Legislator Case Law & Legislation
1000/2012 AI generated

1000/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1000/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αδικοπραξία, όροι, άρθρ. 297, 298, 330, 914 ΑΚ. αμέλεια. αποκλειστική υπαιτιότητα, συντρέχουσα υπαιτιότητα του παθόντος, άρθρ. 300 ΑΚ. Παράνομη συμπεριφορά του δράστη συνιστάμενη σε παράλειψη. Αιτιώδης συνάφεια. διδάγματα κοινής πείρας. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ορισμένο γεγονός να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Legislator headnote

AI generated

1000/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580§3 του ΚΠολΔ. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε, θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
motorcycle road accident traffic violation driving without authorization road safety concerns accident insurance matter motorway vignette
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1000 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αδικοπραξία, όροι, άρθρ. 297, 298, 330, 914 ΑΚ. αμέλεια. αποκλειστική υπαιτιότητα, συντρέχουσα υπαιτιότητα του παθόντος, άρθρ. 300 ΑΚ. Παράνομη συμπεριφορά του δράστη συνιστάμενη σε παράλειψη. Αιτιώδης συνάφεια. διδάγματα κοινής πείρας. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ορισμένο γεγονός να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ και των διατάξεων σήμανσης των οδικών έργων δεν θεμελιώνει καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος, συνιστά όμως στοιχείο που θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου πράξεως ή παραλείψεως και επελθόντος αποτελέσματος. Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 1 εδαφ.

β ΚΠολΔ. Ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, όταν παραβιαστούν τα διδάγματα της κοινής πείρας με την αναγκαία όμως προϋπόθεση, ότι τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών. πραγματικά περιστατικά. Παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά στον αόριστο νομικό κανόνα της αιτιώδους συνάφειας, διότι η παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, συνιστάμενη στην παράνομη παράλειψη τοποθέτησης της επιβαλλόμενης από το νόμο σημάνσεως στο εκτελούμενο έργο, δεν μπορεί να θεωρηθεί από μόνη της η πρόσφορη αιτία για το επελθόν αποτέλεσμα.

Βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως λόγω παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αριθμός 1000/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Μ. του Α., κατοίκου ... και 2. Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αικατερίνη Ταταράκη.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Β. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Μαΐου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 861/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 244/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Αυγούστου 2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 30 Απριλίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, ως προς αμφότερα τα επικουρικώς προβαλλόμενα μέρη του, και του πέμπτου κατά το πρώτο μέρος του λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρ. 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε κυριαρχικά, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ορισμένο γεγονός να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336§4 ΚΠολΔ), ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ.

β ΚΠολΔ (ΑΠ 228/2012, 1.741/2006, 119/2006, 1197/2005, 831/2005). Τέλος, η παράβαση των διατάξεων του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) σε συνδυασμό με την ΥΑ ΔΙΠΑΔ/Οικ. 502/2003 "Έγκριση Τεχνικής Προδιαγραφής Σήμανσης Εκτελούμενων Οδικών Έργων εντός και εκτός κατοικημένων περιοχών ως ελάχιστα όρια" δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση τροχαίου ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 228/2012, 831/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν παραβιαστούν τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ως ορισμοί και αφηρημένες υποθετικές κρίσεις αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση νομικών εννοιών, με την αναγκαία όμως προϋπόθεση, ότι τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, και όχι όταν χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (ΑΠ 747/2006, 119/2006, 249/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, τα εξής : Δυνάμει της υπ' αριθ. 126/2004 αποφάσεως της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Μυκηναίων και της υπ' αριθ. 81/2004 αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου του ίδιου Δήμου αποφασίσθηκε η εκτέλεση του έργου "Ασφαλτόστρωση δρόμου από Κολιζέρα προς Άγιο Αθανάσιο στο Δ.Δ.

