Legislator Case Law & Legislation
Aγωγή Αρ. 1328/2017 AI generated

Court dismissed request for interim order against police, citing resource constraints and public policy.

Case Number Aγωγή Αρ. 1328/2017
Court / Authority
Jurisdiction Cyprus (CY)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The court rejected an interim order requiring the police to protect the plaintiffs from ongoing mob violence at a gas station. The plaintiffs argued the police failed their duty to prevent harassment and property damage over six months. The court ruled that ordering specific police deployment would be unreasonable given limited resources and would unduly interfere with the police chief's discretion to allocate forces to more urgent matters.

Legislator headnote

AI generated

Articles 32 of the Courts Law; The court will not issue an interim order compelling the police to take specific protective measures if doing so would be unreasonable due to resource limitations or interfere with the police chief's discretion to prioritize duties based on public policy.

Keywords

AI generated
interim order police discretion resource constraints public policy duty of care interference with authority protection of property

Cited Legislation

AI generated
Article 32 of the Courts Law

Cited Case Law

AI generated
JONITEXO LTD. ν. ADIDAS (1984) 1 CLR 263
JONITEXO LTD. ν. ADIDAS (1984) 1 CLR 263
Πίτσιλλος Mόδεστος, Aρχηγός Kόμματος Δικαιοσύνης ν. Kυπριακής Δημοκρατίας, Mέσω του Γενικού Eισαγγελέα και Άλλου (1994) 1 ΑΑΔ 268
Πίτσιλλος Mόδεστος, Aρχηγός Kόμματος Δικαιοσύνης ν. Kυπριακής Δημοκρατίας, Mέσω του Γενικού Eισαγγελέα και Άλλου (1994) 1 ΑΑΔ 268
Κυτάλα κ.ά. ν. Χρύσανθου κ.ά. (1996) 1 ΑΑΔ 253
Κυτάλα κ.ά. ν. Χρύσανθου κ.ά. (1996) 1 ΑΑΔ 253
Σοφοκλέους Ανδρέας ν. Κωστάκη Ταβελούδη και Άλλου προσωπικά ως κληρονόμοι και/ή ως διαχειριστές της περιουσίαςτου Ευριπίδη Χρ. Ταβελούδη αποβιώσαντα (2003) 1 ΑΑΔ 837
Σοφοκλέους Ανδρέας ν. Κωστάκη Ταβελούδη και Άλλου προσωπικά ως κληρονόμοι και/ή ως διαχειριστές της περιουσίαςτου Ευριπίδη Χρ. Ταβελούδη αποβιώσαντα (2003) 1 ΑΑΔ 837
ECONOMIDES AND ANOTHER ν. POLICE (1983) 2 CLR 301
ECONOMIDES AND ANOTHER ν. POLICE (1983) 2 CLR 301
RAZIS AND ANOTHER ν. REPUBLIC (1983) 3 CLR 309
RAZIS AND ANOTHER ν. REPUBLIC (1983) 3 CLR 309
MAKRIDES ν. REPUBLIC (1984) 3 CLR 304
MAKRIDES ν. REPUBLIC (1984) 3 CLR 304
Κυπριακή Δημοκρατία, Δέσπω Αποστολίδου ν. (Αρ. 1) (2002) 3 ΑΑΔ 80
7 BHRC 583
ECLI:CY:EDLEM:2018:A49
Court dismissed request for interim order against police, citing resource constraints and public policy.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Κυπριακή νομολογία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:

JONITEXO LTD. ν. ADIDAS (1984) 1 CLR 263

Πίτσιλλος Mόδεστος, Aρχηγός Kόμματος Δικαιοσύνης ν. Kυπριακής Δημοκρατίας, Mέσω του Γενικού Eισαγγελέα και Άλλου (1994) 1 ΑΑΔ 268

Κυτάλα κ.ά. ν. Χρύσανθου κ.ά. (1996) 1 ΑΑΔ 253

Σοφοκλέους Ανδρέας ν. Κωστάκη Ταβελούδη και Άλλου προσωπικά ως κληρονόμοι και/ή ως διαχειριστές της περιουσίαςτου Ευριπίδη Χρ. Ταβελούδη αποβιώσαντα (2003) 1 ΑΑΔ 837

ECONOMIDES AND ANOTHER ν. POLICE (1983) 2 CLR 301

RAZIS AND ANOTHER ν. REPUBLIC (1983) 3 CLR 309

MAKRIDES ν. REPUBLIC (1984) 3 CLR 304

Kυπριακή Δημοκρατία, Δέσπω Αποστολίδου ν. (Αρ. 1) (2002) 3 ΑΑΔ 80

Αγγλική νομολογία που περιλαμβάνεται στο bailii.org στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:

7 BHRC 583

ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:

ECLI:CY:EDLEM:2018:A49

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ.

