Legislator Case Law & Legislation
Αρ. Αίτησης: 404/2009 ECLI:CY:DEDLEF:2016:17 AI generated

Court dismissed sex discrimination claim where employer's stated reason was not based on sex but on genuine operational needs.

Case Number Αρ. Αίτησης: 404/2009
Court / Authority
Jurisdiction Cyprus (CY)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Court of Appeal dismissed the applicant's claim for sex discrimination, ruling that the employer's stated reason for dismissal was based on genuine operational requirements rather than sex. The applicant argued the dismissal was discriminatory, but the court found the employer's explanation was not motivated by sex. Consequently, the court held that the burden of proof shifted to the employer, who successfully demonstrated the reason was unrelated to gender.

Legislator headnote

AI generated

Ν. 205(I)/2002; Ν. 8/1967: Where an employer provides a non-sex-based reason for dismissal, the burden shifts to the employer to prove the reason is genuine and not a pretext for discrimination.

Keywords

AI generated
sex discrimination burden of proof operational requirements prima facie case employment law Cypriot law dismissal reason

Cited Legislation

AI generated
Ν. 205(I)/2002
Ν. 205(I)/2002 - Ο περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμος του 2002
Ν. 8/1967
Ν. 8/1967 - Ο περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμος του 1967

Cited Case Law

AI generated
Evangelou & Another v Ambizas and Another (1982) 1 CLR 41
Philippos v Odysseos (1989) 1 CLR 1
Hrakleous Elizabeth v Penou Pitrou (1994) 1 AAD 239
Igen Ltd v Wong
[33] Βλέπε παραγρ 19 της απόφασης Igen Ltd v Wong «: «Although there are two stages in the tribunal´s decision making process, tribunals should not divide hearings into two parts to correspond to those stages.»
Madarassy v Normura International plc [2007] IRLR 246
ECLI:CY:DEDLEF:2016:17
Court dismissed sex discrimination claim where employer's stated reason was not based on sex but on genuine operational needs.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Κυπριακή νομολογία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:

EVANGELOU & ANOTHER ν. AMBIZAS AND ANOTHER (1982) 1 CLR 41

PHILIPPOU ν. ODYSSEOS (1989) 1 CLR 1

Hρακλέους Eλισάβετ ν. Pένου Πίτρου (1994) 1 ΑΑΔ 239

Αγγλική νομολογία που περιλαμβάνεται στο bailii.org στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:

[2005] 3 All ER 812

[2007] EWCA Civ 33

[2009] EWCA Civ 1202

[2009] IRLR 19

Κυπριακή νομοθεσία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:

Ν. 205(I)/2002 - Ο περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμος του 2002

Ν. 8/1967 - Ο περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμος του 1967

ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:

ECLI:CY:DEDLEF:2016:17

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΠΑΦΟΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή

A. Θεοδούλου )

Ν. Άσσος ) Μελών

Αρ. Αίτησης: 404/2009

Μεταξύ:

Ανθή Φυλακτού

Αιτήτρια

και

Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας από τη Λευκωσία

Αλέξανδρου Νικολαΐδη από την Πάφο

Γεώργιου Γεωργίου από τη Λευκωσία

Καθ’ ων η Αίτηση

Και τροποποιηθείς δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ.03/04/2015

Ανθή Φυλακτού

Αιτήτρια

και

Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας από τη Λευκωσία

Ηλέκτρα Νικολαίδου, από την Έμπα Πάφου ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Αλέξανδρου Νικολαΐδη τέως από την Έμπα Πάφου, δυνάμει διατάγματος διαχείρισης ημερ.05/01/2015 στην Αίτηση Διαχ.320/14 Ε.Δ.Πάφου

Γεώργιου Γεωργίου από τη Λευκωσία

Καθ’ ων η Αίτηση

Ημερομηνία: 22 Απριλίου, 2016

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Αιτήτρια: κα Κορακίδου για ARISTI KORAKIDOU-MAKRIDOU LLC

Για Καθ’ ης η Αίτηση 1: κα Κόκκινου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

Για Καθ’ ου η Αίτηση 2:κα Πολυκάρπου για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Για Καθ’ ου η Αίτηση 3: καμία εμφάνιση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Η Αιτήτρια είναι εργοδοτούμενη της Κυπριακής Δημοκρατίας-Καθ’ ης η Αίτηση 1 στην παρούσα Αίτηση.

Η Αιτήτρια κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα Αίτηση χρόνο ήταν και είναι Επιθεωρήτρια Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών και εργαζόταν και εργάζεται στα Επαρχιακά Γραφεία του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών Πάφου και πιο συγκεκριμένα στο Γραφείο που είναι στην πόλη της Πάφου. Το Τμήμα Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών υπάγεται στο Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τα καθήκοντα ενός Επιθεωρητή Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών είναι τα ακόλουθα:

α) να περιπολεί τις ακτές, τη θάλασσα, τα αλιευτικά καταφύγια και τους υδατοφράκτες, να ερευνά αλιευτικά σκάφη όλων των τύπων, οικήματα, οχήματα και πρόσωπα στα πλαίσια της εφαρμογής της σχετικής με τις αρμοδιότητες του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών νομοθεσίας και να αναλαμβάνει οποιαδήποτε άλλη σχετική εργασία,

β) να εκτελεί σύμφωνα με οδηγίες ή/και βάσει προγράμματος, τεχνική εργασία στην ξηρά και στη θάλασσα σε τομείς οι οποίοι σχετίζονται με τις αρμοδιότητες του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών, όπως αλιευτικές εφαρμογές, ωκεανογραφικές και βιολογικές έρευνες, ιχθυοκαλλιέργεια, ελλιμενισμοί,

γ) να εκτελεί οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα του ανατεθούν.

Για την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων είναι απαραίτητη και η εκτέλεση γραφειακής εργασίας (όπως καταγγελίες για παράνομη αλιεία, καταγραφή σκαφών σε λιμενικούς χώρους, έκδοση αδειών αλιείας, καταχώρηση δηλώσεων παραγωγής κ.τ.λ.).

Η Καθ’ ης η Αίτηση 2 ενάγεται υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Αλέξανδρου Νικολαΐδη.

Ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης και ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα Αίτηση ήταν εργοδοτούμενοι της Καθ’ ης η Αίτηση 1 και προϊστάμενοι της Αιτήτριας. Ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης ήταν Ανώτερος Επιθεωρητής Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών στο Τμήμα Αλιείας και μέχρι την 01/02/2009 ο υπεύθυνος των Επαρχιακών Γραφείων του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών Πάφου. Ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 ήταν ο διευθυντής του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών και ο αρμόδιος προϊστάμενος του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών και η έδρα του ήταν στη Λευκωσία.

Κατά τον ουσιώδη χρόνο στο Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Αλιείας στην Πάφο εκτός από την Αιτήτρια και τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη εργάζονταν ακόμα δύο άλλοι Επιθεωρητές Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών και ένας ναύτης, οι οποίοι ήταν άνδρες. Στα Επαρχιακά Γραφεία του Τμήματος Αλιείας Πάφου υπαγόταν και το Γραφείο του Τμήματος Αλιείας στο Λατσί, στο οποίο εργάζονταν δύο Επιθεωρητές Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών οι οποίοι ήταν άνδρες.

Μέχρι τον Νοέμβριο του 2006 η Αιτήτρια, ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης και οι άλλοι δύο Επιθεωρητές Αλιείας στο Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Αλιείας στην Πάφο στεγάζονταν σε ένα γραφείο στο λιμάνι της Πάφου. Στο εν λόγω γραφείο μόνο ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης είχε το δικό του γραφείο και για να πάει κάποιος στην κουζίνα ή στην τουαλέτα έπρεπε να περάσει από το γραφείο του Αλέξανδρου Νικολαΐδη.

Από τον Νοέμβριο του 2006, το Επαρχιακό Γραφείο στην Πάφο απέκτησε ακόμα ένα γραφείο. Στο νέο γραφείο είχε ο κάθε εργαζόμενος το γραφείο του. Τόσο το παλιό γραφείο στο λιμάνι όσο και το νέο γραφείο διέθεταν μόνο μία τουαλέτα για όλους. Στο νέο γραφείο μεταφέρθηκε όλο το αρχειακό υλικό και στο παλιό γραφείο δεν μπορούσε να διεξαχθεί οποιαδήποτε γραφειακή εργασία.