Μυκηνών" με απευθείας ανάθεση σε εργοληπτική επιχείρηση. Με το υπ' αριθ. πρωτ. 5153/20.10.2004 συμφωνητικό η εκτέλεση του ως άνω έργου ανατέθηκε στον πρώτο αναιρεσείοντα πρώτο εναγόμενο Σ. Μ., ως εργολάβο υπό τους όρους και τις συμφωνίες που περιέχονται σε αυτό, στη συνέχεια δε εκείνος ανέθεσε υπεργολαβικά την εκτέλεση του έργου αυτού στο δεύτερο αναιρεσείοντα δεύτερο εναγόμενο.

Ο τελευταίος στις 23.11.2004 εγκαταστάθηκε στο έργο, δηλαδή στην ανώνυμη οδό του Δήμου Μυκηναίων, πάροδο του 2,300 χλμ της Εθνικής Οδού Φιχτίου - Μυκηνών, και ξεκίνησε τις πρώτες εργασίες με την παρουσία και του πρώτου εναγομένου, ο οποίος τις επέβλεπε. Τις πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας, και ενώ εκτελούνταν εργασίες, ο αναιρεσίβλητος ενάγων διήλθε τον δρόμο αυτό με κατεύθυνση από Μυκήνες προς Άγιο Αθανάσιο μαζί με το γιο του, προκειμένου να μεταβεί στα κτήματά του για τη συγκομιδή των αγροτικών προϊόντων, που καλλιεργούσε.

Αρχικά, κατά την διέλευση του από το δρόμο, ήταν σε εξέλιξη οι εργασίες, και συγκεκριμένα σε κάποια σημεία του δρόμου ένα γκρέιντερ, μηχάνημα έργου ιδιοκτησίας του δεύτερου των εναγομένων, οδηγούμενο από τον ίδιο, "έστρωνε" στο δρόμο κάποιους σωρούς αμμοχάλικου (3Α), που ξεφόρτωνε φορτηγό οδηγούμενο από τον υπάλληλο του Α.

Σ.. Στην αρχή της οδού, όπου εξελισσόταν το έργο, υπήρχε άσφαλτος και συνέχιζε χωμάτινος δρόμος μέχρι το σημείο του έργου, πλάτους περίπου 6,00 μέτρων. Περί ώρα 11.45 π.μ. της ίδιας ημέρας είχαν εναποτεθεί στο αριστερό μέρος του ρεύματος πορείας από Μυκήνες προς Άγιο Αθανάσιο, καταλαμβάνοντας όλη την λωρίδα της αντίθετης κατεύθυνσης και μέρος του ρεύματος προς Άγιο Αθανάσιο εννέα λόφοι από αμμοχάλικο, διαστάσεων μήκους 4,20 μέτρων και πλάτους περίπου 2,50 μέτρων.

Απέναντι από τον πρώτο λόφο αμμοχάλικου ήταν ακινητοποιημένο, καταλαμβάνοντας το ρεύμα πορείας προς Άγιο Αθανάσιο, ένα μηχάνημα γκρέιντερ, μήκους περίπου 3,00 μέτρων. Την ίδια ώρα 11.45 π.μ. ο αναιρεσίβλητος ενάγων, οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του γιου του Χ. Β., με πορεία προς Άγιο Αθανάσιο, ενώ πλησίαζε στο σημείο εκείνο, αντιλήφθηκε το γκρέϊντερ, που βρισκόταν στο ρεύμα πορείας του, καθώς και ένα σωρό αμμοχάλικο, τα οποία εμπόδιζαν τελείως την πορεία του.

Έτσι, αναγκάσθηκε να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα (αριστερά της πορείας του), όπου είχαν εναποτεθεί οι λόφοι αμμοχάλικου, αποδεχόμενος ότι για να διασχίσει το δρόμο θα έπρεπε να περάσει πάνω από τον πρώτο λόφο αμμοχάλικου. Αφού περίμενε να περάσει αντιθέτως ερχόμενος γεωργικός ελκυστήρας, ο οποίος για να διέλθει "πάτησε" αναγκαστικά πάνω στο πρώτο λόφο από αμμοχάλικο και στην άκρη του χωραφιού, οδήγησε την μοτοσικλέτα του πάνω στην άκρη του πρώτου λόφου αμμοχάλικου, που ήταν πλησιέστερα στο μέσο του δρόμου.