Aγωγή Αρ. 1328/2017

Μεταξύ

AL SAAD GLOBAL LTD

2. Essam Saad

Εναγόντων

και

Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

Εναγομένου

Αίτηση ημερ. 26.10.2017

Ημερ.: 2.2.2018

Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Λ. Λουκαίδης για Λουκής Γ. Λουκαίδης & Σία ΔΕΠΕ

Για τoν Εναγόμενο-Καθ’ ου η Αίτηση: κα Μ. Αλεξάνδρου για Γενικό Εισαγγελέα

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο την 10.5.2017. Αξιώνονται αποζημιώσεις που προκλήθηκαν στους Ενάγοντες από την αμέλεια και παράβαση των νομίμων καθηκόντων της Αστυνομίας να προστατεύσει τους Ενάγοντες από συνεχείς οχλαγωγίες και παράνομες και επικίνδυνες ενέργειες για την περιουσία της Ενάγουσας 1 και την περιουσία και τη ζωή του Ενάγοντα 1, που ελάμβαναν χώρα για 6 μήνες στο σταθμό βενζίνης των Εναγόντων κάθε Παρασκευοσαββατοκυρίακο από τρίτα πρόσωπα, που χαρακτηρίζονται ως αλήτες, και που παραβίαζαν τα ανθρώπινα δικαιώματα των Εναγόντων.

Αυθημερόν καταχωρίστηκε αίτηση με την οποία οι Ενάγοντες εξαιτούνταν:

«Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον διευθυντή αστυνομίας Λεμεσού να προβεί εντός 5 ημερών από την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος σε όλες τις αναγκαίες και άμεσες νόμιμες ενέργειες για τη λήψη άμεσων μέτρων για την προστασία των Εναγόντων από τις εξής επικείμενες παράνομες πράξεις σε βάρος των Εναγόντων και την παρεμπόδιση της επανάληψης τους.

Ομαδικές ή/και οργανωμένες ενέργειες και συγκεντρώσεις στον χώρο του σταθμού βενζίνης των Εναγόντων στην Λεμεσό αριθμού μέχρι και 100 αλητών με μόνο στόχο την επιθετικότητα, την παρενόχληση της επιχείρησης των Εναγόντων στον εν λόγω σταθμό, στην σοβαρή οχληρία και οχλαγωγία σε βάρος των Εναγόντων παραβιάζοντας τα ατομικά τους δικαιώματα σεβασμού ιδιωτικής ζωής, περιουσίας, ασκήσεως του επαγγέλματος τους, ελεύθερης διακίνησης με κίνδυνο της σωματικής ακεραιότητας και όλων των υπηρετούντων στην εταιρεία Ενάγουσα 1 και του Ενάγοντα 2, και με συγκεκριμένες βιαιοπραγίες και πράξεις βίας και επιθετικότητας και πρόκλησης ζημιάς στην περιουσία των Εναγόντων ως εκτίθενται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση.

Συγκεκριμένα ζητείται διάταγμα που να διατάσσει τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού όπως σε συνεργασία με τα μέλη της Αστυνομίας της Λεμεσού να παράσχουν με βάση τη νομοθεσία περί Αστυνομίας, Αστυνομική Προστασία στους Ενάγοντες με τη μορφή της παρουσίας μιας ομάδας μελών την Αστυνομίας αποτελούμενης από περίπου 5 Αστυνομικούς με τον ανάλογο εξοπλισμό για την αποτελεσματική προστασία των Εναγόντων στον εν λόγω σταθμό βενζίνης και την παρεμπόδιση και πάταξη των επικείμενων παρανόμων ενεργειών και εκδηλώσεων που επαναλαμβάνονται καθημερινώς και κυρίως τα παρασκευασσαββατοκυρίακα όπως εξηγείται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση.»

To Δικαστήριο έκρινε πως η έκδοση του εξαιτούμενου διατάγματος δεν δικαιολογείτο και απέρριψε την αίτηση.

Οι Ενάγοντες είναι της θέσης ότι το Δικαστήριο στην Ενδιάμεση Απόφαση του ημερ. 19.9.2017 «υπεισήλθε σε θέματα της ουσίας της αγωγής και αποφάσισε βασικές πτυχές της υπόθεσης με τρόπο που να προδικάζει την απόφαση του επί της αγωγής», και καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση με την οποία εξαιτούνται την εξαίρεση μου από την εκδίκαση της αγωγής.

