Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding conviction for document forgery despite translation issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for forgery, rejecting all grounds for retrial. The court held that the defendant's claim regarding the lack of official signature verification for the foreign company's representative was irrelevant to the legality of the company's participation. Furthermore, the court found the procedural defect concerning the untranslated document to be non-existent, as the document had been translated and read without objection. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 216(1) Penal Code; Art. 510(1) Civil Procedure Code: The court must reject an appeal if the alleged procedural defects concern the representation of a third party rather than the defendant's participation, and if a foreign document was translated and read without objection, the lack of a specific translation bureau seal does not constitute absolute nullity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1000 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1000/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη-Εισηγητή και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου: ... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 940/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Αλλοδαπή Ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία «SEASCOPE SHIPPING AGENCY LTD» που εδρεύει στην Λιβερία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Πρωτόγερο.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 14 Φεβρουαρίου 2005 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1915/2005.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, να συνάγεται όμως από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Η μηνύτρια – πολιτικώς ενάγουσα ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία «SEASCOPE SHIPPING AGENCY L.T.D.», που εδρεύει στη Λιβερία και είναι νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα, είχε διορίσει το 1989 εκπρόσωπο και διευθυντή του γραφείου της στην Ελλάδα τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος, ο οποίος είχε την πλήρη διαχείριση του γραφείου της ως άνω εταιρείας, διαχειριζόταν, κατόπιν εντολής της μηνύτριας εταιρείας και τις δαπάνες λειτουργίας της θαλαμηγού «.....», ιδιοκτησίας της εταιρείας «VENI SHIPPING CO L.T.D.», η οποία ιδιοκτήτρια είχε αναθέσει τη διαχείρισή της στη μηνύτρια εταιρεία.
Το Σεπτέμβριο του 1997 δημιουργήθηκε θέμα εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και κατόπιν διενέργειας οικονομικού ελέγχου, από Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών, προέκυψε έλλειμμα δεκάδων εκατομμυρίων, γι' αυτό και του υποβλήθηκε μήνυση για υπεξαίρεση, ενώ ο κατ/τος υπέβαλε το Νοέμβριο του 1997 την παραίτησή του.
Η εν λόγω εταιρεία προς εξασφάλιση των αξιώσεών της κατέθεσε, τον Ιανουάριο του 1998, αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του μέχρι του ποσού των 70 εκατομμυρίων δραχμών και επ' αυτής εκδόθηκε απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του μέχρι του ως άνω ποσού των 70 εκατομμυρίων δρχ.
Στη συνέχεια υποβλήθηκαν και δυο μηνύσεις για πλαστογραφία μετά χρήσεως και επακολούθησαν αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος του κατ/νου, ο οποίος είχε νοθεύσει γνήσιες αποδείξεις εισπράξεως με την προσθήκη αριθμού, με σκοπό να παραπλανήσει άλλους ως προς τα έξοδα λειτουργίας της θαλαμηγού «.....» (βλ.
τις 518/2003 και 762/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που αναγνώσθηκαν). Στο μεταξύ ο κατ/νος, αποβλέποντας στη διοχέτευση του ενδιαφέροντος σε παραπλανητική κατεύθυνση, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς τις υπ' αριθμ. 4564/1998 και 6807/1998 αγωγές για εργατικές διαφορές εναντίον της μηνύτριας – πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας και κατά της ως άνω εταιρείας «VENI SHIPPING CO L.T.D.» ιδιοκτήτριας της θαλαμηγού «.....».
Για την παρεχομένη εργασία του στη μηνύτρια εταιρεία, με την ιδιότητα του διαχειριστή των περιουσιακών στοιχείων του γραφείου της στην Ελλάδα και διαχειριστή των δαπανών της λειτουργίας της θαλαμηγού «.....», ο κατ/νος ελάμβανε την 1-1-1994 καθαρές μηνιαίες αποδοχές 500.000 δρχ. Κατά τη συζήτηση των δυο ως άνω αγωγών, στις 6-5-1999, ο κατ/νος, ο οποίος κατείχε το επίμαχο ιδιόγραφο σημείωμα του ....
Γεν. Διευθυντή της μηνύτριας εταιρείας, που αναφερόταν στις μηνιαίες αποδοχές των 500.000 δρχ που ελάμβανε από την 1-1-1994, προσκόμισε τούτο στο Δικαστήριο, αφού (προηγουμένως) το νόθευσε προσθέτοντας τον αριθμό «1» προ του ποσού των 500.000 δρχ, μεταβάλλοντας έτσι το «500.000» ΔΡΧ. ΣΕ «1.500.000» δρχ. Με τον τρόπο αυτό εμφανιζόταν ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος και ήδη κατ/νου ανέρχονταν την 1-1-1994 στο ποσό των 1.500.000 δρχ, ενώ στην πραγματικότητα ήταν 500.000 δρχ.
Σκοπός του κατ/νου ήταν να παραπλανηθεί ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στο ότι οι μηνιαίες αποδοχές του την 1-1-1994 (δηλαδή πριν από 11 και πλέον χρόνια) είχαν φθάσει στο ποσό των 1.500.000 δρχ, προκειμένου να εκδοθεί ευνοϊκή γι' αυτόν απόφαση, ενώ το αληθές και πραγματικό ήταν ότι οι αποδοχές του κατ/νου δεν υπερέβαιναν τις 500.000 δρχ, όπως αποδεικνύεται και από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία.
Το πλαστό (νοθευμένο) αυτό έγγραφο (σημείωμα) ο κατ/νος χρησιμοποίησε κατά τη συζήτηση και των δυο ως άνω αγωγών.
Η νόθευση του επίμαχου σημειώματος επιβεβαιώνεται και από το τεκμηριωμένο πόρισμα της γραφολογικής γνωμοδότησης του δικ. Γραφολόγου .... , που διενήργησε γραφολογική εξέταση κατόπιν εντολής του .... της μηνύτριας εταιρείας. Ο εν λόγω γραφολόγος μετά από επιμελή αξιολόγηση και εξονυχιστική αντιπαραβολή των χειρογράφων σημειωμάτων του....
με το επίμαχο σημείωμα του ιδίου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο αριθμός «1» στο επίμαχο σημείωμα που προσκομίσθηκε από τον κατ/νο στη δίκη των εργατικών διαφορών, έχει προστεθεί εκ των υστέρων από άλλο πρόσωπο, με αποτέλεσμα ο αρχικός αριθμός «500.000» δρχ. να έχει μετατραπεί σε «1.500.000» δρχ. Η παρακολούθηση της συλλογιστικής του με την ταυτόχρονη αναδρομή στα επικαλούμενα στοιχεία, δεν καταλείπει καμία αμφιβολία για την ορθότητα της κρίσεώς του, που συμπορεύεται με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
Πράγματι από όλα τα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την πληθώρα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν παρέχεται πλήρης και ασφαλής δικαστική πεποίθηση ότι ο μηνιαίος μισθός του κατ/νου την 1-1-1994 ήταν 500.000 δρχ. και ότι ο αριθμός «1» προστέθηκε εκ των υστέρων από τον κατ/νο. Αντιθέτως η μ γνωμοδότηση της τεχνικής συμβούλου του κατ/νου ..... , η οποία αποφαίνεται ότι ο αριθμός «1» γράφτηκε από τον ....
και όχι από τον κατ/νο δεν ασκεί, στην προκειμένη περίπτωση, ουσιώδη επιρροή, γιατί προεχόντως δεν εμπεριέχει θεμελιωμένες κρίσεις και συμπεράσματα. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και γεγονότα οδηγούν, πέρα από κάθε λογική αμφιβολία, στην πεποίθηση ότι ο κατ/νος τέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως που αναφέρεται στο διατακτικό.
Ακολούθως, το Εφετείο Πειραιώς, με βάση τις παραδοχές αυτές, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το ότι στον Πειραιά στις 6-5-1999 τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της νόθευσης του προαναφερόμενου από 1-1-1994 ιδιόγραφου εγγράφου (σημειώματος) για τον ανωτέρω σκοπό και ότι στη συνέχεια έκανε χρήση του εγγράφου αυτού και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια.
Μετά αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερόμενα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 216 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, διότι το από 1-1-1994 έγγραφο (σημείωμα) του ..... , που φέρεται ότι νοθεύτηκε από αυτόν (αναιρεσείοντα) και προσκομίσθηκε με επίκληση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά τη δικάσιμο της 6-5-1999, δεν εμπίπτει στην έννοια του εγγράφου, γιατί ήταν απλό ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο, με αποτέλεσμα να μη θεμελιώνεται η αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού στο χώρο του ποινικού δικαίου και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο που έχει την αποδεικτική δύναμη του, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.
γ' Π.Κ., εγγράφου, χωρίς να απαιτείται η κατά το άρθρο 449 παρ. 2 ΚΠολΔ βεβαίωση της ακριβείας του από το αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο (ΑΠ 1563/2002). Εξάλλου, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει ασάφεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του το Εφετείο Πειραιώς, από την εκτίμηση των οποίων προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν από αυτό δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού, όπως προκύπτει με σαφήνεια από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν και μνημονεύει κατ' είδος, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς την παραπάνω αξιόποινη πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε΄ λόγοι αναίρεσης του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης, με τις αντίθετες επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ΄, 331 παρ. 1, 333, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ προκύπτει ότι δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής ή όχι του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε δημοσίως, εφόσον τούτο αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και, συνεπώς, αναπόσπαστο μέρος της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου για κάποιο έγκλημα, αφού αυτός, προς αντίκρουση του εγγράφου τούτου, μπορεί, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις περί τούτου.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σχετικός λόγος αναίρεσης του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης, κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί το Εφετείο Πειραιώς έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του, χωρίς να το αναγνώσει δημοσίως, το σε επίσημη μετάφραση ιδιόγραφο σημείωμα του Γενικού Διευθυντή της Ναυτιλιακής Εταιρείας με την επωνυμία «SEASCOPE SHIPPING AGENCY L.T.D.» .... , που αφορά μηνιαίους μισθούς του κατηγορουμένου από 1/1/94, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το παραπάνω έγγραφο, φέρεται ρητώς ως αναγνωσθέν στα πρακτικά (υπ' αριθ. 2 του καταλόγου των αναγνωσθέντων) και σε κάθε περίπτωση, αποτελώντας στοιχείο του κατηγορητηρίου και, κατά συνέπεια, αναπόσπαστο μέρος της κατά του αναιρεσείοντος ποινικής δίωξης, καθιστούσε δυνατόν σε αυτόν, προς απόκρουση του περιεχομένου τούτου, να εκθέσει, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, τις περί αυτού απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις.
