πραγματογνωμοσύνης. Από την κλινική νευρολογική και ψυχιατρική εξέταση του ασθενούς, που πραγματοποίησε και όλα τα στοιχεία, ιατρικές και κλινικές γνωματεύσεις, καθώς και τις εργαστηριακές εξετάσεις νευροακτινολογικού, νευροφυσιολογικού και νευροχημικού ελέγχου, που τέθηκαν υπόψη του από τα διάδικα μέρη, το κύριο, κατά την κρίση του, περιεχόμενο των οποίων διέλαβε στην πραγματογνωμοσύνη, που συνέταξε, κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα: "Ο κ.Α.

Δ. εμφανίζει εικόνα παράλυσης των κάτω άκρων δηλαδή παραπληγία καθώς και παράλυση του αριστερού άνω άκρου. Η εικόνα αυτή τριπληγίας σημαίνει ότι η εκούσια κινητικότητα του αριστερού άνω άκρου και των κάτω άκρων είναι καταργημένη, ενώ υπάρχει και αντίστοιχη κατάργηση της αισθητικότητας. Η κινητική και αισθητική λειτουργία του δεξιού άνω άκρου είναι φυσιολογικές.

Επίσης είναι φυσιολογικές οι κινητικές και αισθητικές λειτουργίες της κεφαλής. Από πλευρά κλινικής αντικειμενικής νευρολογικής εξέτασης, πέραν της αδυναμίας εκούσιας κίνησης, δηλαδή παράλυσης των τριών άκρων, που αναφέρθηκαν, δεν διαπιστώνονται παθολογικά ευρήματα, δηλαδή οι τενόντιες αντανακλάσεις εκλύονται φυσιολογικά σε όλα τα άκρα, δεν υπάρχουν μυϊκές ατροφίες και ο μυϊκός τόνος δεν εμφανίζει στοιχεία υπερτονίας δηλαδή αύξησης, που συνήθως συνοδεύει τη βλάβη του πυραμιδικού συστήματος της εκούσιας κινητικότητας αλλά υποτονία-χαλαρότητα.

Δεν υπάρχουν παθολογικά ευρήματα από τον νευροακτινολογικό, νευροφυσιολογικό και νευροχημικό έλεγχο που έγινε, που να μπορούν να εξηγήσουν την κλινική εικόνα παράλυσης-τριπληγίας, ούτε τις αισθητικές διαταραχές.

Συνεπώς από πλευρά αιτιολογίας του νευρολογικού συνδρόμου δεν υπάρχουν στοιχεία, που να το ερμηνεύουν αιτιολογικά σαν συνέπεια κάκωσης της αυχενικής μοίρας του νωτιαίου μυελού.". Περαιτέρω, σε απάντηση των τεθέντων ερωτημάτων με την υπ'αριθμ.2427/2014 απόφαση περί της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης, γνωμοδότησε ότι επειδή στην παρελθούσα τετραετία από την ημέρα του ατυχήματος στις 7-10-2010, διενεργήθηκε πλήθος ελέγχων χωρίς όμως να βρεθεί νευροακτινολογικό, νευροφυσιολογικό, βιοχημικό, κυτταρολογικό, ανοσολογικό ή άλλο αντικειμενικό στοιχείο οργανικής βλάβης, που να τεκμηριώνει την κλινική εικόνα της τριπληγίας, "δεν είναι επιστημονικά και δεοντολογικά εφικτό να εκφέρω γνώμη με τον απαραίτητο βαθμό ασφαλείας για την αιτιοπαθογένεια της κλινικής εικόνας, καθώς δεν είναι δυνατό να αιτιολογηθεί ότι η κλινική εικόνα τριπληγίας και απώλειας της αισθητικότητας, που εμφανίζει ο ενάγων, οφείλεται σε τραυματισμό, λόγω αιφνίδιου περιστατικού.".

Εξάλλου σε σχέση με το ερώτημα της τυχόν προϋπάρχουσας και σε λανθάνουσα έστω κατάσταση ασθένειας του ενάγοντος, απάντησε "δεν διαπιστώθηκε κάποια οργανική προδιάθεση από τους ιατρικούς ελέγχους που έγιναν για νευρολογική νόσο. ...δεν είναι δυνατόν να αποκλειστεί διαγνωστικά το θέμα της ψυχογενούς αιτιολογίας, δηλαδή συνδρόμου σωματικής μετατροπής και ψυχολογικής αντίδρασης συνδεομένης με στρεσογόνους παράγοντες της ζωής, χωρίς όμως αυτό να μπορεί να αιτιολογηθεί με τον απαραίτητο βαθμό ασφαλείας." Επίσης, επικαλούμενος την μη τεκμηρίωση της τραυματικής φύσης της πάθησης του ενάγοντος και της αιτιολογίας της κλινικής του εικόνας, απάντησε στο οικείο ερώτημα του Δικαστηρίου, ότι δεν ήταν δυνατόν να γίνει πρόβλεψη για τη διάρκεια της, ούτε για την πιθανότητα θεραπευτικής αντιμετώπισης άρσης της παρούσας ανικανότητας του να ασκήσει το επάγγελμα του ναυτικού ή άλλου.

Εν κατακλείδι κατέληξε ότι υπάρχουν σημαντικές επιστημονικές -διαγνωστικές δυσχέρειες στο να γνωμοδοτήσει μετά πλήρους βεβαιότητας για τα ζητήματα που τέθηκαν με την ανωτέρω δικαστική απόφαση, τα ίδια δε κατά βάση επανέλαβε εξεταζόμενος στην επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Στην από 7-11-2014 σχετική έκθεση του τεχνικού συμβούλου της πρώτης εναγομένης εταιρείας, νευρολόγου, Ι. Μ., συμπερασματικά αναφέρεται ότι αυτός συμφωνεί με την διαπίστωση του πραγματογνώμονα ότι από τον κλινικοεργαστηριακό έλεγχο, που έχει υποβληθεί ο ενάγων, δεν προκύπτει η παραμικρή ένδειξη ύπαρξης οργανικής βλάβης, αλλά δεν συμμερίζεται την άποψη του ιδίου ότι υπάρχει διαγνωστικό πρόβλημα σε ότι αφορά την ύπαρξη νευρολογικής βλάβης ή όχι, αφού, όπως τονίζει, με βάση όλα τα αποτελέσματα του κλινικοεργαστηριακού ελέγχου, που είναι φυσιολογικά, τίθεται σαφή διάγνωση ότι δεν υφίσταται επουδενί οργανική βλάβη και συνεπώς, όπως υπογραμμίζει προηγουμένως στην έκθεση του, σε ότι αφορά το σύμπτωμα της τριπληγίας, όπως και σε εκείνο της απώλειας αισθητικότητας, αυτά τα συμπτώματα αντικειμενικά δεν υφίστανται.