Όμως, λόγω του ότι στο σημείο εκείνο της οδού υπήρχε στένωση και το υλικό ήταν αμμοχάλικο, η μοτοσικλέτα του εξετράπη ανάμεσα στο δεύτερο και στον τρίτο λόφο, με αποτέλεσμα να υποστεί εκτεταμένα τραύματα. Η πρόσκρουση του ενάγοντος στον λόφο αμμοχάλικου, η εκτροπή του οχήματός του και ο τραυματισμός του προκλήθηκαν κατά αιτιώδη συνάφεια από αμελή συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίοι, ενώ κατά την εκτέλεση του έργου, που τους ανατέθηκε, κατέλαβαν με την εναπόθεση των λόφων αμμοχάλικου πάνω στο δρόμο τη λωρίδα κυκλοφορίας από Άγιο Αθανάσιο προς Μυκήνες και επιπλέον ακινητοποίησαν αντικανονικά το μηχάνημα (γκρέιντερ), με το οποίο εκτελούσαν το έργο, στην αντίθετη λωρίδα του άνω δρόμου, αποκλείοντας έτσι τη διέλευση των οχημάτων, παρέλειψαν να λάβουν τα απαραίτητα και επαρκή προς αποφυγή ατυχημάτων μέτρα.

Ειδικότερα, τα μέτρα αυτά συνίσταντο, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, όπου εκτελείτο το έργο (επαρχιακή οδός, χωμάτινος δρόμος, χρησιμοποίηση υλικών - αμμοχάλικα), που διακινδύνευαν την ομαλή διέλευση οχημάτων και πεζών, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η οδός αυτή εχρησιμοποιείτο από ιδιοκτήτες κτημάτων της περιοχής, στην τοποθέτηση πρόσφορων σημείων προς επισήμανση της θέσεως των λόφων αμμοχάλικου και του γκρέιντερ ή ακόμη και εμποδίων που να αποκλείουν την από εκεί διέλευση οχημάτων.

Κατά τα αναφερόμενα στην από 23.11.2004 έκθεση αυτοψίας οι εναγόμενοι είχαν λάβει κάποια μέτρα, και ειδικότερα είχαν τοποθετήσει πριν το σημείο του ατυχήματος πινακίδα με την ένδειξη "Προσοχή έργα Νομαρχίας Αργολίδος", πινακίδα Ρ - 48 υποχρεωτικής πορείας πριν το σημείο της πρόσκρουσης, πινακίδα αναγγελίας κινδύνου και μετακινούμενους πλαστικούς κώνους, τα οποία όμως δεν ήταν επαρκή, κατάλληλα και πρόσφορα στο να αποτρέψουν τη πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, καθόσον έπρεπε να απαγορεύσουν πλήρως τη διέλευση οχημάτων για όσο χρόνο χρειαζόταν, αφού δεν υπήρχε τμήμα του δρόμου ελεύθερο, από όπου τα οχήματα θα μπορούσαν να κινηθούν, χωρίς να ανέλθουν στους αμμόλοφους, με αποτέλεσμα να είναι άκρως επικίνδυνη η διέλευσή τους και πολύ πιθανή η ανατροπή τους, ιδιαίτερα αυτών που κινούνταν σε δύο τροχούς, όπως εν προκειμένω η μοτοσικλέτα του ενάγοντος.

Ειδικότερα, η υπαιτιότητα των εναγομένων συνίσταται στο ότι, ενώ αυτοί μπάζωσαν το επίμαχο σημείο του οδοστρώματος και μετέφεραν οικοδομικά υλικά για την έναρξη των εργασιών ασφαλτόστρωσής του, ακινητοποίησαν το μηχάνημα έργου και εναπόθεσαν λόφους από αμμοχάλικο, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η διέλευση οχημάτων από το σημείο, δεν φρόντισαν να τοποθετήσουν σε κατάλληλες θέσεις όλες τις προβλεπόμενες από το ν. 2696/99 (ΚΟΚ) πινακίδες σήμανσης κινδύνου, ρυθμιστικές, πληροφοριακές, ακόμη και να διακόψουν την κυκλοφορία για μικρό χρονικό διάστημα, όπως ήταν υποχρεωμένοι να πράξουν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 9§1, άρθρ. 47§§1 και 2 του ν. 2696/1999 σε συνδυασμό με την ΥΑ ΔΙΠΑΔ/Οικ. 502/2003 "Έγκριση Τεχνικής Προδιαγραφής Σήμανσης Εκτελούμενων Οδικών Έργων εντός και εκτός κατοικημένων περιοχών ως ελάχιστα όρια".

Η αναφερθείσα ελλιπής σήμανση του έργου έλαβε χώρα λίγο πριν από το ατύχημα (βλ. απολογία του δεύτερου εναγομένου κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, όπου κατηγορείτο με τον πρώτο εναγόμενο για πρόκληση σωματικών βλαβών από αμέλεια από υπόχρεο, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι "Στα περισσότερα έργα δεν κάνουμε τη σήμανση γιατί δεν υπάρχει περιθώριο.

Κλείνουν από μόνοι τους οι δρόμοι. Τη σήμανση τη βάλαμε γύρω στις 10.00 το πρωί). Η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου για την προπεριγραφόμενη αμελή συμπεριφορά των εναγομένων ενισχύεται και από την υπ' αριθ. 2249/23.10.2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, με την οποία οι εναγόμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι, διότι δεν μερίμνησαν για την εναπόθεση των οικοδομικών υλικών (αμμοχάλικων) κατά τρόπο που να μην παρεμποδίζεται η κυκλοφορία και για την τοποθέτηση της δέουσας σχετικής σήμανσης, με αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικών βλαβών στον ενάγοντα από την πρόσκρουση σε αυτά, και καταδικάσθηκαν για την πράξη τους αυτή σε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών ο καθένας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δρόμος, όπου συνέβη το ατύχημα, ήταν ευθύς, οριζόντιος και η ορατότητα των προσερχόμενων οδηγών στο σημείο δεν περιοριζόταν. Κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο ενάγων ήταν ηλικίας 67 ετών, στερούνταν της νόμιμης άδειας ικανότητας οδηγού για την οδήγηση της συγκεκριμένης μοτοσικλέτας και η όρασή του επιβοηθούταν από γυαλιά οράσεως, διότι έπασχε από καταρράκτη.

Την ώρα του ατυχήματος, περίπου 11.45 π.μ., επικρατούσε καλοκαιρία και ο ενάγων δεν φορούσε τα βοηθητικά γυαλιά οράσεως, καθώς ναι μεν μετά την πρόσκρουση και την ανατροπή του τα αναζήτησε, αλλά αυτά δεν βρέθηκαν στο τόπο του ατυχήματος.

Συνεπώς, σύμφωνα με τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο ενάγων λόγω της ασθένειας καταρράκτη, που αντιμετώπιζε, σε συνδυασμό με την προχωρημένη ηλικία του κατά τον χρόνο του ατυχήματος, παρουσίαζε μειωμένη όραση, η οποία επηρέασε την οδήγησή του κατά τον χρόνο του ατυχήματος, με τέτοιο τρόπο ώστε αιτιωδώς συνέβαλε στην πρόκλησή του.