Από τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 και 68 ΚΠΔ συνάγεται ότι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος είναι παράνομη και συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα και τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοπμοίησης ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη διαδικασία σχετικώς με το χρόνο και τον τρόπο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο.
Οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια η έλλειψη αναφερόμενη στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παράστασης. Εξάλλου, εάν ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου έχει γίνει νομότυπη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής από νομικό πρόσωπο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αξιόποινη σε βάρος του πράξη, γιατί επέφερε μείωση του κύρους, της φήμης και της αξιοπιστίας του και σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου επιδικάστηκε στο παθόν νομικό πρόσωπο ορισμένο ποσό για χρηματική ικανοποίηση, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, που γίνεται από το ίδιο νομικό πρόσωπο ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει έφεση του κατηγορουμένου, για την ίδια αιτία, είναι νόμιμη και παραδεκτή με μόνη τη δήλωση ότι η παράσταση της πολιτικής αγωγής γίνεται για τη χρηματική ικανοποίηση που επιδικάστηκε πρωτοδίκως, χωρίς να είναι αναγκαίος και ο προσδιορισμός εκ νέου των στοιχείων που δικαιολογούν την ηθική βλάβη που υπέστη το παθόν νομικό πρόσωπο.
Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι στην περίπτωση που το δικαστήριο δικάζει έφεση του κατηγορουμένου ή του Εισαγγελέα, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠΔ, το κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εμφανίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς ο .... , Πρόεδρος – Διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος της ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία «SEASCOPE SHIPPING AGENCY L.T.D.», που εδρεύει στη Λιβερία και έχει εγκαταστήσει νομότυπα γραφείο στην Ελλάδα κατά τις διατάξεις των α.ν. 89/1967 και 378/1968 και των ν. 27/1975 και 2234/1994 και δήλωσε ότι η εταιρεία αυτή παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για χρηματική ικανοποίηση 15.000 δραχμών (ή 44 ευρώ) με επιφύλαξη, από την ηθική βλάβη που προκάλεσε σ' αυτή η προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία (ηθική βλάβη), με την εκκαλούμενη απόφαση, είχε επιδικαστεί το ίδιο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την ίδια αξιόποινη πράξη, εξαιτίας της μειώσεως της φήμης και της αξιοπιστίας της.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο ο προαναφερόμενος εκπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, παραστάθηκε με την ανωτέρω ιδιότητά του δυνάμει του από 6-5-2004 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, χωρίς να υπάρχει βεβαίωση σ' αυτό της γνησιότητας των υπογραφών των μελών αυτού από δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο, είναι, κατά πρώτο και κύριο λόγο, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ως άνω πλημμέλεια, δεν αναφέρεται σε παράνομη παράσταση, αλλά στην εκπροσώπηση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας από το ως άνω συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο.
Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, συνιστάμενη στ ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για την κρίση του περί της ενοχής αυτού, το από 1-1-1994 ως άνω έγγραφο (σημείωμα), που αποτελεί συστατικό στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε, χωρίς τούτο να έχει μεταφραστεί επισήμως στην ελληνική γλώσσα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της τηλεομοιοτυπίας του ως άνω εγγράφου που υπάρχει στη δικογραφία, τούτο έχει μεταφραστεί από την Αγγλική στην Ελληνική γλώσσα και αναγνώσθηκε χωρίς να προβληθεί αντίρρηση, ώστε, δεν ήταν απαραίτητη η ύπαρξη επ' αυτής (τηλεομοιοτυπίας) σφραγίδας της Μεταφραστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, η έλλειψη της οποίας δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, αφού η γνησιότητα του εγγράφου και η ακρίβεια του περιεχομένου του δεν αμφισβητήθηκαν.
Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης του κύριου δικογράφου αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας που παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ, 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-10-2005 αίτηση του .... για αναίρεση της με αριθμ. 940/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια δέκα (210) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία «SEASCOPE SHIPPING AGENCY L.T.D.», από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Απριλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