Πλην όμως εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου χαρακτηριστικά είχε καταθέσει, μεταξύ άλλων, για τον ενάγοντα: "Είναι αδιάγνωστος και αθεράπευτος.", που σημαίνει, όπως προκύπτει από όλο το περιεχόμενο της κατάθεσης του σε συνδυασμό και με την από 11-9-2013 προγενέστερη γνωμάτευση του, ότι παραδέχεται ότι πάσχει, αλλά δεν υπάρχουν εργαστηριακά ευρήματα που να προσδιορίζουν την ύπαρξη εντοπισμένης οργανικής βλάβης, δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει εργαστηριακή επιβεβαίωση της κλινικής εικόνας του ασθενή και συνεπώς, αποκλείεται, κατ' αυτόν, η οργανική βάση των συμπτωμάτων του και συνιστάται περαιτέρω ψυχιατρική εκτίμηση για τη διερεύνηση πιθανής σωματοποίησης (Μετατρεπτικό σύνδρομο).

Στην από 27-1-2015 ιατρική-έκθεση-γνωμοδότηση της νευροχειρουργού, Μ. Γ., ως διορισμένης τεχνικής συμβούλου του ενάγοντος, αυτή εμμένει στην άποψη της περί διάχυτης νευραξονικής βλάβης, που οφείλεται στην κάκωση που υπέστη κατά την πτώση του και συγκεκριμένα βλάβη στο επίπεδο του νευρικού κυττάρου, η οποία μέχρι σήμερα είναι αδύνατον να αναδειχθεί στις απεικονιστικές εξετάσεις.

Την άποψη περί βλάβης του νωτιαίου μυελού χωρίς ακτινολογικά ευρήματα τραύματος (σύνδρομο SCIWORA ή SCIWORET) αποκλείει ο πραγματογνώμονας και ο τεχνικός σύμβουλος της εναγομένης, μόνο με αναφορά στην διεθνή βιβλιογραφία περί μη ύπαρξης περιπτώσεων με παρόμοιας βαρύτητας και χρονιότητας κλινική εικόνα με εκείνη του ενάγοντος, χωρίς ακτινολογικά ή νευροφυσιολογικά εργαστηριακά ευρήματα.

Στην οικεία Ψυχιατρική Έκθεση, που συνέταξε ο Χ. Σ., ψυχίατρος, με την ιδιότητα του διορισμένου τεχνικού συμβούλου του ενάγοντος, μετά την ως άνω εξέταση του από κοινού με τον ορισθέντα πραγματογνώμονα και τους λοιπούς ανωτέρω ιατρούς, επισημαίνεται η απουσία ψυχιατρικού ιστορικού, καθώς και η μη διαπίστωση ψυχοπαθολογικών ευρημάτων από τον τραυματισμό του και εντεύθεν.

Ομοίως, όπως διαλαμβάνεται στην εν λόγω έκθεση, αλλά και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, κατά την κλινική του εξέταση στις 24-6-2014 δεν διαπιστώθηκαν καταθλιπτικά στοιχεία, ούτε καταθλιπτικός ιδεασμός, ούτε παραληρητικά στοιχεία, μήτε διαταραχές του συνειρμού, της σκέψης, της προσοχής, της συγκέντρωσης και της αντίληψης ή κάποια άλλη ψυχολογική εκδήλωση, ούτε ειδικά κλινικά σημεία ή συμπτώματα, που να οδηγούν σε ψυχιατρική κλινική εικόνα, αντίθετα παρουσίαζε την εικόνα ενός ατόμου χωρίς ενεργό μείζονα ψυχοπαθολογία, ούτως ώστε να μην μπορεί να διαγνωστεί κάποια ψυχιατρική διαταραχή.

Επίσης, απέκλεισε ο ανωτέρω ψυχίατρος την υπόθεση εργασίας, που έγινε κατά την νοσηλεία του στην Νότια Αφρική, αλλά και από τον ορισθέντα από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα, να οφείλεται η κλινική του εικόνα της τριπληγίας σε Διαταραχή Μετατροπής, κυρίως λόγω του ότι δεν προέκυψε ότι προηγήθηκαν των συμπτωμάτων ψυχολογικές συγκρούσεις ή άλλοι στρεσογόνοι παράγοντες, αντίθετα ο ενάγων μόλις είχε προσληφθεί στην εργασία του, εργάζεται δε αδιαλείπτως από πολύ μικρή ηλικία, καθώς επίσης λόγω της απουσίας στον ενάγοντα άλλων διαταραχών της προσωπικότητας ή επιμέρους οργανικών ανεξήγητων διαταραχών, με τις οποίες συνήθως η διαταραχή αυτή παρουσιάζει συννοσηρότητα ή από τις οποίες ενισχύεται, αλλά και διότι η κλινική του εικόνα είναι σταθερή και αμετάβλητη για το υπερβολικό χρονικό διάστημα των 4 ετών, που είχαν ήδη τότε μεσολαβήσει από το ατύχημα, ενώ η διαταραχή αυτή τείνει να υποτροποιάζει με παρεμβολές περιόδων χωρίς συμπτώματα και κατέληξε στο ότι δεν προέκυψε οποιοσδήποτε προδιαθεσιακός παράγοντας κάποιας νόσου-διαταραχής, που να μπορεί να συσχετισθεί αιτιοπαθογενετικά με την κλινική του εικόνα.

Αντίθετα ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων εταιρειών, ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής, Α. Τ., σύμφωνα με την από 5-2-2015 με αριθμό κατάθεσης 56/2015 έκθεση του, θεωρεί ότι η βαριά εικόνα της τριπληγίας, η κατάργηση της αισθητικότητας στις πληγείσες περιοχές και η μειωμένη λειτουργικότητα του ενάγοντος έχει ψυχογενή αιτιολογία, χωρίς όμως να τεκμηριώνει επιστημονικά την άποψη του, αλλά αναλώνεται σε εικασίες περί εγκλωβισμού του ενάγοντος με την επιστροφή του στην Ελλάδα σε ένα φαύλο κύκλο, με σκοπούς της ζωής του την εξασφάλιση αποζημιώσεων και τους δικαστικούς αγώνες, που επαύξησε τις ασυνείδητες ενδοψυχικές του συγκρούσεις και επέτεινε την ψυχική του διαταραχή, την οποία ουδόλως προσδιορίζει σε τι συνίσταται και έτσι απέκλεισε (ο ενάγων) την πιθανότητα ίασης και παρουσίασε τη λεγόμενη χρονίζουσα υστερική σωματομετατρεπτική διαταραχή - χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένα ευρήματα ψυχοπαθολογίας - ενώ, συνεχίζει στην έκθεση του, περιστρέφεται η ζωή του γύρω από την πτώση του, η δε οργάνωση της ζωής του και των συναισθηματικών σχέσεων με βάση την νεύρωση, οι ασυνείδητες ψυχοσυγκρούσεις του, τα σημαντικά δευτερογενή οφέλη και η αδυναμία του Εγώ - παρακάτω αντιφάσκοντας επισημαίνει τον μαχητικό, διεκδικητικό χαρακτήρα του - αποτελούν εμπόδιο στην ψυχαναλυτική θεραπεία του, οι δε ασταμάτητοι δικαστικοί αγώνες δεν συντελούν στην βελτίωση ή θεραπεία της πάθησης του, που εκτιμά ότι, αν σταματήσουν, υπάρχει ενδεχόμενο βελτίωσης.

