Legislator Case Law & Legislation
1000/2007 AI generated

1000/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1000/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 511/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 371/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Μαϊου 2005 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1000/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 περ. 1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1000 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1000/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ....., 2. ..... και 3. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ηλιόπουλο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE (ΚΟΜΜΕΡΣΙΑΛ ΒΑΛΙΟΥ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της συγχωνευθείσας με απορρόφηση αρχικής εναγομένης ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "NORDSTERN COLONIA HELLAS ΑΕΓΑ", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 511/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 371/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Μαϊου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 10 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υποχρέου προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος, ότι η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ΄ αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος καθώς και ότι η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας ως και ο βαθμός του πταίσματος του υπαίτιου οδηγού, δεν αναιρείται από μόνο το γεγονός ότι ο ένας από τους εμπλακέντες στο ατύχημα ή και αμφότεροι παραβίασαν τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτων δεν θεμελιώνει, αυτή καθ΄ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος.

Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Με το άρθρο 16 παρ. 2 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ) ορίζεται ότι ο οδηγός με εξαίρεση την περίπτωση απόλυτης ανάγκης υποχρεούται να κινείται αποκλειστικά στις καθορισμένες για την κατηγορία του οχήματός του ειδικές οδούς, οδοστρώματα και λωρίδες κυκλοφορίας, όπου υφίσταται τέτοιος.

Αν δεν έχει ορισθεί λωρίδα κυκλοφορίας ή ειδική οδός γι΄ αυτούς, οι μεν οδηγοί φορτηγών, λεωφορείων, και βραδυκινήτων γενικά οδικών οχημάτων υποχρεούνται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 6 του Κώδικα αυτού, να οδηγούν αυτά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στις οδούς που έχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες ανά κατεύθυνση, οι δε οδηγοί μοτοποδηλάτων, ποδηλάτων και μη μηχανοκινήτων οχημάτων καθώς και οι οδηγοί ζώων υποχρεούνται να κινούνται κατά μήκος οποιουδήποτε προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας βατού ερείσματος της οδού εφ΄ όσον υπάρχει και δεν προκαλείται δυσχέρεια στους χρησιμοποιούντες αυτό, άλλως, πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος.

Η παράγραφος δε 3 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζει ότι, τηρουμένων των διατάξεων της παρ. 1 (για την υποχρέωση των οδηγών να οδηγούν τα οχήματά τους πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, κι΄ αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο), σε οδοστρώματα που είναι χωρισμένα σε δύο ή περισσότερες λωρίδες κυκλοφορίας κατά κατεύθυνση με κατά μήκος διαγραμμίσεις, οι οδηγοί οχημάτων υποχρεούνται να οδηγούν αυτά μέσα στα όρια μιας λωρίδας και κατά το δυνατόν, στο μέσον αυτής.

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 περ. 1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε ανελέγκτως ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις συνθήκες επελεύσεως του αναφερόμενου στην αγωγή τροχαίου ατυχήματος. Στις 28-5-2005 και περί ώραν 10.00, στο ισόπεδο οδικό κόμβο των οδών ....

και .... συγκρούσθηκαν το με αριθμό κυκλοφορίας .... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε η Ψ1 (πρώτη αναιρεσίβλητη) ιδιοκτησίας της, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για τις ζημίες που θα προκαλούσε κατά τη λειτουργία του, στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "NORDSTERN COLONIA HELLAS", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ήδη, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση η εταιρία με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (δεύτερη αναιρεσίβλητη), με την με αριθμό κυκλοφορίας .....

δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο Χ1, με συνέπεια την πρόκληση βλαβών και στα δύο συγκρουσθέντα οχήματα και το θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου. Η οδός...... είναι μονής κατευθύνσεως, με πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρα. Η οδός ..... είναι επίσης μονής κατευθύνσεως, με πλάτος οδοστρώματος 17 μέτρα και είναι χωρισμένη με διαγραμμίσεις σε πέντε λωρίδες κυκλοφορίας.

Στη συμβολή των δύο αυτών οδών και επί της οδού ..... υπάρχει ρυθμιστική, της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-2 (STOP), που σημαίνει υποχρεωτική διακοπή της πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό .... (άρθρ. 4 παρ. 3 του ν. 2696/1999 - ΚΟΚ) καθώς και πινακίδα Π-47 που σημαίνει υποχρεωτική πορεία προς τα αριστερά.