Συγκεκριμένα, αν και αντιλήφθηκε τους λόφους αμμοχάλικου, δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει την απόσταση τους σε σχέση με το γκρέιντερ, ώστε είτε να ανακόψει την πορεία του και να αποφύγει την διέλευση της μοτοσικλέτας πάνω από τον λόφο αμμοχάλικου, είτε να προβεί στους απαραίτητους χειρισμούς (δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως της μοτοσικλέτας) για να αποφύγει την εκτροπή της.

Επιπλέον, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο ενάγων κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας έφερε μια σακούλα με αρτοσκευάσματα, που βρέθηκε σφηνωμένη ενδιάμεσα της αριστερής πλευράς της ζάντας του οπίσθιου τροχού, του προφυλακτήρα της αλυσίδας και του ταμπούρου, για τον λόγο δε αυτό κατά τον ελιγμό του προς την αριστερή πλευρά του δρόμου δεν είχε πλήρη ελευθερία κινήσεων, για να ενεργήσει τον αναγκαίο για την περίσταση χειρισμό, με συνέπεια η σακούλα να σφηνώσει στα ως άνω μέρη της μοτοσικλέτας και σε συνδυασμό με την ύπαρξη του αμμοχάλικου, να συμβάλει στην ανατροπή της.

Ενόψει τούτων, το Εφετείο έκρινε, ότι για την πρόκληση του ατυχήματος βαρυνόταν με υπαιτιότητα και ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος ενάγων. Τούτο δε διότι ο τελευταίος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλλει, δεν αντέδρασε έγκαιρα, όταν αντιλήφθηκε το εμπόδιο στην πορεία του, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του, ενώ αν κατέβαλε την προσοχή που επιδεικνύει ο μέσος συνετός άνθρωπος κατά την κίνηση της μοτοσικλέτας του, θα είχε τροχοπεδήσει και θα φρόντιζε να έχει πλήρη ελευθερία κινήσεων για να ενεργεί ελεύθερα τους αναγκαίους χειρισμούς (άρθρ. 13 ΚΟΚ).

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι το ατύχημα οφειλόταν σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των διαδίκων μερών σε ποσοστό 50% για τον καθένα, κατά μερική παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης για συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, που πρόβαλαν οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους στο πρωτόδικο δικαστήριο και επανέφεραν στο εφετείο με λόγο της εφέσεώς τους.

Ενόψει τούτων το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως των αναιρεσειόντων εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί συντρέχουσα υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου ενάγοντος κατά ποσοστό 30%, κράτησε την υπόθεση, την δίκασε κατ' ουσίαν και δέχθηκε συνυπαιτιότητα του τελευταίου κατά 50%. Όμως, με βάση αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στον αόριστο νομικό κανόνα της αιτιώδους συνάφειας, διότι η παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, συνισταμένη στην παράνομη παράλειψη τοποθέτησης της επιβαλλόμενης από το νόμο σημάνσεως στο εκτελούμενο έργο, δεν μπορεί να θεωρηθεί από μόνη της η πρόσφορη αιτία για το επελθόν αποτέλεσμα (τραυματισμός του ενάγοντος), αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης:

α) ο παθών ενάγων, έχοντας διέλθει και τις πρωινές ώρες από το χώρο του εργοταξίου με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, κατά την εκ νέου προσέγγισή του εκεί περί ώρα 11.45 π.μ. αντιλήφθηκε το, όπως επισημαινόταν, εργοτάξιο και σταμάτησε μπροστά από τους λόφους αμμοχάλικου για να περάσει ένας αντιθέτως κινούμενος γεωργικός ελκυστήρας, με συνέπεια η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της σήμανσης του εκτελούμενου έργου να είναι άνευ εννόμου σημασίας για το επελθόν στη συνέχεια αποτέλεσμα εξαιτίας της κινήσεως του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, γνώστη των λόγω της εκτελέσεως του έργου συνθηκών της οδού και οφείλοντος να τις εκτιμήσει, να διασχίσει το δρόμο κινούμενος προς τα αριστερά κατά την πορεία του και να περάσει υποχρεωτικά πάνω από λόφο αμμοχάλικου, β) ο ενάγων έπασχε από καταρράκτη, που περιόριζε σε σημαντικό βαθμό την όρασή του, με συνέπεια να μην μπορεί να εκτιμήσει προσηκόντως την κατάσταση της οδού και να οδηγήσει τη δίκυκλη μοτοσικλέτα ανάμεσα στα εμπόδια, παρότι βρισκόταν σε ελάχιστη απόσταση από αυτά και αμέσως πριν είχε διέλθει ασφαλώς από το ίδιο σημείο κινούμενος αντιθέτως, υπό την παρουσία του, ο πολλαπλάσιου όγκου γεωργικός ελκυστήρας, την πορεία του οποίου, κινούμενος αντιθέτως, όφειλε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, να ακολουθήσει για να διέλθει ασφαλώς από το σημείο αυτό της οδού, μέσα μάλιστα από το δεξιό κατά την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, και γ) ο ίδιος, ηλικίας τότε 67 ετών, στερούνταν αδείας οδηγήσεως δικύκλου, γεγονός από το οποίο προέκυπτε η έλλειψη επαρκούς εμπειρίας στην οδήγησή του, που συνεπαγόταν αναγκαία και την εκ μέρους του μη επαρκή εκτίμηση της οδικής καταστάσεως, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί με τους σωρούς αμμοχάλικου και τη συνεχόμενη εναπόθεσή τους στο αριστερό του οδοστρώματος, ενώ επιπλέον κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας πάνω στο σωρό από αμμοχάλικο κρατούσε και σακούλα με αρτοσκευάσματα, που δυσχέραινε περαιτέρω την ελευθερία κινήσεων του.

Αυτά δε ανεξαρτήτως του ότι, οι επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως 1) ότι ο δρόμος ήταν τελείως κλειστός σε όλο το πλάτος του λόγω αντικανονικής στάθμευσης του γκρέιντερ και της εναπόθεσης σωρών αμμοχάλικου διαστάσεων 4,20 μ Χ 2,50 μ.. 2) ότι η σήμανση ήταν ανεπαρκής, διότι λόγω της ολικής αποφράξεως του οδοστρώματος έπρεπε να απαγορευθεί πλήρως η κυκλοφορία και η διέλευση των οχημάτων στο χώρο του εκτελούμενου έργου, και 3) ότι ο παθών ενάγων για να μπορέσει να διέλθει το δρόμο ήταν υποχρεωμένος να περάσει πάνω από τον πρώτο λόφο από αμμοχάλικο, δεν αναιρούν την κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας μη προσήκουσα υπαγωγή των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον αόριστο νομικό κανόνα της αιτιώδους συνάφειας, αφού σε κάθε περίπτωση ο ενάγων, έχοντας άμεση γνώση των οδικών συνθηκών, που αποτέλεσαν και την αιτία της διακοπής της πορείας του αμέσως πριν από το εκτελούμενο έργο, όφειλε να σταθμίσει ο ίδιος ως μέσος συνετός οδηγός το τι έπρεπε να πράξει και τελικά, αν έπρεπε να διέλθει από τον γεμάτο εμπόδια δρόμο ή να μην επιχειρήσει τη διέλευση αυτή.

Η δε απόφασή του αυτή δεν συνδεόταν πια με την ύπαρξη της ανεπαρκούς σημάνσεως, διότι ο ίδιος, έχοντας διακόψει την πορεία του προ της ζώνης των έργων και των υφιστάμενων εμποδίων, όφειλε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να έχει αντιληφθεί τις δυσκολίες που εγκυμονούσε γι' αυτόν το εγχείρημα της διελεύσεως της οδού.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, αιτία για την οποία παρέλκει η έρευνα όλων των άλλων λόγων αναιρέσεως.

Επειδή, ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580§3 του ΚΠολΔ. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε, θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 244/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2012.Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