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι όλοι ανεξαιρέτως οι ιατροί που επιλήφθησαν της κατάστασης του ενάγοντος, μετά την πτώση του από την σκάλα του πλοίου της πρώτης εναγομένης στις 7-10-2010, συμπεριλαμβανομένου του πραγματογνώμονος, συμφωνούν ότι πάσχει από τριπληγία και συγκεκριμένα παράλυση των κάτω άκρων και του αριστερού άνω άκρου, καθώς και κατάργηση της αισθητικότητας στις περιοχές αυτές του σώματος και σε τμήμα του κορμού και ότι δεν έχει ακόμα ευρεθεί νευροακτινολογικό, νευροφυσιολογικό, βιοχημικό, κυτταρολογικό, ανοσολογικό ή άλλο αντικειμενικό στοιχείο οργανικής βλάβης, που να τεκμηριώνει την κλινική εικόνα της τριπληγίας, μήτε όμως έχει διαγνωστεί κάποια ψυχιατρική διαταραχή, που να την δικαιολογεί, γεγονός που παραδέχονται και εκείνοι εκ των ιατρών, που αποκλείουν μεν την οργανική αιτιοπαθογένεια, όχι όμως την ψυχογενή, χωρίς βέβαια να μπορούν να τεκμηριώσουν την υπόθεση/άποψη αυτή.

Επίσης, όλοι ανεξαιρέτως συμφωνούν ότι δεν υφίσταται κάποια οργανική ή παθολογική προδιάθεση του ενάγοντος για νευρολογική ή ψυχιατρική νόσο-διαταραχή, που να μπορεί να συσχετισθεί με την πάθηση της τριπληγίας, που εμφανίζει. Επομένως, ανεξαρτήτως της μη ύπαρξης βεβαιότητας για την αιτιοπαθογένεια της κλινικής του εικόνας, παραμένει γεγονός αναμφισβήτητο ότι ο ενάγων πάσχει από τριπληγία, η δε πάθηση του αυτή, όπως αποδεικνύεται, επήλθε εξαιτίας της πτώσης του στις 7-10-2010 από την κλίμακα του πλοίου, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ως μαγείρου, ήτοι είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου ουδόλως σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, που δεν θα υπήρχε χωρίς την εργασία και την εκτέλεση της υπό τις εκτιθέμενες περιστάσεις και συνεπώς, συνιστά ατύχημα από βίαιο συμβάν, ήτοι εργατικό ατύχημα κατά την έννοια του νόμου.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε βασιζόμενο στην αδυναμία του πραγματογνώμονα να εκφέρει ασφαλή γνώμη για την αιτία της κλινικής εικόνας τριπληγίας του ενάγοντος, εφόσον, όπως διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της εκκαλουμένης, με αναφορά στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, "δεν είναι δυνατό να αιτιολογηθεί ότι η ανωτέρω αναφερόμενη κλινική εικόνα οφείλεται σε τραυματισμό λόγω αιφνίδιου περιστατικού, αδιαφόρου όντος του γεγονότος ότι δεν υπήρξε κάποια προγενέστερη προδιάθεση του παθόντος", έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, παρερμηνεύοντας μάλιστα το ακριβές νόημα του περιεχομένου της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, καθόσον ο πραγματογνώμονας, όπως προκύπτει με σαφήνεια από την επισκόπηση της έκθεσης του, είναι κατηγορηματικός στο ιατρικό ζήτημα, που του έθεσε το Δικαστήριο να γνωμοδοτήσει, ως προς το εάν η βλάβη που υπέστη ο ενάγων οφείλεται σε τραυματισμό του ή σε προϋπάρχουσα ασθένεια του, απαντώντας ότι δεν έχει διαπιστωθεί οργανική βλάβη, που να τεκμηριώνει την κλινική εικόνα της τριπληγίας και όπως έχει επεξηγήσει και συμπεράνει προηγουμένως, "από πλευρά αιτιολογίας του νευρολογικού συνδρόμου δεν υπάρχουν στοιχεία που να το ερμηνεύουν αιτιολογικά σαν συνέπεια κάκωσης της αυχενικής μοίρας του νωτιαίου μυελού", που σημαίνει με πιο απλά λόγια, ότι δεν έχει διαπιστωθεί εργαστηριακά ότι υπάρχει κάκωση-τραύμα, που να επιβεβαιώνει τα νευρολογικά συμπτώματα που εμφανίζει.

Τούτο όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα εμφανίζει, ούτε προκύπτει κάτι αντίθετο από την πραγματογνωμοσύνη, μήτε από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά την κλινική του εξέταση προς σύνταξη αυτής, αυτά πράγματι διαπιστώθηκαν από όλους τους ιατρούς, που έλαβαν μέρος και δεν αποδόθηκαν σε προσποίηση του ενάγοντος.

Εξάλλου, ο πραγματογνώμονας δεν έχει εξουσία να γνωμοδοτήσει για το εάν η βλάβη του ενάγοντος προκλήθηκε από την πτώση του από την σκάλα του πλοίου και αν αυτό αποτελεί αιφνίδιο-βίαιο περιστατικό για την στοιχειοθέτηση εργατικού ατυχήματος. Αυτά είναι ζητήματα, που ανάγονται στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να τα κρίνει και δεν δικαιούται ο πραγματογνώμονας να εκφέρει γνώμη, εμπλέκοντας τα ανεπίτρεπτα με τα ιατρικά ζητήματα, που οφείλει να διευκρινήσει, καταστρατηγώντας έτσι την εξουσία που του έδωσε το Δικαστήριο, πολλώ μάλλον το Δικαστήριο να στηριχθεί σ' αυτήν.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος, που έχει σαν συνέπεια την προαναφερόμενη πάθηση του ενάγοντος, οφείλεται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων της πλοιοκτήτριας εναγομένης εταιρείας και εργοδότριας του ενάγοντος, πλοιάρχου και υποπλοιάρχου, οι οποίοι αν και ήταν ιδιαίτερα νομικά υπόχρεοι για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας και υγιεινής των εργαζομένων του επίδικου δεξαμενόπλοιου "..." κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν επέδειξαν την απαιτούμενη από τις περιστάσεις προσοχή και επιμέλεια, που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλλουν, εκτελώντας πλημμελώς τα καθήκοντα τους και παρέλειψαν να χορηγήσουν στον ενάγοντα τον αναγκαίο προστατευτικό εξοπλισμό για την ασφαλή εκτέλεση της ανατιθεμένης σ'αυτόν εργασίας του μαγείρου του πλοίου και συγκεκριμένα τα προβλεπόμενα αντιολισθητικά υποδήματα.