Η παραπάνω σύγκρουση και οι εξ αυτής συνέπειες οφείλονται σε συντρέχουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων. Ειδικότερα η αμέλεια της οδηγού του αυτοκινήτου, Ψ1, συνίσταται στο ότι αυτή, κινούμενη επί της οδού ... με κατεύθυνση προς την οδό ....., έχοντας σκοπό να τη διασχίσει κάθετα και να καταλάβει την αριστερή λωρίδα αυτής, προκειμένου να ανεύρει θέση για τη στάθμευσή του αυτοκινήτου της, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, όπως όφειλε (άρθ. 12 παρ. 1 ΚΟΚ) ως μέσος συνετός οδηγός, κι΄ έτσι όταν έφθασε στη συμβολή των δύο παραπάνω οδών, ανέκοψε προσωρινά την ταχύτητα του οχήματος της προ του STOP, για να ελέγξει την από δεξιά της και επί της οδού ...

κίνηση οχημάτων, πλην όμως από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής του μέσου συνετού οδηγού, την οποία μπορούσε και όφειλε να καταβάλει, δεν ήλεγξε προσηκόντως και δεν αντιλήφθηκε καν την επί της τελευταίας αυτής οδού κινούμενη, δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Χ1 με κατεύθυνση προς ......, την οποία ευχερώς μπορούσε να δει αφού, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο, με επίκληση, σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, η οδός ......, στο σημείο αυτό, είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, ώστε να παραμείνει σε στάση μέχρι την πλήρη απελευθέρωση από οχήματα του εντός του - κόμβου οδοστρώματος, αλλά συνεχίζοντας απερίσκεπτα την πορεία της, εισήλθε στη διασταύρωση και έφθασε στο κέντρο αυτής ακριβώς, διασχίζοντας κάθετα την οδό ...., με μικρή ταχύτητα, ψάχνοντας για ανεύρεση θέσης προς στάθμευση του αυτοκινήτου της, γεγονός που επίσης συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος, ενώ αν διέσχιζε με κανονική ταχύτητα τη διασταύρωση θα είχε απομακρυνθεί και δεν θα την προλάβαινε η εν των μεταξύ από δεξιά της, επί της οδού .....

κινούμενη μοτοσυκλέτα. Εξάλλου η αμέλεια του Χ1 οδηγού της μοτοσυκλέτας, συνίσταται στο ότι αυτός από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός : α)δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όπως είχε υποχρέωση (αρθ. 12 παρ. 1 ΚΟΚ), β)έβαινε με υπερβολική ταχύτητα, η οποία δεν εξακριβώθηκε λόγω έλλειψης ιχνών τροχοπέδησης, οπωσδήποτε όμως ξεπερνούσε τα 50 χιλ.

την ώρα που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στο σημείο αυτό, ως κατοικημένης περιοχής (άρθ. 20 παρ. 1 ΚΟΚ), όπως προκύπτει από τις ενώπιον της προανακριτικής αρχής ένορκες καταθέσεις όλων των αυτοπτών μαρτύρων, (ο εξ αυτών μάλιστα ...... ομιλεί για ταχύτητα άνω των 120 χιλ. την ώρα) αν και από τις περιστάσεις (οδηγούσε μέσα σε κατοικημένη περιοχή και πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο) επιβαλλόταν να ρυθμίσει την ταχύτητά του αναλόγως, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (αρθρ. 19 παρ.

παρ. 2 και 3 ΚΟΚ), γ)δεν οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του πλησίον του άκρου δεξιού τμήματος της οδού, όπως όφειλε (αρθ. 16 παρ. 2 ΚΟΚ) αλλά στη μεσαία (από τις πέντε) λωρίδα, πράγμα που αν έπραττε δεν θα επήρχετο η ένδικη σύγκρουση και δ)λόγω της έλλειψης της προσήκουσας προσοχής δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το αυτοκίνητο, το οποίο είχε εισέλθει στον οδικό κόμβο και είχε ήδη προχωρήσει περί τα 10 μέτρα, εντός αυτού, ευρισκόμενο στο ύψος της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας της οδού ......, ενώ ευχερώς μπορούσε να το αντιληφθεί λόγω της μεγάλης ορατότητας που είχε μπροστά του, όταν δε το αντιλήφθηκε, καθυστερημένα, λόγω και της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία έβαινε, δεν μπόρεσε να σταματήσει το όχημα του με πέδηση ή να κάνει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά ή προς τα΄ αριστερά, για να το αποφύγει, πράγμα που μπορούσε ευχερώς και χωρίς κίνδυνο να πράξει, αφού τη στιγμή εκείνη δεν εκινούντο, επί της οδού ....., στο σημείο αυτό, άλλα οχήματα, αλλά χωρίς καθόλου, να τροχοπεδήσει έπεσε με μεγάλη ταχύτητα, με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσυκλέτας, πάνω στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου, ακριβώς στο μέσον αυτής.