Θα μπορούσαν, ενδεχομένως, οι Ενάγοντες να επιφυλάξουν τη θέση τους για να εγείρουν τέτοιο ζήτημα όταν η αγωγή θα ήταν έτοιμη για να εκδικαστεί. Ακόμα δεν έχει καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης και λαμβανομένου υπόψη του φόρτου εργασίας των Δικαστηρίων γενικά και του γεγονότος ότι κάθε μερικά χρόνια οι Δικαστές μετατίθενται ή αναλαμβάνουν άλλη δικαιοδοσία, είναι ενδεχόμενο όταν η αγωγή οριστεί για ακρόαση τη δικαιοδοσία αυτή να ασκεί άλλος αδελφός Δικαστής. Οπόταν και τέτοια αίτηση θα ήταν άνευ αντικειμένου.

Σε κάθε περίπτωση εφόσον το ζήτημα τέθηκε ενώπιον μου επιτακτικά προς επίλυση οφείλω να το αποφασίσω.

Όταν το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα χορηγήσει ένα ενδιάμεσο διάταγμα εξετάζει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις αφορούν στην διαπίστωση κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας.

Ακόμα και στην περίπτωση που ένα Δικαστήριο, στα πλαίσια αίτησης για συντηρητικό διάταγμα, καταλήγει ότι δεν τηρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, αυτό δεν οδηγεί στον αποκλεισμό του εκδικάζοντος Δικαστή από κριτή της αγωγής.

Όταν εξετάζεται αίτηση για την έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος, το Δικαστήριο, στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό εκείνο στάδιο της υπόθεσης, δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D. (1999) 1(A) A.A.Δ. 225, 236).

Εάν το Δικαστήριο υποπέσει στο ολίσθημα να αξιολογήσει το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό και να επιδείξει προτίμηση υπέρ της εκδοχής της μιας ή της άλλης πλευράς, τότε θα πρέπει, αναγνωρίζοντας το σφάλμα του να εξαιρεθεί από την εκδίκαση της αγωγής. Δεν συμβαίνει τούτο όταν η κατάληξη είναι το αποτέλεσμα άποψης επί νομικού ζητήματος ή διαπίστωσης ότι ελλείπει πραγματικό υπόβαθρο ώστε αντικειμενικά να μην μπορεί να διαφανεί η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας. (Βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Σχετικές είναι οι αυθεντίες που ακολουθούν όπου εξετάστηκαν συναφή ζητήματα.

Στην Αποστολίδου ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 80 αναφέρεται ότι:

«Αναντίλεκτο είναι ότι η επίλυση νομικού ζητήματος πρωτοδίκως ή κατ' έφεση δεν αποκλείει τη συμμετοχή Δικαστή στη σύνθεση Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται του ιδίου, όμοιου, ή παρεμφερούς νομικού ζητήματος. (Βλ. Μεταξύ άλλων Razis and Another v. Republic (1983) 3 C.L.R. 309· Makrides v. Republic (1984) 3 C.L.R. 304.) Η ευαισθησία του Δικαστή, ως υποδεικνύεται στην Makrides, δεν αποτελεί τον οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος, αλλά οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης όπως υποδεικνύεται:

…………………………………………………………………………………………..

«Ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ότι θα φθάναμε κοντά στην αναγνώριση δικαιώματος στο διάδικο να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει.»

Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου (απαρτιζόμενου από τον Αρχιδικαστή, τον Πρόεδρο του Εφετείου και τον Αντικαγκελάριο (V-C)), Locabail Ltd v. Bayfield Properties [2000] 1 All E.R. 65, τονίζεται ότι αποτελεί καθήκον του δικαστή να επιλαμβάνεται των υποθέσεων που του ανατίθενται, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει.»

Αναφέρεται ότι προκατάληψη (bias) του Δικαστή, με την έννοια που ο όρος ενέχει στο δίκαιο, τον αποκλείει από την εκδίκαση υπόθεσης. Όμως, όπως σημειώνεται:

«Δεν γεννάται συμφέρον, ούτε ανακύπτει κώλυμα από την απόφαση Δικαστή πρωτοδίκως ή κατ' έφεση, επί νομικού θέματος. Άλλωστε η αρχή του δεσμευτικού προηγούμενου επιβάλλει την υιοθέτηση του λόγου προηγούμενων αποφάσεων, ανεξάρτητα από τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν τη διαπίστωση προκατάληψης Δικαστή η οποία δικαιολογεί τον αποκλεισμό του από τη δίκη εξηγούνται στην Economides and Another v. The Police (1983) 2 C.L.R. 301.»