Συνάμα παρέλειψαν να εφιστήσουν την προσοχή του εργαζομένου ενάγοντος στην επικινδυνότητα της επίμαχης σκάλας, που βρισκόταν στο άμεσο εργασιακό του περιβάλλον και ειδικότερα στον κίνδυνο ολισθήσεων και πτώσεων, που παρουσίαζε κατά την χρήση της, δεδομένου ότι είχε προηγηθεί προ μηνός περίπου, στις 2-9-2010 ο τραυματισμός με πολλαπλά κατάγματα στο χέρι του προηγούμενου Έλληνα μάγειρα, Ν.

Ο., από την πτώση του κατά την χρησιμοποίηση της και επομένως, όφειλαν να ενημερώσουν τον ενάγοντα για τις ειδικότερες συνθήκες, τις προβλεπτέες επικίνδυνες καταστάσεις και τα συμπεράσματα που είχαν συναχθεί, από την πείρα που είχε αποκτηθεί κατά τη χρήση του εξοπλισμού εργασίας, που άμεσα τον αφορούσε, κατά παράβαση των οικείων ειδικών κανόνων για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 6 Π.Δ.395/1994 και 16 Π.Δ.1349/1981, με αποτέλεσμα να επισυμβεί στον ενάγοντα το περιγραφόμενο ατύχημα, που συνδέεται αιτιωδώς με τη μη τήρηση τους.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη παρέλειψε, δια του προστηθέντος της πλοιάρχου του εν λόγω πλοίου, να λάβει τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 10 Β.Δ.806/1970 μέτρα, καθόσον κατ' εντολή αυτού παρασχέθηκαν στον ενάγοντα οι πρώτες βοήθειες και διακρίνοντας την σοβαρότητα της κατάστασης του επιμελήθηκε την άμεση εισαγωγή του στο τοπικό νοσοκομείο του Ντέρμπαν της Ν.Αφρικής.

Περαιτέρω όμως, δεν επιμελήθηκε δια του εξουσιοδοτημένου προσώπου στην διαχείριση του πλοίου της, Δ. Κ., για την έξοδο του ενάγοντος από το εν λόγω νοσοκομείο και την άμεση παλιννόστηση του, μετά την ανεπιτυχή νοσηλεία του στην ορθοπεδική κλινική του νοσοκομείου τούτου, αλλά συνέτεινε στην παράταση της παραμονής του στο αλλοδαπό νοσοκομείο, εγκρίνοντας την εισαγωγή του στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου, εν αγνοία του ενάγοντος, αφού αυτός δεν ενημερώθηκε, ούτε γνώριζε την αγγλική γλώσσα επικοινωνίας με τους ιατρούς, ούτως ώστε συνεννοούνταν μ' αυτούς για λογαριασμό του το ανωτέρω εξουσιοδοτημένο της πλοιοκτήτριας εταιρείας πρόσωπο, χωρίς όμως η εν λόγω συγκατάθεση για περαιτέρω ψυχιατρική νοσηλεία του να ανάγεται στις εξουσίες τούτου, εφόσον δεν του είχαν παρασχεθεί από τον πάσχοντα, μήτε προκύπτει ότι υφίστατο άμεση και επιτακτική ανάγκη τέτοιου είδους νοσηλείας, ούτε ότι δεν ήταν ιατρικώς επιτρεπτό να ταξιδέψει, παρά μόνο τέθηκε διερευνητικά θέμα ψυχιατρικής εκτίμησης, χωρίς όμως να υπάρχει ψυχιατρικό ιστορικό και κυρίως ούτε καν μπορούσε να ληφθεί το ιστορικό του ασθενούς, λόγω του εμποδίου της γλώσσας επικοινωνίας και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να έχει πλήρη γνώση τούτου το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της εργοδότριας εταιρείας, όφειλε όμως να το πληροφορηθεί και κυρίως όφειλε να επιμεληθεί για την μετάβαση στον τόπο νοσηλείας της συζύγου του ασθενούς, που θα μπορούσε να παρέχει τις απαραίτητες πληροφορίες του ιστορικού του και να λαμβάνει άμεσα γνώση της κατάστασης του, καθώς και να παρέχει τη συγκατάθεση της στις ιατρικές ενέργειες, που αφορούσαν τον σύζυγο της, αν χρειαζόταν, πλην όμως αυτή εμποδίστηκε προς τούτο από την εναγομένη εργοδότρια εταιρεία με το πρόσχημα της βραχείας νοσηλείας του συζύγου της.

Η βραχεία όμως νοσηλεία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλάμβανε και την παράταση νοσηλείας του με την εισαγωγή του στην ψυχιατρική κλινική και σε κάθε περίπτωση αυτή την απόφαση είχε δικαίωμα να λάβει μόνο ο ίδιος ο ασθενής ή η σύζυγος του, σε περίπτωση, που αυτός είχε αντικειμενική αδυναμία. Όπως όμως αποδείχθηκε ο ενάγων δεν βρισκόταν σε απώλεια συνείδησης, ούτε σε αναστολή των νοητικών του λειτουργιών, προτού εισαχθεί στην ψυχιατρική κλινική, πλην όμως δεν ήταν εφικτό να επικοινωνήσει με το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό του νοσοκομείου μη γνωρίζοντας την αγγλική γλώσσα, η δε εναγομένη τον είχε υποκαταστήσει σε τούτο και αποφάσιζε για λογαριασμό του, χωρίς όμως αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματική ή την εικαζομένη βούληση του.

Ενόψει τούτων, η πρώτη εναγομένη επιπρόσθετα παρέβη την εκ του άρθρου 10 παρ.3 εδ.τελευταίο του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος υποχρέωση της, να φροντίσει για την έξοδο του από το ανωτέρω νοσοκομείο, μετά την ανεπιτυχή νοσηλεία του στην νευρολογική κλινική και την άμεση παλιννόστηση του, προς παροχή στον πάσχοντα των κατάλληλων μέσων νοσηλείας και θεραπείας στην ημεδαπή, σύμφωνα και με την επιθυμία του και όχι να παρατείνει την παραμονή του σ' αυτό για 14 ημέρες παρέχοντας την συναίνεση της για την εισαγωγή του στην ψυχιατρική κλινική, συντελώντας έτσι στην επιδείνωση της κατάστασης του, με την συνακόλουθη χορήγηση σ' αυτόν ισχυρών αντιψυχωσικών φαρμάκων, που μάλιστα δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούσε την ενδεδειγμένη θεραπεία και άμεσα διατάχθηκε η διακοπή της εν λόγω φαρμακευτικής αγωγής με την εισαγωγή του στο ημεδαπό νοσοκομείο "...".

Η εν λόγω υποχρέωση της εναγομένης πλοιοκτήτριας απορρέει και από τις επιταγές της Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας 2006 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, που έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατ' άρθρο 28 Σ, με την κύρωση της με τον Ν.4078/2012 και συγκεκριμένα από τις διατάξεις των Οδηγιών Β.2.5 στοιχ.αα και Β4.1.4 στοιχ.ε, που ορίζουν ότι ο πλοιοκτήτης είναι υποχρεωμένος να παρέχει στον πάσχοντα ναυτικό ιατρική αγωγή, έως ότου είναι ιατρικώς κατάλληλο να ταξιδέψει προς τον προορισμό παλιννόστησης και πρέπει να φροντίζει για την παλιννόστηση των ναυτικών, που νοσηλεύτηκαν στο εξωτερικό, το ταχύτερο δυνατόν σύμφωνα με τις ιατρικές συμβουλές των ιατρών, που επιλήφθηκαν του περιστατικού, λαμβάνοντας υπόψη τις επιθυμίες και ανάγκες του ναυτικού.

Όσον αφορά τις υπόλοιπες διατάξεις που επικαλείται σχετικώς ο ενάγων, επειδή αυτές, ενόψει των ρηθέντων στην μείζονα σκέψη, δεν προβλέπουν ειδικώς όρους ασφαλείας για τους απασχολούμενους στο πλοίο, κατά την έννοια του άρθρου 16 του Ν.551/1915, ήτοι δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφαλείας του πληρώματος, αλυσιτελώς επιχειρείται να θεμελιωθεί σ' αυτές η απαίτηση του για αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Ενόψει των προαναφερθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι δεν θεμελιώνεται η αξίωση του ενάγοντος για πλήρη αποζημίωση, εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει παράβαση ειδικών όρων ασφαλείας του εργαζομένου και ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο ίδιος ο ενάγων, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτής γενομένης εν μέρει της έφεσης του ενάγοντος, ως ουσιαστικά βάσιμης...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, αφού απέρριψε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, που προέβαλαν οι εναγόμενες, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη και επιδίκασε στον ενάγοντα για τις προαναφερόμενες αιτίες, αναγνωριστικά ή καταψηφιστικά κατά τις εκεί διακρίσεις, τα αναφερόμενα ειδικότερα εκεί ποσά.

Όσον αφορά δε ειδικά το κονδύλιο που αφορά τις δαπάνες παρακολούθησης από τον ενάγοντα προγράμματος αποκατάστασης με φυσικοθεραπεία κλπ και για το οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα σχετική αιτίαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... όπως διαβεβαιώνουν οι θεράποντες ιατροί του, ο ενάγων έχει ανάγκη υποβολής σε φυσικοθεραπείες και κινησιοθεραπείες, προκειμένου να διατηρείται σε όσο το δυνατό καλύτερη μυϊκή κατάσταση και προς αποφυγή μυϊκών ατροφιών, κατακλίσεων και μυοσκελετικών παραμορφώσεων.

Ο ενάγων έχει παρακολουθήσει πρόγραμμα αποκατάστασης στο ειδικά οργανωμένο Κέντρο Αποκατάστασης "...", επιλογής του, όπως προαναφέρθηκε, με δαπάνες της πρώτης εναγομένης και κατόπιν της υπ'αριθμ.1339/2012 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής επιδίκασης απαιτήσεων, μέχρι και τον Αύγουστο 2012. Η δαπάνη παρακολούθησης περιλαμβάνει την ημερήσια καθημερινή παραμονή του, εκτός από τα Σαββατοκύριακα, ήτοι επί 21 εργάσιμες ημέρες από τις 9.00 έως τις 16.00, με παροχή δωματίου για ανάπαυση και διατροφή, αξίας 190 ευρώ ημερησίως, το κόστος των θεραπειών (φυσικοθεραπεία, υδροθεραπεία, εργοθεραπεία, ρομποτική επανεκπαίδευση βάδισης), που εκτιμώνται σύμφωνα με τις οδηγίες του φυσίατρου και τις κλινικές ανάγκες στο ποσό των 250 ευρώ ημερησίως, καθώς και την διακομιδή του ασθενούς με ασθενοφόρο από την οικία του στο εν λόγω Κέντρο και την επιστροφή του σ' αυτήν, αξίας 170 ευρώ και συνολικά κάθε μήνα απαιτείται το ποσό των 12.810 ευρώ.

Επομένως, το συνολικό κόστος παρακολούθησης του εν λόγω προγράμματος για το μεταγενέστερο της σύνταξης της αγωγής χρονικό διάστημα επί 24 μήνες, ήτοι από 15-3-2013 έως 15-3-2015, ανέρχεται στο ποσό των 307.440 ευρώ, το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει η πρώτη εναγομένη, κατ' αίτηση του, σε 24 μηνιαίες δόσεις, καθεμιάς εκ 12.810 ευρώ, καταβλητέας την 15η ημέρα εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από 15-3-2013, με τον νόμιμο τόκο από τότε που έκαστη κατέστη απαιτητή μετά την επίδοση της αγωγής.".

Ήδη, η αναιρεσείουσα με τους έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης και τον πρώτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων προσάπτει στην προσβαλλομένη τις εξής, αντίστοιχα, πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ , δηλαδή ότι: α) Ενώ αυτή δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη σκάλα, από την οποία έπεσε ο ενάγων, είχε κατασκευαστικό ελάττωμα ή ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν αυτή ρυπαρή ή μη επαρκώς φωτισμένη, ακολούθως με αντιφατική αιτιολογία έκρινε ότι οι προστηθέντες της εναγομένης-αναιρεσείουσας παρέλειψαν να εφιστήσουν την προσοχή του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου στην επικινδυνότητα της σκάλας αυτής και ειδικότερα στον κίνδυνο ολισθήσεων και πτώσεων, που παρουσίαζε κατά την χρήση της, και ότι έτσι παρέβησαν τις διατάξεις των άρθρων 3,4 και 6 π.δ. 395/1994.

β) Κατά την καταγραφή των περιστατικών που αφορούν τη νοσηλεία του ενάγοντος στο νοσοκομείο της πόλης Ντέρμπαν τη Ν. Αφρικής, με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι η εκεί νοσηλεία του υπήρξε ανεπιτυχής, ότι κατά τη διάρκεια αυτής η κατάστασή του επιδεινώθηκε και ότι οι προστηθέντες της αναιρεσείουσας δεν επιμελήθηκαν για την άμεση παλιννόστησή του, παραβαίνοντας έτσι αυτοί τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3, εδάφιο τελευταίο, του β.δ. 806/1970.

γ) Ενώ Ο ενάγων ζήτησε την επιδίκαση μελλοντικών δαπανών για φυσικοθεραπείες και κινησιοθεραπείες, που ανάγονται στο διάστημα από 15.10.2012 και για 24 μήνες έκτοτε, δηλαδή και για χρόνο πριν από την άσκηση της αγωγής ( 18.4.2013), και συνεπώς κατά το μέρος αυτό η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αντιφατική και αόριστη, παρ' όλα αυτά η προσβαλλομένη με ανεπαρκή αιτιολογία έκανε δεκτό το σχετικό αίτημα για το διάστημα από 15.3.2013 (χρόνο σύνταξης της αγωγής) έως 15.3.2015, δηλαδή και για ένα διάστημα (15.3.2013 έως 18.4.2013) προγενέστερο της άσκησης της αγωγής.

δ) Ενώ ο ενάγων με το αγωγικό δικόγραφο επικαλέστηκε σωρευτικά μια σειρά από λόγους, στους οποίους οφείλεται η πτώση του από την επίδικη σκάλα (ολισθηρότητα της σκάλας λόγω υγρασίας και ρυπαρότητας, έλλειψη των ειδικών αντιολισθητικών υποδημάτων και επαρκούς φωτισμού, κατασκευαστικό ελάττωμα της σκάλας), η προσβαλλομένη δέχθηκε μεν ότι δεν αποδείχθηκε κατασκευαστικό ελάττωμα της σκάλας ή ότι αυτή ήταν ρυπαρή ή ο φωτισμός της ανεπαρκής, ανεπιτρέπτως όμως απομόνωσε την έλλειψη των αντιολισθητικών υποδημάτων ως την αιτία της πτώσης του ενάγοντος με την αντιφατική αιτιολογία ότι είναι επιτρεπτή κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ η συγκεκριμενοποίηση της αμέλειας του εναγομένου βάσει των περιστατικών που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν με τα εκτιθέμενα στην αγωγή.

ε) Ενώ παραθέτει η προσβαλλομένη τα αναφερόμενα ανωτέρω ουσιώδη μέρη της γνωμάτευσης του θεράποντος ιατρού του ενάγοντος, νευρολόγου Χ. Μ. {σύμφωνα με την οποία διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων πάσχει από χαλαρή παραπάρεση και απόλυτη υπαισθησία κάτω άκρων μετά από πτώση από μεγάλου ύψους κλίμακα πλοίου, μετά την οποία εγκατέστησε οξεία παραπάρεση και αφασία } , και της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης {με την οποία ο πραγματογνώμονας δηλώνει ότι δεν είναι επιστημονικά και δεοντολογικά εφικτό να εκφέρει γνώμη με τον απαραίτητο βαθμό ασφαλείας για την αιτιοπαθογένεια της κλινικής εικόνας, καθώς δεν είναι δυνατό να αιτιολογηθεί ότι η κλινική εικόνα τριπληγίας και απώλειας της αισθητικότητας, που εμφανίζει ο ενάγων, οφείλεται σε τραυματισμό, λόγω αιφνίδιου περιστατικού }, στη συνέχεια, κατά τον σχετικό αναιρετικό λόγο ( πρώτο του δικογράφου προσθέτων λόγων) με αντιφατική αιτιολογία καταλήγει στην κρίση ότι, ανεξαρτήτως της μη ύπαρξης βεβαιότητας για την αιτιοπαθογένεια της κλινικής του εικόνας, παραμένει γεγονός αναμφισβήτητο ότι ο ενάγων πάσχει από τριπληγία, η δε πάθηση του αυτή, όπως αποδεικνύεται, επήλθε εξαιτίας της πτώσης του στις 7-10-2010 από την κλίμακα του πλοίου, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ως μάγειρα, δηλαδή είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, ουδόλως αναγομένου σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, που δεν θα υπήρχε χωρίς την εργασία και την εκτέλεσή της υπό τις εκτιθέμενες περιστάσεις και, συνεπώς, συνιστά εργατικό κατά την έννοια του νόμου ατύχημα.

Οι ανωτέρω ωστόσο αιτιάσεις είναι απορριπτέες για τους εξής αντίστοιχα λόγους : α) Η υπό στοιχείο α' ως αβάσιμη, διότι το Εφετείο, κρίνοντας όπως εκτέθηκε ανωτέρω, διέλαβε στην απόφασή του για το προαναφερόμενο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, και τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης.

Δεν παρατηρείται δε αντίφαση στις αναφερόμενες εκεί παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την επικινδυνότητα της επίμαχης σκάλας, αφού η επικινδυνότητα μπορεί να οφείλεται σε πλείστους όσους παράγοντες, όπως μεταξύ άλλων, είναι η μεγάλη κλίση της σκάλας ( κατά την ανέλεγκτη παραδοχή της προσβαλλομένης η σκάλα είναι κάθετη) και όχι μόνο στους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, τούτο δε ενισχύεται και από το γεγονός ότι, κατά τις μη αμφισβητούμενες παραδοχές της προσβαλλομένης, ένα περίπου μήνα πριν από το επίδικο εδώ ατύχημα είχε επισυμβεί, λόγω ολισθήσεως και πτώσεως από την ίδια σκάλα, τραυματισμός του προηγούμενου μάγειρα του πλοίου Ν.

Ο., τον οποίο διαδέχθηκε ο ενάγων. Όφειλαν, συνεπώς, οι προστηθέντες της εναγομένης, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 1 και 6 παρ. 1 και 2 του πδ 395/1994, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη, να εφιστήσουν την προσοχή του ενάγοντος στην επικινδυνότητα της σκάλας, η οποία, κατά την πρώτη των ως άνω διατάξεων, αποτελεί "εγκατάσταση" που χρησιμοποιείται κατά την εργασία, για τους σκοπούς δε του εν λόγω πδ θεωρείται "εξοπλισμός εργασίας", και να τον ενημερώσουν για τις ειδικότερες συνθήκες που επικρατούσαν στην συγκεκριμένη εγκατάσταση, τις προβλεπτές (ενόψει και του προηγούμενου ατυχήματος) επικίνδυνες καταστάσεις (ολίσθησης και πτώσης) που μπορούσαν να προκύψουν και τα συμπεράσματα που είχαν συναχθεί από την πείρα που είχε αποκτηθεί κατά την χρήση αυτής.

β) Η υπό στοιχείο β' αιτίαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του Εφετείου αναφορικά με την ανάγκη παλιννόστησης του ενάγοντος αλλά και διότι υπό την επίφαση θεμελίωσης του ως άνω αναιρετικού λόγου πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων.

Σε κάθε δε περίπτωση, η εν λόγω αιτίαση είναι αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, αναφέρονται σ' αυτήν σαφώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 10 παρ. 3 του βδ 806/1970, που εφαρμόστηκε, αναφορικά με την υποχρέωση της εναγομένης να φροντίσει για την άμεση παλιννόστηση του ενάγοντος, υποχρέωση που απορρέει, όπως εκτίθεται στην προσβαλλομένη, και από τις αναφερόμενες εκεί διατάξεις της Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας του 2006.

γ) Η υπό στοιχείο γ' αιτίαση, κατά το πρώτο της σκέλος είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι την προβαλλόμενη εδώ αοριστία της αγωγής επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα νόμιμα στο Εφετείο. Εξάλλου, κατά το δεύτερο σκέλος της η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, καθώς και της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το κονδύλιο των φυσιοθεραπειών και κινησιοθεραπειών, το οποίο επιδικάστηκε στον ενάγοντα, η προσβαλλομένη διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, και τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης.

Και τούτο διότι ο ενάγων ζήτησε την επιδίκαση δαπανών για την υποβολή του σε φυσιοθεραπείες και κινησιοθεραπείες, οι οποίες ανάγονται στο διάστημα από 13.3.2013, χρόνο σύνταξης της αγωγής, και για 24 έκτοτε μήνες ( βλ. τον πίνακα που περιέχεται στην σελίδα 56 της αγωγής), τις δαπάνες δε αυτές, οι οποίες αποτελούν μέλλουσα θετική ζημία (άρθρα 298 και 928-929 ΑΚ) και μπορούν να αναζητηθούν από τότε που εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, εφόσον είναι προβλεπτές (ΟλΑΠ 705/1979, ΑΠ 2174/2013), επιδίκασε η προσβαλλομένη, ενώ είναι διαφορετικό το ζήτημα αναζήτησης και τόκων, οι οποίοι οφείλονται από την όχληση ή την επίδοση της αγωγής (άρθρα 340 επ., 346 ΑΚ).

δ) Η υπό στοιχείο δ' αιτίαση είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού πρόκειται για παράβαση διάταξης δικονομικού (άρθρο 224 ΚΠολΔ) και όχι ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος. Σε κάθε δε περίπτωση, η αιτίαση αυτή είναι και αβάσιμη, διότι δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ή η επίκληση από τον ενάγοντα ή η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής ( ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 1087/2014, σχετ.

ΑΠ 1854/2011, ΑΠ 1467/2009, ΑΠ 220/2003). ε) Τέλος, η υπό στοιχείο ε' αιτίαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα για το ζήτημα του τραυματισμού του ενάγοντος και της υπαγωγής αυτού στην έννοια του εργατικού ατυχήματος κατέληξε με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, και τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης, λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας όχι μόνο τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως άνω γνωμάτευση και πραγματογνωμοσύνη αλλά και τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, ιατρικές γνωματεύσεις και βεβαιώσεις κλπ), ενόψει δε του ότι από το περιεχόμενο του προκείμενου αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, υπό την επίφαση θεμελίωσης του λόγου αυτού και μάλιστα με την επίκληση επιλεκτικά ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων, η αναιρεσείουσα με αυτήν πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών για το ανωτέρω ζήτημα.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται - μεταξύ των άλλων περιπτώσεων - και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, μολονότι συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013 ).

Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο εάν αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων αυτών προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΟλΑΠ 8/2006, ΑΠ 1002/2017 ΑΠ 951/2015, ΑΠ 426/2014, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1652/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και τον δεύτερο του δικογράφου των προσθέτων λόγων προσάπτει στην προσβαλλομένη τις εξής, αντίστοιχα, πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ , δηλαδή ότι:

α) Με το να δεχθεί αυτή ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων της αναιρεσείουσας-εναγομένης (πλοιοκτήτριας), πλοιάρχου και υποπλοιάρχου του προαναφερόμενου πλοίου, διότι παρέλειψαν να χορηγήσουν στον ενάγοντα τα προβλεπόμενα από τον νόμο αντιολισθητικά υποδήματα, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 16 πδ 1349/1981, 2.4,6 του πδ 395/1994 και 16 του ν. 551/1915, δεδομένου ότι - κατά τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο - οι εν λόγω διατάξεις δεν επιβάλλουν την υποχρέωση στον εργοδότη να εφοδιάζει τον ναυτικό με τα μέσα προσωπικής προστασίας αλλ' αρκεί τα μέσα αυτά να υπάρχουν στο πλοίο σε επαρκή αριθμό, ώστε ο ναυτικός να είναι σε θέση να εφοδιάζεται με αυτά.

β) Με την παραδοχή ότι το ατύχημα οφείλεται και στην παράλειψη των προστηθέντων της αναιρεσείουσας-εναγομένης να εφιστήσουν την προσοχή του ενάγοντος στην επικινδυνότητα της επίμαχης σκάλας και κρίνοντας ακολούθως ότι η παράλειψη αυτή συνιστά μη τήρηση των κανονισμών και όρων ασφαλείας που έχουν τεθεί για την ασφάλεια των εργαζομένων στα πλοία, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, διότι - κατά τον αντίστοιχο αναιρετικό λόγο - η υποχρέωση ενημέρωσης του ναυτικού αφορά τον εξοπλισμό εργασίας και όχι τους χώρους εργασίας.

γ) Ενώ η ένδικη αγωγή θεμελιώνεται στην αμέλεια του κοινού δικαίου και όχι στην ειδική αμέλεια του άρθρου 16 του ν. 551/1915, η προσβαλλομένη επιδίκασε στον ενάγοντα πλήρη αποζημίωση κατά παραβίαση της τελευταίας αυτής διάταξης. δ) Παραβίασε επίσης την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 551/1915, με το να δεχθεί ότι η εναγομένη πλοιοκτήτρια δεν επιμελήθηκε, μέσω του εξουσιοδοτημένου προσώπου στην διαχείριση του πλοίου της, Δ.

Κ., για την έξοδο του ενάγοντος από το νοσοκομείο του Ντέρμπαν Ν. Αφρικής και την άμεση παλιννόστηση του, μετά την ανεπιτυχή νοσηλεία του στην ορθοπεδική κλινική του νοσοκομείου αυτού και ότι η παράλειψη αυτή συνιστά ειδική και όχι απλή αμέλεια της εναγομένης. ε) Ενώ δέχθηκε ότι η επίμαχη σκάλα είχε αντιολισθητική επιφάνεια και ήταν καθαρή και επαρκώς φωτισμένη, παραβίασε και δεν υπήγαγε ορθά στην έννοια της αιτιώδους συνάφειας τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία μια καθαρή σκάλα με αντιολισθητική επιφάνεια δεν γλιστράει, ανεξαρτήτως αν φορά κάποιος ή όχι αντιολισθητικά υποδήματα.

στ) Δέχθηκε ότι κατά παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 16 πδ 1349/1981, 2.4,6 του πδ 395/1994 και 16 του ν. 551/1915 παρέλειψαν οι προστηθέντες της εναγομένης να χορηγήσουν στον ενάγοντα τα προβλεπόμενα από τον νόμο αντιολισθητικά υποδήματα, ενώ ουδαμού στις διατάξεις αυτές προβλέπεται υποχρέωση των ναυτικών να φορούν τέτοια υποδήματα, όταν βρίσκονται στους χώρους ενδιαίτησης του πλοίου, στους οποίους ανήκει και το μαγειρείο.

Από τους λόγους αυτούς, οι δυο πρώτοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο, κρίνοντας ως ανωτέρω αναφορικά με την υπαιτιότητα των προστηθέντων της εναγομένης, δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 16 πδ 1349/1981, 2.4,6 του πδ 395/1994 και 16 του ν. 551/1915, αφού σαφώς από αυτές προκύπτει ότι ο εργοδότης υποχρεούται να διαθέτει (χορηγεί) στον ναυτικό τον εξοπλισμό ασφαλείας και δεν αρκεί να υπάρχει αυτός στο πλοίο, κατά τη ρητή δε διάταξη του άρθρου 2 του πδ 395/1994, για τους σκοπούς του διατάγματος αυτού στον εξοπλισμό ασφαλείας περιλαμβάνεται κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία και συνεπώς περιλαμβάνεται και η επίδικη εδώ σκάλα, για την επικινδυνότητα της οποίας επομένως όφειλαν οι προστηθέντες της εναγομένης να ενημερώσουν τον ενάγοντα κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη.

Εξάλλου, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, οι διωκόμενες αξιώσεις του ενάγοντος θεμελιώνονται στις διατάξεις του κοινού δικαίου σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 16 του ν. 551/1915 και των διατάξεων των ανωτέρω πδ, που ορθά εφαρμόστηκαν και με τις οποίες θεσπίζονται ειδικά μέτρα ασφαλείας ( βλ.

επίκληση ορισμένων απ' αυτές στις σελ. 28 επ. της αγωγής), καθώς και στη διάταξη του άρθρου 10 του βδ 806/1970, με την οποία, όπως εκτέθηκε ήδη στην υπό στοιχείο

ΙΙ νομική σκέψη της παρούσας, θεσπίζονται επίσης ειδικοί κανόνες ασφαλείας των ναυτικών, η μη τήρηση των οποίων παρέχει στον παθόντα αξίωση πλήρους αποζημιώσεως. Περαιτέρω, ο πέμπτος λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν παραδοχή ότι η επίμαχη σκάλα διέθετε αντιολισθητική επιφάνεια. Τέλος, ο δεύτερος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι προαναφερόμενες διατάξεις, που επιβάλλουν την υποχρέωση χορήγησης στον ναυτικό αντιολισθητικών υποδημάτων, δεν εξαιρούν τους απασχολουμένους στους χώρους του μαγειρείου και τους αποθηκευτικούς των τροφίμων χώρους.

ΙV. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 2191/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δέκατο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, παραπονείται κατά της προσβαλλομένης, διότι, όπως ισχυρίζεται, δεν έλαβε αυτή υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε, δηλαδή τα από 19.2.2010 και 1.9.2010 Τιμολόγια/Δελτία αποστολής της εταιρείας ..., από τα οποία αποδεικνύεται η αγορά 83 συνολικά ζευγαριών υποδημάτων ασφαλείας και συνακόλουθα η συμμόρφωση αυτής ως εργοδότη στις διατάξεις περί εφοδιασμού του πλοίου με τον προβλεπόμενο εξοπλισμό ασφαλείας.

Από την παραδεκτή ωστόσο επισκόπηση της προσβαλλομένης και ιδιαίτερα από τη ρητή διαβεβαίωση αυτής ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις αναφερόμενες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφων και ειρηνοδίκη, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τις διευκρινήσεις που έδωσε ο πραγματογνώμονας ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καθώς και τις γνώμες που ανέπτυξαν οι διορισμένοι τεχνικοί σύμβουλοι των διαδίκων προφορικά ενώπιον του ακροατηρίου, και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λήφθηκαν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά στην απόφαση, χωρίς ( όπως επίσης βεβαιώνεται σ' αυτήν) να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της υπόθεσης, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της και κυρίως τις αιτιολογίες της, προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα ανωτέρω έγγραφα προς σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και της ουσιαστικής του κρίσης για την επίδικη διαφορά.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

V. O αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (ΑΠ 217/2005). Ο λόγος αυτός αναφέρεται αποκλειστικά σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/2001, ΑΠ 12/2000, ΑΠ 2001/2009). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 373/2004), δηλαδή οι ακυρότητες κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ (ΑΠ 17/2000). Μέσω του ως άνω λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, της ένστασης ή της αντέντασης (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 480/2010, βλ. και Ολ. ΑΠ 112/2008, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 18/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ενδέκατο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι, αφού ο ενάγων ζήτησε την επιδίκαση μελλοντικών δαπανών για φυσικοθεραπείες και κινησιοθεραπείες, που ανάγονται στο διάστημα από 15.10.2012 και για 24 μήνες έκτοτε, δηλαδή και για χρονικό διάστημα πριν από την άσκηση της αγωγής ( 18.4.2013), κατά το μέρος αυτό η αγωγή είναι αντιφατική και αόριστη και ως τοιαύτη έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως σημειώθηκε και στην ανωτέρω υπό στοιχείο

ΙΙ σκέψη της παρούσας, οι προαναφερόμενες δαπάνες, οι οποίες ανάγονται στο διάστημα από 13.3.2013, χρόνο σύνταξης της αγωγής, και για 24 έκτοτε μήνες, αποτελούν μέλλουσα θετική ζημία (άρθρα 298 και 928-929 ΑΚ) και μπορούσαν να αναζητηθούν από τότε που εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, εφόσον είναι προβλεπτές (ΟλΑΠ 705/1979, ΑΠ 2174/2013).

Επομένως, η αγωγή, έχοντας ως προς το παραπάνω κονδύλιο το προαναφερόμενο περιεχόμενο, είναι επαρκώς ορισμένη. VΙ. Κατά διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης " ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά " με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ.

του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 886/2017, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), το τελευταίο, προκειμένου να καταλήξει στην ουσιαστική κρίση του ότι ο ενάγων έχει ανάγκη υποβολής σε φυσικοθεραπείες και κινησιοθεραπείες κατά το επίδικο διάστημα, έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του και σημειώθηκαν ήδη πιο πάνω στην υπό στοιχ.

ΙV της παρούσας. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δωδέκατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι κατέληξε στην προαναφερόμενη κρίση, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα χωρίς να ερευνήσει αν οι δαπάνες του ενάγοντος για φυσιοθεραπείες, που αφορούν το πριν την άσκηση της αγωγής επίδικο διάστημα (15.3.2013 έως 18.4.2013) πραγματοποιήθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος Μετά τις ανωτέρω σκέψεις και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινόμενη από 20.9.2017 αίτηση και τους από 3.1.2018 πρόσθετους λόγους της εταιρείας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της 360/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