Η σύγκρουση αυτή, προήλθε από τη σύγκλιση των παραπάνω υπαιτίων, ενεργειών και παραλείψεων αμφοτέρων των οδηγών των οχημάτων, θα αποφεύγετο δε αυτή εάν οποιοσδήποτε από αυτούς δεν είχε υποπέσει στις υπαίτιες ενέργειες που τον βαρύνουν. Το ποσοστό δε του συντρέχοντος πταίσματος του καθενός, με βάση τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά ανέρχεται σε 70% για την οδηγό του αυτοκινήτου και σε 30% για τον οδηγό της μοτοσυκλέτας.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ήταν αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος και του εντεύθεν θανάσιμου τραυματισμού του οδηγού της μοτοσυκλέτας Χ1. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την αποδιδόμενη στον θανόντα οδηγό της μοτοσυκλέτας συνυπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος.

Αφού τη συνυπαιτιότητα αυτή εστιάζει κυρίως : α) στο ότι ο θανών "δεν οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του πλησίον του άκρου δεξιού της οδού, όπως όφειλε (άρθρ. 16 παρ. 2 ΚΟΚ) αλλά στη μεσαία (από τις πέντε) λωρίδα κυκλοφορίας, πράγμα που αν έπραττε, δεν θα επήρχετο η σύγκρουση", ενώ με δεδομένο, κατά τα άνω δεκτά γενόμενα, ότι η οδός ......

στο σημείο όπου έλαβε χώρα το ατύχημα είναι διηρημμένη, με διαγραμμίσεις, κατά τη (μονή) κατεύθυνσή της, εκ της οποίας έβαινε ο θανών, αυτός νομίμως κατά τα άνω εκινείτο κατά μήκος του βατού ερείσματος της μεσαίας (τρίτης από της πλευράς εισόδου του αυτοκινήτου που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη) λωρίδας κυκλοφορίας και δεν ήταν υποχρεωμένος να οδηγεί τη μοσοσυκλέτα του στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, στο οποίο, σημειωτέον, δεν εδικαιούτο, αντίθετα, να προσεγγίσει η πρώτη εναγομένη, οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, αφού στην πορεία της και προ της εισόδου της στην οδό .....

υπήρχε (εκτός του σήματος STOP) και πινακίδα Ρ-47 που την υποχρέωνε να ενεργήσει υποχρεωτική πορεία προς τα αριστερά β) στην υπερβολική του ταχύτητα, που όμως δεν την προσδιορίζει, αναφέροντας απλώς ότι ξεπερνούσε τα 50 χιλ. την ώρα, που ήταν το ανώτερο επιτρεπόμενο όριο ούτε εξηγεί πως συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος, ενόψει των άνω συνθηκών τελέσεώς του και γ) στην έλλειψη της προσήκουσας προσοχής εξαιτίας της οποίας "δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το αυτοκίνητο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων", το οποίο παραβιάζοντας πινακίδα STOP και πινακίδα υποχρεωτικής πορείας προς τα αριστερά (Ρ-47), δηλαδή δύο λωρίδες πριν από την κανονική κίνηση του εντός της τρίτης λωρίδας κυκλοφορίας της οδού ......, παρενεβλήθη στην πορεία του, "όταν δε το αντιλήφθηκε, καθυστερημένα, δεν μπόρεσε να σταματήσει το όχημά του με πέδηση ή να κάνει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά ή τα αριστερά".

Ενόψει όμως των άνω περιστατικών της συγκρούσεως και της οδηγικής συμπεριφοράς της πρώτης των αναιρεσιβλήτων δεν δικαιολογείται επαρκώς με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, πως ο οδηγός της μοτοσυκλέτας συνέβαλε από αμέλειά του με την ως άνω συμπεριφορά του στην επέλευση του ατυχήματος.

Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ, είναι βάσιμος και πρέπει., κατά παραδοχή του να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 371/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