Στην Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας (1994) 1 Α.Α.Δ. 268, 273-4 αναφέρεται ότι:

«Είναι βασική αρχή, θεμελιώδους σημασίας, ότι η δικαιοσύνη, όχι μόνο πρέπει να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται.

Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι δε δικαιούνται να καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου.

Το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές.»

Στην Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.ά (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 837, 841-846 αναφέρεται ότι:

«Το Άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης προνοεί ότι,

"Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσις του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως."

Η ανεξαρτησία και αμεροληψία του εκδικάζοντος Δικαστηρίου κατοχυρώνεται και με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος το οποίο προνοεί ότι,

"Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου."

Η γνώμη ενός διαδίκου που ισχυρίζεται ότι ένα Δικαστήριο ή ένας Δικαστής δεν είναι αμερόληπτος είναι σημαντική αλλά όχι αποφασιστική. Το βασικό ερώτημα είναι αν η αμφιβολία για τη μη ύπαρξη αμεροληψίας είναι "υποκειμενικά δικαιολογημένη". Στην υπόθεση Hauschildt v. Denmark, A 154 para 50 [1989] ένας Δικαστής στη Δανία που είχε εκδώσει διατάγματα για την κράτηση και απομόνωση του κατηγορουμένου, συμμετέσχε αργότερα ως Πρόεδρος του Δικαστηρίου που θα εκδίκαζε την ποινική υπόθεση εναντίον του ίδιου κατηγορουμένου. Άνκαι για την έκδοση των διαταγμάτων κράτησης ο Δικαστής θα έπρεπε να ικανοποιηθεί ότι υπήρχε "μια ιδιαίτερα επιβεβαιωτική υποψία ενοχής" (particularly confirmed suspicion of guilt), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχαν ειδικά περιστατικά (special circumstances) που θα δημιουργούσαν μια νόμιμη αμφιβολία (legitimate doubt) ως προς την αμεροληψία του Δικαστή για τη μετέπειτα εξαίρεση του.

Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε λίγο αργότερα στην υπόθεση Sainte Marie v. France, A 253-A para 32 [1992], όπου δύο μέλη του Γαλλικού Εφετείου που είχαν καταδικάσει τον αιτητή για παράνομη κατοχή όπλων, είχαν συμμετάσχει προηγουμένως στη σύνθεση άλλου δικαστηρίου που απέρριψε αίτηση του για να αφεθεί ελεύθερος με εγγύηση σε ποινική διαδικασία που βασιζόταν στα ίδια γεγονότα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αφού σημείωσε ότι οι δύο αυτοί Δικαστές δεν είχαν συμμετάσχει προηγουμένως στην ετοιμασία της υπόθεσης για την παρουσίαση της στο Δικαστήριο, αποφάνθηκε ότι η συμμετοχή ενός Δικαστή σε ενδιάμεσες αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένων ενδιάμεσων αποφάσεων που σχετίζονταν με την παραμονή ή όχι του αιτητή υπό κράτηση, δεν μπορούσε από μόνη της να δικαιολογήσει ανησυχίες για έλλειψη αμεροληψίας.

…………………………………………………………………………………………..

Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένας Δικαστής δεν κωλύεται λόγω προκατάληψης να εξετάσει τρίτη διαδοχική αίτηση για την κράτηση ενός υπόπτου προς διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων, άνκαι έχει ήδη εκδώσει προηγουμένως άλλα δύο διατάγματα κράτησης εναντίον του ίδιου υπόπτου (Economides and Georghiou v. The Police (1983) 2 C.L.R. 301) και ότι η έκδοση απόφασης από ένα Δικαστή πάνω σε ένα συγκεκριμένο νομικό σημείο, δεν τον εμποδίζει να εξετάσει το ίδιο νομικό σημείο σε άλλη υπόθεση, είτε μεταξύ των ίδιων διαδίκων, είτε μεταξύ άλλων διαδίκων. (Razis and another v. The Republic (1983) 3 C.L.R. 309).»

Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο απέφυγε να προβεί σε διαπίστωση κατά πόσο τηρούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32. Έγινε αναφορά στο νόμο σε αγγλική αυθεντία και πως αυτή αντιμετωπίστηκε από το ΕΔΑΔ και περαιτέρω αναφορά σε αποφάσεις του ιδίου του Δικαστηρίου όπου αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Κράτους για την προστασία των πολιτών.

Η ανάγκη κρίσης της διαπίστωσης της ύπαρξης των δύο πρώτων προϋποθέσεων παρακάμφθηκε εφόσον το Δικαστήριο για λόγους δημόσιας πολιτικής έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο η έκδοση του διατάγματος. Αναφέρεται στην απόφαση «Ακόμα και αν ήταν δεδομένη η ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων, το Δικαστήριο θα απέκλινε από την έκδοση του εξαιτούμενου διατάγματος για λόγους δημόσιας πολιτικής ανάλογους των λόγων που οδήγησαν στην Αγγλία στην αρχή της υπόθεσης Hill [v. CC of West Workshine [1989] 1 A.C. 53 (HL)]».

Δεν αποκλείεται ο αναγνώστης της Ενδιάμεσης Απόφασης ημερ. 19.9.2017 να θεωρήσει ότι το Δικαστήριο ενδέχεται κατά την τελική του απόφαση να ακολουθήσει την αγγλική υπόθεση στην οποία αναφέρθηκε. Και τούτο παρά το ότι αυτή χρησιμοποιήθηκε σε σχέση με τους λόγους δημόσιας πολιτικής που εξηγούσε. Έγινε όμως και αναφορά σε άλλες αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου που μπορεί να θεωρηθούν ως βάση για την προώθηση των αξιώσεων των Εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα προσεγγίστηκε ως νομικό θέμα και πουθενά στην Ενδιάμεση Απόφαση δεν σχολιάζεται αρνητικά ή αποδοκιμάζεται το πραγματικό υπόβαθρο που είχε τεθεί με τη μαρτυρία του Ενάγοντα 2.

Ο λόγος που απορρίφθηκε το εξαιτούμενο διάταγμα εμφαίνεται στο πιο κάτω απόσπασμα από την Ενδιάμεση Απόφαση:

«Η Αστυνομία δεν διαθέτει απεριόριστους πόρους. Ο Αστυνομικός Διευθυντής κάθε επαρχίας ρυθμίζει τη διάθεση της δύναμης αναλόγως των αναγκών με προτεραιότητες που αλλάζουν ανάλογα με τις εξελίξεις. Θα συνιστούσε υπό τας περιστάσεις αδικαιολόγητη επέμβαση στο έργο της Αστυνομίας και τη διακριτική ευχέρεια του επικεφαλής της στην Λεμεσό και ενάντια στη δημόσια πολιτική να διαταχθεί να τοποθετηθούν πέντε ή συγκεκριμένος άλλος αριθμός αστυνομικών στο χώρο του σταθμού των Εναγόντων για την προστασία του, είτε καθημερινώς, είτε έστω για τα Παρασκευατοσαββατοκυρίακα. Με αυτό τον τρόπο θα στερείτο η δυνατότητα διάθεσης της συγκεκριμένης δύναμης για άλλες πιο επείγουσες, πιο επικίνδυνες και πιο σημαντικές περιστάσεις όπου η παρουσία αστυνομικής δύναμης θα κρινόταν απαραίτητη.»

Το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί ζητημάτων της ουσίας της αγωγής, ούτε καν κατά πόσο ικανοποιούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32. Αντίθετα εφόσον για άλλους λόγους θα απέρριπτε την αίτηση προχώρησε σε κρίση λαμβάνοντας ως δεδομένη την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32.

Εάν το Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι δεν ικανοποιούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως καταλήγει να είναι το παράπονο του Ενάγοντα, δεν θα υπήρχε λόγος να εξετάσει ζητήματα δημόσιας πολιτικής και για τέτοιους λόγους να απορρίψει την αίτηση.

Προκύπτει από τις παραγράφους 6 – 13 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου 2 ότι αυτός έχει αποκομίσει λανθασμένη εντύπωση ως αποτέλεσμα της συμβουλής που έχει λάβει. Όσο γνήσια και αν είναι η εντύπωση του δεν είναι η εντύπωση που θα απεκόμιζε κάποιος αντικειμενικός παρατηρητής ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα.

Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγομένου και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα.

(Υπ.) ……………………………….

Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο,

Πρωτοκολλητής

/ΞΠ

Subject: Civil / Other Actions / Interim

Αναφορά: Αίτηση για εξαίρεση Δικαστή

cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο