Supreme Court remands appeal to plenary session regarding new constitutional and ECHR argument on interest rates.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remitted the second ground of appeal to the Plenary Session for examination. The appellant argued that the lower court incorrectly applied Article 14(5) of Law 1730/1987, which set interest rates for public entities, as contrary to the Constitution and the European Convention on Human Rights. The Court noted this constitutional and treaty-based claim was raised for the first time in the appeal rather than during the prior proceedings. Consequently, the Court deemed the issue of general interest and ordered the case to be referred to the Plenary Session under specific procedural articles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 6(1) ECHR; Article 1 of Protocol 1 ECHR; Articles 4(1), 20(1) of the Constitution; Article 14(5) of Law 1730/1987: Arguments regarding the constitutionality or compatibility of statutory provisions with the Constitution or international treaties must be raised in the first instance proceedings and are inadmissible if introduced for the first time in an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1000 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΕΛΣ.Μ.
Αριθμός 1000/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρανάσιο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση ΑΕ" που εδρεύει στην Αγ. Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Λάλλα και Κωνσταντίνο Καλαβρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4086/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6509/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-6-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 12-11-2008 έκθεση της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτου Ελένης Σπίτσα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων των Ανθρώπων και των θεμελιωτικών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως........, ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "πάν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμόν της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.
Στην κατά τα ανωτέρω προεκτεινόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.Α.Π. 31/2007, Ολ.Α.Π. 40/1998).
Οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, καθώς και του άρθρου 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι και η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογούν τη ρύθμιση (Ολ.Α.Π. 3/06).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1,3α και 2 παρ.1 του Ν.1730/1987 προκύπτει ότι η Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση είναι Ν.Π.Ι.Δ., που λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "ΕΡΤ Α.Ε." κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας υπό την εποπτείαν του Κράτους, ενώ με την παρ. 9 του άρθρου 14 του ίδιου ως άνω νόμου 1730/1987 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις για την παραγραφή αξιώσεων, για τόκους προσωποκράτηση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, που ισχύουν υπέρ του Δημοσίου, εφαρμόζονται και υπέρ της "ΕΡΤ ΑΕ" και των εταιρειών που ιδρύονται με αποκλειστικά κεφάλαιά της.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, εκτός από εκείνες για τόκους, δεν εφαρμόζονται για τις αξιώσεις του προσωπικού των εταιρειών αυτών που προέρχονται από την παροχή εργασίας τους για τις οποίες εφαρμόζεται η ισχύουσα νομοθεσία. Επομένως, κατά την εν λόγω ρύθμιση αναγνωρίζεται το δικαίωμα στα ΝΠΙΔ να καταβάλλουν ποσοστό τόκου υπερημερίας (6%) μικρότερο από εκείνο που καταβάλλουν οι ιδιώτες, όπως συμβαίνει για το Ελληνικό Δημόσιο, με βάση τις εφαρμοζόμενες διατάξεις του άρθρου 21 του από 26.6./10.7.1944 Κωδ.
Δ/τος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη "ΕΡΤ ΑΕ", με επιταγή και κάτω από το αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της 5980/1996 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιτάχθηκε να καταβάλει στον καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντα, για τόκους του οφειλομένου κεφαλαίου, το ποσό των 4.351.000 δρχ., εκ του οποίου το ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό τόκων 6% ετησίως ανέρχεται σε 957.870 δρχ., το υπόλοιπο δε εκ τόκων ποσό της επιταγής, ήτοι 3.393.130 δρχ.
αντιστοιχεί στο πέραν του 6% ετησίως ποσοστό τόκου. Έκρινε δε ότι, ως προς το τελευταίο αυτό ποσό τόκου, δεν είχε αξίωση ο καθού η ανακοπή κατά της ανακόπτουσας, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη απολάμβανε των αναφερόμενων οικονομικών και δικονομικών προνομίων του Δημοσίου, και, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση αυτής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, δικάζοντας επί της ανακοπής, δέχθηκε αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ακύρωσε την επιταγή κατά το παραπάνω ποσό.
Με τον 2ο λόγο του αναιρετηίου από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (1.2.1991 έως 28.11.2000) διαμόρφωση του ισχύοντος για τους ιδιώτες οφειλέτες, ποσοστού του τόκου υπερηεμερίας (από 44% έως 14,75%), αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι με την εκτεθείσα κρίση του εσφαλμένως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ν.1730/1987, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ο περί αντιθέσεως της άνω διατάξεως στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ ισχυρισμός δεν διαλαμβάνεται στις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους, αλλά προβάλλεται για πρώτη φορά με το αναιρετήριο στην παρούσα (αναιρετική) δίκη. Κατόπιν τούτων, δημιουργούνται τα ζητήματα, αν ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως είναι ή όχι παραδεκτός κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και, σε καταφατική περίπτωση, αν η ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 5 του ν.1730/1987 είναι ή όχι αντίθετη στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ.
Τα ζητήματα αυτά δεν εξαντλούν τη σημασία τους στην παρούσα δίκη, αλλά είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, καθόσον αφορούν ή μπορεί μελλοντικώς να αφορούν σε ευρύτερο κύκλο αντίστοιχων υποθέσεων. Ως εκ τούτου, πρέπει ο λόγος αυτός, αναφορικώς με τα ανωτέρω ζητήματα, να παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρα 563 παρ. 2β' ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 του ν.1756/1988).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον 2ο λόγο της από 21.6.2007 αίτησης του ... για αναίρεση της υπ' αρ. 6509/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