Στις 30/01/2007 η Αιτήτρια απέστειλε γραπτή επιστολή στον Καθ’ ου η Αίτηση 3 (Τεκμήριο 2), το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιο:

«30 Ιανουαρίου, 2007

Πάφος

Προς Διευθυντή

Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών

Θέμα: Σεξουαλική παρενόχληση από τον υπεύθυνο

του Επαρχιακού Γραφείου Πάφου

Σε συνέχεια της προφορικής μου καταγγελίας στα κεντρικά γραφεία του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών στην Λευκωσία τον Μάιο, 2006 αναγκάζομαι να προβώ σε γραπτή πλέον καταγγελία λόγω του ότι η κατάσταση στο Επαρχιακό Γραφείο Πάφου έχει ξεφύγει από τον έλεγχο.

Εγώ η Ανθή Φυλακτού, επιθεωρήτρια Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών στο Επαρχιακό Γραφείο Πάφου καταγγέλλω τον υπεύθυνο του Επαρχιακού Γραφείου Πάφου κον Αλέκο Νικολαίδη για σωματική σεξουαλική παρενόχληση, για απρεπή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα, για διασυρμό του ονόματος και της ηθικής μου και για άσκηση ψυχολογικής βίας όπως επίσης και παρεμπόδιση της άσκησης των καθηκόντων μου.

Για τα πιο πάνω υπάρχει συγκεκριμένος μάρτυρας ο οποίος βεβαιώνει ότι καταθέτει τα εν λόγω και στο Δικαστήριο.

Παρακαλώ όπως διερευνήσετε την καταγγελία και μου απαντήσετε το συντομότερο ώστε να μπορέσω να προβώ σε ποινική δίωξη.

Με σεβασμό

Φυλακτού Ανθή

Επιθεωρήτρια Τμήματος Αλιείας και θαλασσίων Ερευνών

Επαρχιακού Γραφείου Πάφου»

Ως αποτέλεσμα τούτης ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εργασίας και Φυσικών Πόρων διόρισε ερευνώντα λειτουργό για σκοπούς διεξαγωγής έρευνας. Ο ερευνών λειτουργός προέβη σε λήψη καταθέσεων και στη συνέχεια ετοίμασε σχετική έκθεση ημερομηνίας 20/04/2007. Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου υπέβαλε στις 06/08/2007 την έκθεση του ερευνώντα λειτουργού ως και κατηγορητήριο προς την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ).

Η ΕΔΥ στις 29/08/2007 αποφάσισε να προχωρήσει σε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη. Ο τελευταίος κλήθηκε και δεν παραδέχθηκε ενοχή. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση κλήθηκαν και κατέθεσαν μάρτυρες, μεταξύ των οποίων ήταν και η Αιτήτρια, ο ερευνών λειτουργός, ο Καθ’ ου η Αίτηση 3, ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης και άλλοι εργοδοτούμενοι στα Επαρχιακά Γραφεία του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών στην Πάφο.

Στις 29/10/2008 η ΕΔΥ με απόφαση της έκρινε τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη ένοχο, μεταξύ άλλων, σε κατηγορίες που αφορούσαν «ενέργεια ή τρόπο που ισοδυναμεί με παράβαση οποιουδήποτε από τα καθήκοντα ή τις υποχρεώσεις δημοσίου υπαλλήλου» κατά παράβαση των άρθρων 73 (1) (β) και 73 (2) των Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως 2006 και των άρθρων 2 και 12 (1) του Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμο (Ν.205(Ι)/2002).

Την 01/12/2008 η ΕΔΥ αναφέροντας ότι ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης σε ημερομηνίες μεταξύ Ιανουαρίου του 2006 και Μαΐου 2006 συμπεριφέρθηκε απρεπώς στην Αιτήτρια εν ώρα εργασίας, παρενοχλώντας την σεξουαλικά κατά παράβαση των προνοιών του Ν.205(Ι)/2002 και ότι ενώ το Τμήμα Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών εμπιστεύθηκε στον Αλέξανδρο Νικολαΐδη ένα υπεύθυνο πόστο, αυτός «φάνηκε κατώτερος των περιστάσεων και από θεματοφύλακας της τήρησης των νόμων και κανονισμών που διέπουν τη Δημόσια Υπηρεσία, κατέστη ο ίδιος πηγή ανωμαλίας και παρανομίας», αφού εκμεταλλευόμενος τη θέση του παρενόχλησε την Αιτήτρια προσβάλλοντάς την και δημιουργώντας στο εργασιακό περιβάλλον του Επαρχιακού Γραφείου του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών Πάφου ένα άσχημο κλίμα που είχε επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία του εν λόγω γραφείου, επέβαλε στον Αιτητή την ποινή της πειθαρχικής μετάθεσης από το Επαρχιακό Γραφείο Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών Πάφου στο Επαρχιακό Γραφείο Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών Λεμεσού από τις 02/01/2009 για τρία χρόνια και την ποινή της αυστηρής επίπληξης (βλέπε Τεκμήρια 3, 4, 5, 6, 7 και 48).

Η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα Αίτηση στις 21/10/2009. Στους γενικούς λόγους της Αίτησης ισχυρίζεται ότι από τις αρχές του 2006 μέχρι τον Μάιο του 2006 ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης την παρενοχλούσε σεξουαλικά. Ότι επειδή ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης παρόλες τις υποδείξεις της δεν σταματούσε να την παρενοχλεί σεξουαλικά, τον Μάιο του 2006, τον κατάγγειλε στον Καθ’ ου η Αίτηση 3.

Είναι η θέση της ότι μετά από αυτό ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης, με τη συμπαράσταση των άλλων συναδέλφων της στο Επαρχιακό Γραφείο Πάφου (τους οποίους αξιολογούσε ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης), με άμεσους και έμμεσους τρόπους την πολεμούσε με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί δυσμενής γι’ αυτήν εργασιακή κατάσταση.

Ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 δεν έπραξε οτιδήποτε για να την προστατεύσει ή για να διορθωθεί η απαράδεκτη κατάσταση που δημιουργήθηκε στο χώρο εργασίας της. Ότι λόγω των απαράδεκτων συνθηκών που επικρατούσαν στον εργασιακό της χώρο υπέβαλε τη γραπτή καταγγελία προς τον Καθ’ ου η Αίτηση 3 εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη.

Ότι μετά από αυτή την καταγγελία ο πόλεμος εναντίον της εντάθηκε και ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 την προέτρεψε να αποσύρει την καταγγελία της. Ότι μετά τη γραπτή καταγγελία της μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, αντιμετώπιζε προβλήματα στον εργασιακό χώρο και δυσμενή αντιμετώπιση. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το περιεχόμενο της παραγράφου 27 των γενικών λόγων της Αίτησης στο οποίο παρατίθενται οι πράξεις και/ή παραλείψεις του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 3 οι οποίες παραβίαζαν τον Ν.205(Ι)/2002:

«Α. παράβαση του νόμου περί ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην απασχόληση και στην επαγγελματική εκπαίδευση.

Β. απέκλεισαν την αιτήτρια από επιμορφωτικά σεμινάρια.

Γ. απέκλεισαν την αιτήτρια από υπερωριακή εργασία.

Δ. απέκλεισαν την αιτήτρια από εργασία, ελλιμενισμό σκαφών στα αλιευτικά καταφύγια.

Ε. παρέλειψαν να παράσχουν στην αιτήτρια προστασία από εκδικητικές ενέργειες ως θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης.

Ζ. προέβηκαν σε βλαπτική μεταβολή των συνθηκών απασχόλησης της αιτήτριας η οποία προέβη σε καταγγελία και διαμαρτυρία με σκοπό να κάνει σεβαστή την αρχή της ίσης μεταχείρισης στον εργασιακό χώρο.

Η. παρέλειψαν να λάβουν αποφασιστικά μέτρα για την αποτροπή της σεξουαλικής παρενόχλησης της αιτήτριας, της παρενόχλησης της στο χώρο της εργασίας της.

Θ. παρέλειψαν να λάβουν τις δέουσες ενέργειες για τερματισμό της διακριτικής συμπεριφοράς εις βάρος της αιτήτριας.

Ι. παρέλειψαν να παρέχουν στην αιτήτρια ήρεμη απόλαυση του δικαιώματος εργασίας μακριά από οποιαδήποτε σωματική, λεκτική ή άλλη παρενόχληση.

Κ. παρέλειψαν να λάβουν μέτρα για αποφυγή ή επανόρθωση και μη επανάληψη της παρενόχλησης της αιτήτριας στο χώρο εργασίας της.

Λ. παρέλειψαν να παράσχουν προστασία στην αιτήτρια από εκδικητικές ενέργειες εναντίον της και των μαρτύρων της.

Μ. παρέλειψαν να παράσχουν εργασιακό περιβάλλον σεβασμού, της αξιοπρέπειας, της προσωπικότητας και της σωματικής ακεραιότητας της αιτήτριας.

Ν. παρέλειψαν να δημιουργήσουν και εφαρμόσουν ένα σύστημα εκπαίδευσης και επιμόρφωσης του προσωπικού σε σχέση με τη σεξουαλική παρενόχληση τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις αναφορικά μ’ αυτή.

Ξ. παρέλειψαν ν’ αποτρέψουν συμπεριφορές που με βάση τη διαφορά στο φύλο θίγει την αξιοπρέπεια του εργαζομένου και συντηρεί στον εργασιακό χώρο ανεπιθύμητη σχέση εξουσιασμού και εξάρτησης.

Ο. παρέλειψαν να λάβουν μέτρα, να προβούν σε ενέργειες ώστε να διασφαλίσουν ότι εφαρμόζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης και της ισότητας των ευκαιριών στην εργασία.

Π. παρέλειψαν να εισάξουν κώδικα συμπεριφοράς για αποτροπή των πράξεων που συνιστούν παρενόχληση ή άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της αποκρούσεως και καταγγελίας της παρενόχλησης και της σεξουαλικής παρενόχλησης.

Ρ. παρέλειψαν να προωθήσουν την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών στον τόπο εργασίας κατά τρόπο οργανωμένο και συστηματικό.

Σ. Ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης παρενοχλούσε σεξουαλικά την αιτήτρια με απαράδεκτες συμπεριφορές μη αποδεκτές από την αιτήτρια ως ανωτέρω αναφέρονται. Η αιτήτρια στη διάρκεια των ετών 2006-2009 συμπεριλαμβανομένων λόγω της συμπεριφοράς των καθ ων η αίτηση λόγω του άγχους που της προκάλεσαν οι παράνομες ενέργειες και παραλείψεις των καθ ων η αίτηση ανέπτυξε προβλήματα υγείας ήτοι μυοσκελετικά προβλήματα στο σβέρκο, ρευματοειδή αρθρίτιδα και δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει εκ νέου αναγκαζόμενη να υποβληθεί σε εξωσωματική θεραπεία για γονιμοποίηση που μέχρι σήμερα δεν ευοδόθηκε. Η αιτήτρια λόγω του άγχους της και της ψυχολογικής κατάστασης που βίωνε δεν μπορούσε να φροντίσει ως μητέρα το ανήλικο τέκνο της του οποίου τη φροντίδα ανέλαβε ο σύζυγος της.

Ένεκα της μιας τουαλέτας που υπήρχε στο χώρο εργασίας της αιτήτριας η αιτήτρια πολλές φορές υπέστη μόλυνση και έκλεισαν οι σάλπιγγες της και ταλαιπωρήθηκε στους γιατρούς και υπέστη έξοδα. Μετά τη πειθαρχική καταδίκη του Αλέξανδρου Νικολαΐδη ο καθ ου η αίτηση 3 απειλούσε την αιτήτρια ότι θα τη μεταθέσει στη Λευκωσία αν δεν συνεργάζεται με τα άτομα που κατέθεσαν εναντίον της στην πειθαρχική υπόθεση εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη.

Τ. Από το Νοέμβριο του 2006 που το αρχειακό υλικό μεταφέρθηκε στο νέο γραφείο δεν μπορούσε να διεξαχθεί οιαδήποτε γραφειακή εργασία στο παλιό γραφείο.

Η αιτήτρια βρισκόταν μόνη στο νέο γραφείο και επομένως εκτελούσε και όλη τη γραφειακή δουλειά.

Η αιτήτρια αναγκάστηκε την 26/6/09 να απευθύνει επιστολή προς τον υπεύθυνο Τομέα Ελέγχου ζητώντας καθορισμό καταμερισμού εργασίας στο Επαρχιακό Γραφείο της Πάφου η οποία απαντήθηκε την 18/9/09.»

Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι συνεπεία των πιο πάνω παράνομων πράξεων και παραλείψεων των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 3 και του Αλέξανδρου Νικολαΐδη ταλαιπωρήθηκε και υπέφερε ψυχικά και σωματικά επηρεάστηκε η οικογενειακή και προσωπική της ζωή και υπέστη υλική και ηθική ζημιά. Ως εκ τούτου αξιώνει εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως:

«α) €40.000 δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για ηθική και σωματική βλάβη που υπέστη η αιτήτρια και προκάλεσαν οι καθ’ ων η αίτηση με τις πράξεις και παραλείψεις τους ως ανωτέρω αναφέρεται.

β) €10.000 ειδικές ζημιές, ιατρικά έξοδα, φαρμακευτική αγωγή και μεταφορικά.

γ) Νόμιμο τόκο επί των αποζημιώσεων από την ημερομηνία παραβάσεων εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση του Νόμου Περί Ίσης Μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στον τόπο της εργασίας μέχρι εξόφλησης της αποζημίωσης.

δ) Τα έξοδα.»

Η Καθ’ ης η Αίτηση 1 καταχώρησε Έγγραφο Εμφάνισης με το οποίο απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις και εγείρει δύο προδικαστικές ενστάσεις ότι (α) το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.») στερείται αρμοδιότητας να εκδικάσει την Αίτηση καθ’ ότι δεν υπάρχει εργατική διαφορά και (β) η Αίτηση είναι εκπρόθεσμη.

Με επιφύλαξη των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε μεταξύ Ιανουαρίου 2003 και Μαΐου 2006 έγινε δέκτης οποιουδήποτε παραπόνου για τη συμπεριφορά του Αλέξανδρου Νικολαΐδη. Αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας σε σχέση με τη συμπεριφορά του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και είναι η θέση της ότι η Αιτήτρια με την εν γένει συμπεριφορά της προκαλούσε και/ή ανεχόταν και/ή με τη θέλησή της υπέβαλε τον εαυτό της στην κατάσταση που αναφέρει στους γενικούς λόγους της Αίτησης.

Ότι η Αιτήτρια αμέλησε και/ή παρέλειψε να ενημερώσει έγκαιρα τον εργοδότη της για τα κατ’ ισχυρισμό προβλήματα που αντιμετώπιζε στον χώρο εργασίας της, ώστε να ληφθούν διορθωτικά και προστατευτικά μέτρα και ότι αμέσως μετά την πληροφόρηση των κατ’ ισχυρισμών προβλημάτων της Αιτήτριας προέβηκε σε όλες τις δέουσες ενέργειες για διερεύνηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας.

Ότι αμέσως μετά την πληροφόρηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών της Αιτήτριας προέβηκε σε όλες τις νόμιμες και ενδεδειγμένες ενέργειες για διερεύνηση των ισχυρισμών της με τον διορισμό ερευνώντα λειτουργού. Ισχυρίζεται ότι τα κατ’ ισχυρισμό προβλήματα υγείας της Αιτήτριας οφείλονται σε άλλες αιτίες και όχι σε ζημιά που της προκλήθηκε κατά την εξάσκηση των εργασιακών καθηκόντων της.

Ως εκ τούτου ζητά την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας.

Η Καθ’ ης η Αίτηση 2 με τους γενικούς λόγους της Έγγραφου Εμφάνισής της εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η Αιτήτρια καταχώρησε την Αίτηση εκπρόθεσμα και πιο συγκεκριμένα εκτός του χρονικού περιθωρίου που θέτει ο Περί Ετησίων Αδειών Μετ’ Απολαβών Νόμος (Ν.8/67). Απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις της Αιτήτριας και ισχυρίζεται ότι ο λόγος που καταγγέλθηκε ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης και καταχωρήθηκε εναντίον του πειθαρχική υπόθεση ενώπιον της ΕΔΥ ήταν τα αλλότρια κίνητρα της Αιτήτριας να προαχθεί εγγύτερα απ’ ότι αναμένετο σύμφωνα με τα χρόνια υπηρεσίας της και η ψυχωτική συμπεριφορά της Αιτήτριας έναντι όσων επόπτευαν και έκριναν λόγω της θέσης εργασίας τους την εργασία της. Ως εκ τούτου, αιτείται απόρριψη της Αίτησης με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας.

Ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 δεν καταχώρησε έγγραφο εμφάνιση και δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία.

Μαρτυρία

Η Αιτήτρια καταθέτοντας ανέφερε ότι είναι έγγαμη από το 2002 και μητέρα ενός κοριτσιού το οποίο γεννήθηκε το 2003. Ισχυρίστηκε ότι από το 2004 μέχρι και το τέλος του 2005 είχε εποικοδομητική συνεργασία με τον προϊστάμενό της Αλέξανδρο Νικολαΐδη. Από τις αρχές του 2006 μέχρι τον Μάιο του 2006 ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης άρχισε να την παρενοχλεί σεξουαλικά με λόγια και πράξεις.

Πιο συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια των περιπολίων που διενεργούσε με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο κατά τη διεξαγωγή της εργασίας της μαζί με τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη καθόλη τη διαδρομή αυτός τοποθετούσε το χέρι του γύρω από τους ώμους της και χάιδευε τα μαλλιά της. Την φλέρταρε κατά την εργασία της τόσο στο γραφείo όσο και έξω από το γραφείο.

Πήγαινε στο γραφείο της είτε για να στείλει φαξ είτε για να της υπαγορεύσει να γράψει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή είτε για επίσκεψη και καθόταν ανοίγοντας τα πόδια του προτάσσοντας τα γεννητικά όργανά του ή εμφάνιζε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή ημίγυμνες κοπέλες κάνοντας ανήθικα σχόλια και της ανέφερε τις προσωπικές και εξωσυζυγικές επιδόσεις των άλλων δύο Επιθεωρητών Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών στο Επαρχιακό Γραφείο στην Πάφο.

Ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης κανόνιζε το πρόγραμμα περιπολιών ώστε να πηγαίνει μαζί της όταν αυτή πήγαινε περιπολία και να μείνει μαζί της στο γραφείο όταν αυτή έμενε στο γραφείο. Παρά το ότι του υπέδειξε πολλές φορές ότι αυτές οι συμπεριφορές του την ενοχλούσαν και ότι έπρεπε να τις σταματήσει, ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης δεν σταμάτησε.

Γι’ αυτό τον λόγο στις 30/05/2006 κατήγγειλε προφορικά τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη στον Καθ’ ου η Αίτηση 3 στη Λευκωσία.

Υποστήριξε ότι μετά από αυτή την καταγγελία της ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης με τη «συμπαράσταση» των υπόλοιπων συναδέλφων της στο γραφείο άρχισε να την πολεμά ανελέητα. Ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης ήταν αυτός που αξιολογούσε τους άλλους συναδέλφους της στο γραφείο. Ήταν η θέση της ότι ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης (1) μιλούσε δυνατά στο τηλέφωνό του ώστε να τον ακούει αυτή και την αποκαλούσε «ανώμαλη», (2) έλεγε στους ψαράδες ότι είναι «ανώμαλη», (3) δεν της ανέθετε εργασία να διεκπεραιώσει, (4) την απέκλειε από την εργασία της, (5) ενώ επικοινωνούσε με αυτήν με χειρόγραφες σημειώσεις (βλέπε Τεκμήριο 32) την κατηγορούσε στον Καθ’ ου η Αίτηση 3 και τον υπεύθυνο του τομέα της, ότι δεν εργάζεται και ότι επικοινωνεί μαζί του με σημειώματα και (6) την απειλούσε ότι θα ενεργήσει ώστε να μετατεθεί στο Λατσί.

Περαιτέρω, ότι ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης καθόριζε το πρόγραμμα περιπολιών και τέσσερις φορές (15/06/2006, 19/09/2006, 25/09/2006 και 28/09/2006) την όρισε να τον συνοδεύσει σε περιπολίες με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να τηλεφωνήσει στη Λευκωσία με σκοπό να μην εγκριθεί το πρόγραμμα. Ακόμη, ότι ένας συνάδελφός της, Επιθεωρητής και αυτός στο Επαρχιακό Γραφείο Πάφου, ζήτησε τη μετάθεσή της.

Υποστήριξε ότι, τόσο ο Καθ’ ου η Αίτηση 3, όσο και ο υπεύθυνος του τομέα της γνώριζαν την πιο πάνω κατάσταση αφού ενημερώνονταν από αυτήν αλλά δεν προέβηκαν σε οποιεσδήποτε ενέργειες. Κάτω από την πίεση των πιο πάνω συνθηκών που επικρατούσαν στον εργασιακό της χώρο, στις 30/01/2007 προέβηκε σε γραπτή καταγγελία εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη (Τεκμήριο 2).

Ήταν ο ισχυρισμός της ότι οι τρεις συνάδελφοί της, οι δύο Επιθεωρητές και ο ένας ναύτης, που εργάζονταν στο Επαρχιακό Γραφείο στην Πάφο, συνασπίστηκαν με τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη (ο οποίος ήταν προϊστάμενός τους) και εν ώρα εργασίας την κατηγορούσαν και συσκέπτονταν μεγαλοφώνως για την εξόντωσή της.

Στις 28/02/2007 ενώ απουσίαζε από την εργασία της με άδεια του γιατρού ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 της τηλεφώνησε και της ανέφερε ότι έπρεπε να προσέλθει στο γραφείο της Πάφου. Όταν πήγε εκεί ο Καθ’ ου η Αίτηση 3, στην παρουσία του Αλέξανδρου Νικολαΐδη, την προέτρεψε να αποσύρει την καταγγελία της. Αυτή αρνήθηκε και της έδωσε διορία να το ξανασκεφτεί μέχρι τις 05/03/2007.

Στις 05/03/2007 απέστειλε επιστολή στην Επίτροπο Διοικήσεως (Τεκμήριο 8) με την οποία πληροφορούσε την Επίτροπο, με λεπτομέρειες, για τη σεξουαλική παρενόχληση που υπέστηκε και της παρενόχλησης που υφίσταται και του ψυχολογικού πολέμου που της γίνεται μετά την προφορική καταγγελία της στον Καθ’ ου η Αίτηση 3 εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και στη συνέχεια την υποβολή της γραπτής καταγγελίας της.

Επίσης σημείωνε ότι στις 28/02/2007 ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 την κάλεσε στο γραφείο του Αλέξανδρου Νικολαΐδη, όπου στην παρουσία του Αλέξανδρου Νικολαΐδη λέγοντάς της ότι ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης είναι εξαίρετος υπάλληλος, της ζήτησε να αποσύρει την καταγγελία της. Ότι όταν του ανέφερε ότι στις 12/02/2007 ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης μαζί με τους άλλους συναδέλφους της στο γραφείο συζητούσαν την καταγγελία της και έλεγαν ότι θα πουν ότι είναι ανώμαλη και ότι θα ζητήσουν από αυτόν που ξέρει τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη να τηλεφωνήσει στον Υπουργό για να τη «διώξει», της απάντησε ότι σε ένα γραφείο με άνδρες πάντα θα υπάρχουν κουτσομπολιά.

Ότι στη συνέχεια ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 τη ρώτησε αν ξέρει τι είναι σεξουαλική παρενόχληση και όταν του απάντησε ότι ξέρει και ότι ρώτησε τον δικηγόρο της, της είπε ότι μεταξύ συναδέλφων πάνω στη συζήτηση μπορεί να ακουμπήσει ο ένας τον άλλον. Ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 επέμενε να αποσύρει την καταγγελία της λέγοντάς της ότι έκανε την καταγγελία της από ανασφάλεια και της έδωσε τη διορία μέχρι τις 05/03/2007 να τα βρει με τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη για να μην εκτεθούν αυτοί και οι οικογένειές τους.

Στις 06/03/2007 οι συνάδελφοί της (οι άλλοι δύο Επιθεωρητές στο Επαρχιακό Γραφείο στην Πάφο και ο ναύτης) υπέβαλαν αίτημα να μην περιπολούν μαζί της. Το εν λόγω αίτημά τους απορρίφθηκε από τη Διεύθυνση του Τμήματος Αλιείας με επιστολή του υπεύθυνου του τομέα ημερομηνίας 22/03/2007 (Τεκμήριο 17). Εν τω μεταξύ διορίστηκε ερευνών λειτουργός για τη διερεύνηση της γραπτής καταγγελίας της δυνάμει του Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου. Στις 20/03/2007 η δικηγόρος της απέστειλε επιστολή στην ΕΔΥ (Τεκμήριο 3) παρατηρώντας ότι ο ερευνών λειτουργός διαμένει στην ίδια περιοχή με τους συναδέλφους της (της Αιτήτριας) και ότι δεν έγινε καμιά ενέργεια σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.205(Ι)/2002 είτε μετά την προφορική καταγγελία (της Αιτήτριας) είτε μετά τη γραπτή καταγγελία (της Αιτήτριας). Περαιτέρω, η δικηγόρος της ρωτούσε κατά πόσον ο ερευνών λειτουργός παρακολούθησε εκπαιδευτικά σεμινάρια σε σχέση με τη σεξουαλική παρενόχληση ως απαιτεί ο Ν.205(Ι)/2002και ζήτησε όπως η ΕΔΥ ενεργήσει ώστε να τηρηθούν οι διαδικασίες για αμερόληπτη και αντικειμενική διερεύνηση της καταγγελίας (της Αιτήτριας).

Στις 27/03/2007 έδωσε κατάθεση στον ερευνώντα λειτουργό (Τεκμήριο 4) στην οποία ανέφερε τις λεπτομέρειες της σεξουαλικής παρενόχλησης που υπέστηκε και του πολέμου που της γινόταν αρχικά μετά την προφορική καταγγελία της και στη συνέχεια μετά την υποβολή της γραπτής καταγγελίας της.

Στις 27/08/2007 απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 9) στον Πρόεδρο της ΕΔΥ όπου σημείωσε ότι εν’ αναμονή του πορίσματος του Γενικού Εισαγγελέα αναφορικά με την καταγγελία της εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη για σεξουαλική παρενόχληση, η κατάσταση στο γραφείο που εργάζεται είχε ξεφύγει εκτός ελέγχου και κατάγγελλε ότι:

(α) αυτή και ο μάρτυράς της (ένας Επιθεωρητής της Αλιείας που εργάζεται στο γραφείο στο Λατσί) υφίστανται ψυχολογικό πόλεμο από τον προϊστάμενό τους Αλέξανδρο Νικολαΐδη ο οποίος τους απειλεί ότι μετά την αθώωσή του θα «τους κανονίσει»,

(β) αυτή υφίσταται «εργασιακή απομόνωση» από τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη με σκοπό όχι μόνο την ψυχολογική βία αλλά και τη μελλοντική της αξιολόγηση, αφού (1) δεν ενημερώνεται για τα προγράμματα των περιπολιών με το σκάφος παρά μόνο από τον καπετάνιο ή τον μηχανικό του σκάφους, (2) δεν συμμετέχει στα προγράμματα του γραφείου, (3) εσκεμμένα δεν της ανατίθεται εργασία, (4) δεν ενημερώνεται για θέματα που αφορούν τις δραστηριότητες του γραφείου, (5) εργάζεται πάντοτε μόνη της και στα δύο γραφεία στην Πάφο, τη στιγμή που μόνο στο ένα από τα δύο γραφεία θα έπρεπε να εργάζεται ένας υπάλληλος,

(γ) επειδή ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης είναι ο προϊστάμενος όλων στο γραφείο της Πάφου, οι άλλοι δύο συνάδελφοί της αρνούνται να εργάζονται και να περιπολούν μαζί της (παρά το ότι σχετικό αίτημά τους προς τη Διεύθυνση του Τμήματος Αλιείας απορρίφθηκε από τον υπεύθυνο του τομέα) και ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης διαμορφώνει το πρόγραμμα εργασίας ώστε να μη συμμετέχει αυτή στις περιπολίες με το αυτοκίνητο και αν αυτό συμβαίνει να περιπολεί μόνη της,

(δ) δεν συμμετέχει στις υπερωρίες και στα έκτακτα περιστατικά ενώ άλλοι συνάδελφοί της πιο ψηλής κλίμακας από αυτήν εργάζονται υπερωριακά παρά το ότι είναι υπάλληλος χαμηλής μισθολογικής κλίμακας και σύμφωνα με τη σχετική εγκύκλιο του Τμήματος Αλιείας πρέπει να προτείνονται υπάλληλοι χαμηλής μισθολογικής κλίμακας και όχι υψηλόμισθοι για υπερωριακή εργασία.

Επιστολές με παρόμοιο περιεχόμενο απέστειλε προς τον Υπουργό Γεωργίας στις 27/08/2007 (Τεκμήριο 10) και την Επίτροπο Διοίκησης στις 30/08/2007 (Τεκμήριο 11). Στις 06/09/2007 απέστειλε νέα επιστολή στην ΕΔΥ στην οποία επισύναπτε στοιχεία αναφορικά με τον ψυχολογικό πόλεμο που υφίστατο (Τεκμήριο 12).

Ήταν η θέση της Αιτήτριας ότι από τις αρχές Ιουνίου 2007 αποφασίστηκε από τη Διεύθυνση στη Λευκωσία οι περιπολίες με το σκάφος να μην αναγράφονται στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας των Επαρχιακών Γραφείων και ότι ο υπεύθυνος του κάθε Επαρχιακού Γραφείου, σε συνεννόηση με τη Λευκωσία, θα αποφασίζει και θα ειδοποιεί τους υπαλλήλους. Όμως ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης δεν την ειδοποιούσε πότε θα πάει περιπολία με αποτέλεσμα στις 22/06/2007, 29/06/2007 και 29/08/2007 να μην τηρηθεί το πρόγραμμα περιπολιών. Ισχυρίστηκε ότι στις 03/08/2007, 16/11/2007 και 09/01/2008 οι συνάδελφοί της έφυγαν για περιπολία χωρίς να την πάρουν μαζί τους ενώ ήταν στο πρόγραμμα να πάει περιπολία μαζί τους. Υποστήριξε ότι οι συνάδελφοί της εκείνη την περίοδο ξεκινούσαν τις περιπολίες άλλοτε στις 7:30π.μ. άλλοτε 8:00π.μ. Όταν περιπολούσε μαζί τους αν πήγαινε 8:00π.μ. έφευγαν και την άφηναν. Οι άλλοι συνάδελφοί της έκαναν περιπολίες από τις 7:30π.μ. ενώ αυτή από τις 7:00π.μ., χωρίς την έγκριση της μισής ώρας υπερωρίας.

Στις 09/01/2008 απέστειλε επιστολή στον Καθ’ ου η Αίτηση 3 (Τεκμήριο 30), με το οποίο ζητούσε να της επιβεβαιωθεί το δικαίωμά της να προσέρχεται στον χώρο εργασίας της η ώρα 8:00π.μ. αντί 7:30π.μ. και δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στο γραφείο να της διευκρινιστεί αν οι προγραμματισμένες περιπολίες εμπίπτουν στις περιπολίες ρουτίνας ή αποτελούν έκτακτα περιστατικά κατά τα οποία το πιο πάνω δικαίωμά της αναιρείται. Στις 21/01/2008 ο υπεύθυνος του τομέα της απάντησε ότι βάσει της νομοθεσίας δικαιούται να προσέρχεται στον χώρο εργασίας της από τις 7:30π.μ. μέχρι τις 8:00π.μ. και να αποχωρεί από τις 2:30μ.μ. μέχρι τις 3:00μ.μ. και ότι όταν υπάρχει προγραμματισμένη εργασία πρέπει να τηρούνται αυστηρά οι ώρες που καθορίζονται στο πρόγραμμα (Τεκμήριο 31).

Σύμφωνα με την Αιτήτρια, από το ημερολόγιο του Επαρχιακού Γραφείου στην Πάφο (Τεκμήριο 34) προκύπτει ότι αυτή το 2007 εργάστηκε 120 μέρες μόνη της στο νέο γραφείο, 48 μέρες στο γραφείο στο λιμάνι, συμμετείχε σε 27 περιπολίες με το σκάφος και 19 με το αυτοκίνητο (14 από τις οποίες πήγε μόνη της) και της εγκρίθηκε μία υπερωρία (βλέπε Τεκμήριο 55).

Η ετήσια υπηρεσιακή έκθεση αξιολόγησής της για το 2007 έγινε, μεταξύ άλλων, από τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη. Με επιστολή της ημερομηνίας 07/03/2008 προς την ομάδα αξιολόγησης (Τεκμήριο 14) έφερε ένσταση στην εν λόγω αξιολόγησή της λόγω του ότι αυτή έγινε (α) με εμπάθεια και εκδικητικότητα λόγω της κατάστασης που επικρατεί στο γραφείο και σχετίζεται με την εξέταση της πειθαρχικής υπόθεσης εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη, η οποία υπόθεση άρχισε λόγω της γραπτής καταγγελίας της εναντίον του και (β) λαμβάνοντας υπόψη, σε σχέση με τη συνεργασία με συναδέλφους της και την απόδοση και το υπηρεσιακό της ενδιαφέρον της, τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την καταγγελία που υπέβαλε εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη (δηλαδή ότι αυτή εργάζεται καθημερινά μόνη της στο νέο γραφείο ενώ οι άλλοι υπάλληλοι στο άλλο γραφείο στο λιμάνι παρά το ότι όλο το έντυπο υλικό βρίσκεται στο νέο γραφείο και με βάση το πρόγραμμα μετά τις περιπολίες οι Επιθεωρητές πρέπει να επιστρέφουν στο νέο γραφείο, ότι με βάση τα προγράμματα εργασίας τα οποία ετοιμάζει ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης και εγκρίνονται από τη Διεύθυνση του Τμήματος, λαμβάνει μέρος σε ελάχιστες περιπολίες ως μέρος του σχεδίου του Αλέξανδρου Νικολαΐδη για εργασιακή απομόνωσή της, ότι αυτή εργάζεται χωρίς οδηγίες και χρονοδιαγράμματα και κάνει από μόνη της διάφορες εργασίες που απορρέουν από τα καθήκοντα της θέσης της).

Ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 στις 24/03/2008 με επιστολή του (Τεκμήριο 16) της απάντησε ότι η ένστασή της αναφορικά με την αξιολόγησή της για το 2007 δεν μπορεί να γίνει δεκτή από την ομάδα αξιολόγησης αφού δεν προέκυψε οποιοδήποτε νέο στοιχείο με την επιστολή ένστασής της το οποίο η ομάδα αξιολόγησης δεν είχε υπόψη της κατά τη διάρκεια της αξιολόγησής της.

Στις 28/03/2008 απέστειλε επιστολή στην Επίτροπο Διοίκησης (Τεκμήριο 13) στην οποία επισύναψε την πιο πάνω ένστασή της στην αξιολόγησή της για το έτος 2007 καθώς και την απάντηση του Καθ’ ου η Αίτηση 3 και σημείωνε ότι συνεχίζει να κακοποιείται ως υπάλληλος με τη συγκατάθεση και την ολιγωρία της Διεύθυνσης του Τμήματός της.

Στις 14/04/2008 η δικηγόρος της απέστειλε επιστολή στην ΕΔΥ (Τεκμήριο 18) με την οποία διαμαρτυρόταν για τη συμμετοχή του Αλέξανδρου Νικολαΐδη στην αξιολόγησή της (της Αιτήτριας) και για το γεγονός ότι ενώ απέστειλε στην ομάδα αξιολόγησης αιτιολογημένη αναφορά με αποδείξεις και έγγραφα για τους λόγους που η αξιολόγησή της δεν ήταν αντικειμενική και δίκαιη η ομάδα αξιολόγησης απέρριψε την ένστασή της.

Η ΕΔΥ στις 13/05/2008 με επιστολή της πληροφόρησε τη δικηγόρο της (Τεκμήριο 19) ότι αποφάσισε όπως η ετήσια υπηρεσιακή έκθεσή της για το έτος 2007 θεωρηθεί άκυρη.

Η Αιτήτρια προέβαλε τη θέση ότι ενώ αυτή και ο μάρτυράς της ήταν μέλη της επιτροπής των Επαρχιακών Γραφείων Πάφου για τους ελλιμενισμούς των σκαφών σε αλιευτικά καταφύγια (βλέπε Τεκμήρια 14 και 21), ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης τον Ιούλιο του 2008 όρισε ως νέα μέλη της εν λόγω τριμελούς επιτροπής, άλλους δύο Επιθεωρητές Αλιείας που εργάζονταν στα γραφεία της Πάφου και του Λατσιού (Τεκμήριο 25). Ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 και ο υπεύθυνος στον τομέα δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε έρευνα για το θέμα αυτό. Σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια στο Τεκμήριο 14 ανέφερε ότι το 2007 σε σχέση με τους ελλιμενισμούς εκτέλεσε όσες εργασίες μπορούσε από μόνη της και επειδή δεν της δόθηκε εντολή από τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη να επισκεφθεί τα καταφύγια και να καταγράψει τα υφιστάμενα σκάφη δεν μπορούσε να ολοκληρώσει τη διεκπεραίωση της εργασίας ελλιμενισμού. Περαιτέρω, ότι επειδή δεν έγινε συνεδρίαση της τριμελούς επιτροπής για καθορισμό των θέσεων των σκαφών χρειάστηκε να παρέμβει ο υπεύθυνος του τομέα για να δώσει οδηγίες ώστε να ολοκληρωθεί η εργασία του ελλιμενισμού.

Υποστήριξε ότι στις 19/02/2008 βάσει του προγράμματος εργασίας είχε περιπολία μαζί με ένα άλλο συνάδελφό της ο οποίος δεν ήρθε την ώρα που έπρεπε και έτσι αναγκάστηκε να εκτελέσει την περιπολία μόνη της. Ότι στις 30/03/2008, ημέρα Κυριακή, εργάστηκε υπερωριακά με συνάδελφό της εκτελώντας προγραμματισμένη περιπολία στο φράγμα του Ασπρόκρεμμου μεταξύ των ωρών 7:00π.μ. – 11:00π.μ. και ότι όταν τελείωσαν ο συνάδελφός της την άφησε στο λιμάνι και χωρίς να της αναφέρει οτιδήποτε ζήτησε έγκριση νέας υπερωρίας για να δουλέψει στο γραφείο στο λιμάνι για να καταγγείλει τους παράνομους ψαράδες. Ήταν η θέση της ότι οι καταγγελίες έπρεπε να γίνουν και από τους δύο τους και ότι παρά το ότι ενημέρωσε τον υπεύθυνο του τομέα γι’ αυτό το θέμα οι υπερωρίες του συναδέλφου της εγκρίθηκαν.

Ισχυρίστηκε ότι στις 13/05/2008, 21/05/2008, 28/05/2008, 29/05/2008 και 12/09/2008 ενώ σύμφωνα με το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας έπρεπε να εκτελέσει περιπολίες με συναδέλφους της, αυτή έμεινε στο γραφείο και οι περιπολίες έγιναν από άλλους συναδέλφους λόγω αλλαγής των προγραμμάτων περιπολίας επειδή οι συνάδελφοί της δεν ήθελαν να πάνε περιπολία μαζί της.

Ότι στις 19/06/2008 αυτή εργάστηκε στο νέο γραφείο και όλοι οι άλλοι συνάδελφοί της στο άλλο γραφείο στο λιμάνι. Προέβαλε τη θέση ότι ενώ ήταν αυτή που το 2004-2006 εκτέλεσε την εργασία που αφορούσε τις επιδοτήσεις των ψαράδων για εκσυγχρονισμό, αποκλείστηκε από την παρουσίαση που θα γινόταν το απόγευμα 3:00μ.μ.-6:00μ.μ. στις 19/06/2008 για ενημέρωση για τα σχετικά επιχειρησιακά προγράμματα που αφορούσαν τις επιδοτήσεις για εκσυγχρονισμό.

Ότι στις 20/06/2008 οι συνάδελφοί της όλοι εργάστηκαν στο γραφείο στο λιμάνι που δεν μπορεί να γίνει καμιά γραφειακή εργασία ενώ αυτή εργάστηκε μόνη της στο νέο γραφείο.

Στις 04/07/2008 έμεινε στο γραφείο ενώ συνάδελφός της που δεν εκτελούσε εργασίες που έχουν σχέση με ηλεκτρονικό υπολογιστή πήγε στη Λευκωσία για να λάβει μέρος σε επιμορφωτικά σεμινάρια που αφορούν τη δημιουργία λογισμικού προγράμματος κοινής βάσης δεδομένων για έκδοση αδειών αλιείας. Την εν λόγω εργασία μέχρι τον Ιούλιο του 2009 την εκτελούσε αυτή.

Στις 15/09/2008 αυτή και ακόμα ένας συνάδελφός της συμμετείχαν σε σεμινάριο για τη χρήση του νέου λογισμικού για έκδοση αδειών αλιείας και δηλώσεις παραγωγής των ψαράδων. Στις 30/10/2008 στο γραφείο της Πάφου έγινε πρακτική εκπαίδευση για το νέο λογισμικό πρόγραμμα της βάσης δεδομένων για τις αιτήσεις για έκδοση αδειών αλιείας και δηλώσεις παραγωγής όπου εκπαιδεύτηκαν αυτή μαζί με ένα άλλο συνάδελφό της.

Ισχυρίστηκε ότι το 2008 διεκπεραίωσε μόνη της όλες τις εργασίες που αφορούν τις αιτήσεις για άδειες, τις δηλώσεις παραγωγής και τις αιτήσεις ελλιμενισμού (Τεκμήρια 34, 36, 45 και 46). Σε κανένα άλλο Επαρχιακό Γραφείο δεν εκτελέστηκε αυτή η εργασία από ένα μόνο υπάλληλο. Από 01/12/2008-05/12/2008 εργάστηκε όλη την εβδομάδα στο γραφείο για να περαστούν οι αιτήσεις για άδειες και οι δηλώσεις παραγωγής με συνέπεια να «πονέσει το χέρι της» και να απουσιάσει από την εργασία της από τις 08/12/2008-18/12/2008 με άδεια ασθενείας που της χορηγήθηκε από την ορθοπεδικό ιατρό Δρ.

Νικάνδρου (Τεκμήριο 38). Όταν επέστρεψε έπρεπε να διεκπεραιώσει την εργασία που έμεινε επειδή ο άλλος συνάδελφός της που γνώριζε το πρόγραμμα δεν έκανε τίποτα όσο αυτή έλειπε.

Ήταν η θέση της ότι στις 09/08/2008 βάσει του προγράμματος έπρεπε να εκτελέσει περιπολία στη θαλάσσια περιοχή της Πάφου με το σκάφος. Λόγω του ότι το σκάφος ήταν στο Λατσί η περιπολία δεν μπορούσε να γίνει. Επειδή δεν είχε οποιαδήποτε πληροφόρηση από τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη, ο οποίος όφειλε ως υπεύθυνος του γραφείου να την ενημερώσει για το πώς θα εργαστεί, αναγκάστηκε να επικοινωνήσει με τη Λευκωσία για να της δώσουν οδηγίες για το πού και πώς θα εργαστεί. Ότι στις 12/08/2008 με βάση το πρόγραμμα έπρεπε να κάνει περιπολία αλλά αυτή η περιπολία δεν έγινε και κανένας δεν την ενημέρωσε για το πώς και πού θα εργαστεί. Σύμφωνα με την Αιτήτρια τον Αύγουστο του 2008 πήγε πιο πολλές περιπολίες με τους συναδέλφους της οι οποίοι θα παρουσιάζονταν ως μάρτυρες υπεράσπισης του Αλέξανδρου Νικολαΐδη στην πειθαρχική υπόθεση εναντίον του ενώπιον της ΕΔΥ στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου 2008 (βλέπε Τεκμήριο 34 και Τεκμήριο 55).

Ήταν ισχυρισμός της ότι στις 04/10/2008, 15/10/2008, 07/11/2008 ενώ υπήρχαν προγραμματισμένες περιπολίες στις οποίες θα συμμετείχε, αυτές ακυρώθηκαν χωρίς να την ειδοποιήσουν και περίμενε άδικα στο λιμάνι. Πιο συγκεκριμένα ότι στις 04/10/2008 πήγε στο λιμάνι η ώρα 6:30π.μ. ως όφειλε με βάση το πρόγραμμα και περίμενε μέχρι τις 7:00π.μ. τον συνάδελφό της που θα ερχόταν μαζί της στην περιπολία. Στις 7:00π.μ. τηλεφώνησε ο εν λόγω συνάδελφός της, ο οποίος της είπε ότι δεν θα ερχόταν γιατί έπρεπε να πάει στρατό. Κανένας δεν την ειδοποίησε πιο νωρίς ότι θα ακυρωνόταν η περιπολία. Ήταν υποχρέωση του Αλέξανδρου Νικολαΐδη να την ενημερώσει. Ότι στις 15/10/2008 πήγε στο λιμάνι η ώρα 7:00π.μ. για την προγραμματισμένη θαλάσσια περιπολία και περίμενε μέχρι τις 7:30π.μ. όπου εμφανίστηκε ο συνάδελφός της που θα πήγαινε μαζί της και της είπε ότι η περιπολία θα ακυρωθεί. Ότι στις 07/11/2008 πήγε στο λιμάνι για την προγραμματισμένη θαλάσσια περιπολία και περίμενε μέχρι τις 7:45π.μ. χωρίς να εμφανιστεί κανένας και χωρίς να την ενημερώσει κανένας για το τι θα γίνει. Ως εκ τούτου, αναγκάστηκε να μεταβεί στο γραφείο και να ζητήσει οδηγίες από τον υπεύθυνο του τομέα στη Λευκωσία για το πώς θα εργαστεί.

Από τα προγράμματα του γραφείου (π.χ. 31/10/2008, 14/11/2008 και 21/11/2008) φαίνεται ότι ένας συγκεκριμένος συνάδελφός της όταν ορίζεται να εκτελέσει περιπολίες οι περιπολίες αρχίζουν στις 7:30π.μ. ενώ οι δικές της στις 7:00π.μ. Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι ο συγκεκριμένος συνάδελφός της αρνείται να εργαστεί πριν τις 7:30π.μ. ενώ αν το κάνει αυτή θα καταγγελθεί. Ότι στις 21/11/2008 (ενώ η περιπολία ήταν προγραμματισμένη η ώρα 7:30π.μ. και ότι θα την εκτελούσε ο συνάδελφος που δεν πήγαινε πριν τις 7:30π.μ.) αλλάχτηκε η περιπολία ώστε να γίνει η ώρα 7:00π.μ. και την ανάγκασαν να πάει αυτή περιπολία με το σκάφος η ώρα 7:00π.μ. χωρίς έγκριση υπερωρίας για τη μισή ώρα. Ενώ περίμενε στο λιμάνι μέχρι τις 7:30π.μ. για να ξεκινήσει η περιπολία την ειδοποίησαν να πάει στο νέο γραφείο για να περάσει δεδομένα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Ανέφερε ότι στις 07/12/2008 με βάση το πρόγραμμα θα εκτελούσε υπερωριακή εργασία (περιπολία) με συνάδελφό της η ώρα 6:00π.μ. Πήγε στο γραφείο και περίμενε τον συνάδελφό της από τις 6:00π.μ. αλλά αυτός δεν ήρθε και αναγκάστηκε να επικοινωνήσει με τον υπεύθυνο του τομέα της για να τον ενημερώσει και αφού τον ενημέρωσε έφυγε.

Σύμφωνα με το ημερολόγιο του γραφείου Πάφου (Τεκμήριο 34), το 2008 εργάστηκε 121 μέρες στο νέο γραφείο, 46 μέρες στο γραφείο στο λιμάνι, εκτέλεσε 4 περιπολίες με το σκάφος και 14 περιπολίες με το αυτοκίνητο και είχε 6 φορές υπερωρίες (Τεκμήριο 55).

Το 2008 συνάδελφός της που ήταν στην κλίμακα Α7 εργάστηκε 33 φορές υπερωρίες ενώ αυτή που ήταν στην κλίμακα Α2 μόνο 6 φορές (Τεκμήριο 26 και 29).

Από τις 02/01/2009 (μετά την επιβολή της πειθαρχικής ποινής στον Αλέξανδρο Νικολαΐδη) ανέλαβε ως υπεύθυνος του γραφείου στην Πάφο ένας από τους συναδέλφους της στο Επαρχιακό Γραφείο στην Πάφο. Υποστήριξε ότι στις 17/01/2009 σύμφωνα με το πρόγραμμα θα γινόταν περιπολία από τις 6:00π.μ.-10:00π.μ. από αυτήν και τον εν λόγω συνάδελφό της. Ενώ αυτή πήγε στο γραφείο μέχρι τις 6:30π.μ. ο εν λόγω συνάδελφός της δεν εμφανίστηκε. Προσπάθησε να του τηλεφωνήσει αλλά αυτός δεν απαντούσε στις κλήσεις της. Τηλεφώνησε στον υπεύθυνο του τομέα της και η γυναίκα του την πληροφόρησε ότι απουσίαζε. Έστειλε με τηλεομοιότυπο χειρόγραφη σημείωση στον Καθ’ ου η Αίτηση 3 (Τεκμήριο 35) με το οποίο τον πληροφορούσε για τα πιο πάνω και για το ότι η προγραμματισμένη περιπολία δεν έγινε. Στις 8:00π.μ. της τηλεφώνησε ο υπεύθυνος του τομέα της και της είπε ότι αποφασίστηκε η προγραμματισμένη περιπολία να γίνει η ώρα 7:00π.μ. χωρίς να στείλουν νέο πρόγραμμα και ότι της τηλεφώνησαν για να την ενημερώσουν αλλά αυτή δεν απάντησε στα τηλεφωνήματά τους. Η εν λόγω υπερωρία περιπολίας έγινε η ώρα 7:00π.μ. με τη συμμετοχή άλλου συναδέλφου της. Ο υπεύθυνος του τομέα της κατά την τηλεφωνική επικοινωνία τους της είπε να μην δημιουργήσει άλλα προβλήματα στο γραφείο.

Ήταν η θέση της Αιτήτριας ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 μετά την καταδίκη του Αλέξανδρου Νικολαΐδη από την ΕΔΥ την απειλούσε ότι θα την μεταθέσει στη Λευκωσία αν δεν συνεργαστεί με τα άτομα που κατέθεσαν στην πειθαρχική υπόθεση εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη εναντίον της.

Αρχές του 2009 αξιολογήθηκε από τον Καθ’ ου η Αίτηση 3 και τον υπεύθυνο του τομέα της για την εργασία της κατά το έτος 2008. Στην ετήσια υπηρεσιακή έκθεση αξιολόγησής της για το 2008 (Τεκμήριο 20) δεν αξιολογήθηκε ως εξαίρετη στους τομείς «υπηρεσιακό ενδιαφέρον» και «συνεργασία/σχέσεις». Με επιστολή της ημερομηνίας 09/03/2009 προς την ομάδα αξιολόγησης (Τεκμήριο 21) έφερε ένσταση στην εν λόγω έκθεση, καθότι (α) ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης αφέθηκε να διαμορφώνει τα εβδομαδιαία προγράμματα με τέτοιο τρόπο ώστε αυτή να εκτελεί κυρίως γραφειακά καθήκοντα, αφού οι περιπολίες που εκτελούσε ήταν ελάχιστες και μειωμένες, να την απομονώνει (αφού αυτή εργάζεται μόνη στο ένα γραφείο από τα δύο γραφεία) και να της αφαιρεί το δικαίωμα της εργασίας και (β) ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 τοποθετήθηκε, με τη στάση του, υπέρ του Αλέξανδρου Νικολαΐδη.

Σημείωνε ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 δεν έλαβε υπόψη καμία από τις καταγγελίες της που του υπέβαλε σε σχέση με θέματα που άπτονταν των εργασιακών της καθηκόντων. Ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 στις 19/03/2009 με επιστολή του προς αυτήν (Τεκμήριο 23), την ενημέρωσε ότι η ομάδα αξιολόγησης είχε υπόψη της τα γεγονότα που τους αναφέρει στην ένστασή της και ότι έκρινε ότι δεν είναι δυνατή η αναθεώρηση της ετήσιας υπηρεσιακής της έκθεσης για το έτος 2008.

Η δικηγόρος της στις 22/04/2009 απέστειλε επιστολή στην ΕΔΥ (Τεκμήριο 22), με την οποία σημείωνε ότι η συμμετοχή του Καθ’ ου η Αίτηση 3 στην ομάδα αξιολόγησής της, παραβιάζει τα εχέγγυα της αμερόληπτης κρίσης καθότι ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 τάχθηκε υπέρ του Αλέξανδρου Νικολαΐδη στην καταγγελία που υπέβαλε αυτή (η Αιτήτρια) εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη.

Η ΕΔΥ με επιστολή της προς τη δικηγόρο της, ημερομηνίας 14/05/2009 (Τεκμήριο 24), την ενημέρωσε ότι αποφάσισε να μην λάβει υπόψη της την ετήσια υπηρεσιακή έκθεσή της για το 2008.

Η Αιτήτρια τόνισε ότι από τον Νοέμβριο του 2006 επειδή αυτή κυρίως βρισκόταν μόνη της στο νέο γραφείο εκτελούσε όλη τη γραφειακή εργασία καθότι στο παλιό γραφείο δεν μπορούσε να γίνει καμιά άλλη εργασία εκτός από την έκδοση αδειών για τους φράκτες. Αυτά συνεχίστηκαν και το 2009 και έτσι στις 26/06/2009 αναγκάστηκε να στείλει επιστολή στον Υπεύθυνο του Τομέα Ελέγχου και να ζητήσει καταμερισμό εργασίας στο Επαρχιακό Γραφείο Πάφου (Τεκμήριο 27). Στις 18/09/2009 στάληκε σε όλους τους Επιθεωρητές Αλιείας, που εργάζονταν στα Επαρχιακά Γραφεία Πάφου, επιστολή ανάθεσης καθηκόντων (Τεκμήριο 28).

Η Αιτήτρια προέβαλε τον ισχυρισμό ότι κατά τη διάρκεια των ετών 2006-2009, λόγω του άγχους που της προκάλεσε η συμπεριφορά του Καθ’ ου η Αίτηση 3 και του Αλέξανδρου Νικολαΐδη, της προκλήθηκαν προβλήματα στο σβέρκο και ρευματοειδής αρθρίτιδα. Περαιτέρω, δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει εκ νέου. Υποβλήθηκε σε εξωσωματικές θεραπείες για γονιμοποίηση χωρίς επιτυχία (βλέπε Τεκμήρια 40, 41, 42 και 43). Λόγω του άγχους και της ψυχολογικής κατάστασης που βίωνε δεν μπορούσε να φροντίσει ως μητέρα το ανήλικο τέκνο της επειδή ένιωθε κόπωση και είχε διαταραχή στον ύπνο της. Επειδή υπήρχε μόνο μία τουαλέτα στον χώρο εργασίας πολλές φορές υπέστηκε μόλυνση και έκλεισαν οι σάλπιγγές της και ταλαιπωρήθηκε σε γιατρούς μέχρι που της αφαίρεσαν τη δεξιά σάλπιγγα (Τεκμήρια 41 και 43).

Κατά την αντεξέτασή της από τη συνήγορο της Καθ’ ης η Αίτηση 1 προέβαλε τη θέση ότι η Διεύθυνση του Τμήματος Αλιείας όφειλε να βρει ένα χώρο για να στεγαστεί το Επαρχιακό Γραφείο Πάφου όπου να υπάρχει δεύτερη τουαλέτα ώστε ο χώρος να τηρεί τις προδιαγραφές υγιεινής και ασφάλειας για το προσωπικό που εργάζεται σε εκείνο τον χώρο.

Επανέλαβε τους ισχυρισμούς της που ανέφερε στην κυρίως εξέτασή της αναφορικά με την εργασιακή απομόνωσή της, τον αποκλεισμό της από εκπαιδευτικά σεμινάρια, την εκτέλεση γραφειακής εργασίας του Επαρχιακού Γραφείου Πάφου μόνο από αυτήν και τη σεξουαλική παρενόχλησή της. Παραδέχθηκε ότι τον Μάιο του 2006 δεν ανέφερε στον Καθ’ ου η Αίτηση 3 ότι ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης την παρενοχλεί σεξουαλικά και ότι περιορίστηκε στο να του πει ότι δεν θέλει να πηγαίνει περιπολίες μαζί με τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη και ότι υπάρχουν λειτουργικά προβλήματα στο γραφείο της Πάφου.

Σημείωσε ότι την ίδια μέρα επισκέφθηκε και τον υπεύθυνο του τομέα της στον οποίο ανέφερε με λεπτομέρεια τι συνέβαινε μεταξύ αυτής και του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και ότι αυτός της είπε χαρακτηριστικά ότι «και ο Κλίντον ήταν καλός Πρόεδρος» (βλέπε Τεκμήριο 33-Επιστολή της Αιτήτριας ημερομηνίας 28/03/2008). Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που δεν προέβαλε τον πιο πάνω ισχυρισμό της στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στον ερευνώντα λειτουργό ήταν ότι επειδή είχε τόσα πολλά να πει και κάτω από την πίεση που είχε δεν το ανέφερε και υποστήριξε ότι αφού ο υπεύθυνος του τομέα της ήταν ενήμερος, λογικά θα πληροφορήθηκε και ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 για το θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησής της.

Ήταν η θέση της ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 από την αρχή τάχθηκε εναντίον της και υπέρ του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και ανεχόταν να της συμπεριφέρεται ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης με τον τρόπο που ανέφερε στην κυρίως εξέτασή της. Ότι κανένα μέτρο δεν λήφθηκε από τη Διεύθυνση του Τμήματος Αλιείας για να την προστατεύσει από τις εκδικητικές ενέργειες του Αλέξανδρου Νικολαΐδη αφού δεν έγιναν ενέργειες να αποφορτιστεί από τον όγκο εργασίας που είχε μόνο αυτή και να αρθεί η απομόνωσή της στον χώρο εργασίας της.

Υποστήριξε ότι το χρονικό διάστημα από την υποβολή της γραπτής καταγγελίας της μέχρι την επιβολή ποινής στον Αλέξανδρο Νικολαΐδη από την ΕΔΥ ήταν πολύ μεγάλο και κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος δεν πάρθηκαν μέτρα προστασίας της από τις εκδικητικές ενέργειες του Αλέξανδρου Νικολαΐδη.

Ήταν η θέση της ότι τον Αύγουστο του 2008 (βλ. Τεκμήριο 44) αυτή και ακόμα ένας άλλος Επιθεωρητής Αλιείας του Επαρχιακού Γραφείου Πάφου εκπαιδεύτηκαν στο πρόγραμμα παρακολούθησης των αλιευτικών σκαφών μέσω δορυφόρου αλλά ότι το εν λόγω καθήκον δόθηκε μόνο σε αυτήν.

Αντεξεταζόμενη από την δικηγόρο της Καθ’ ης η Αίτηση 2 υποστήριξε ότι μετά τη γραπτή καταγγελία της ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης ενήργησε με τρόπο ώστε να επηρεαστούν οι αξιολογήσεις της και η Διεύθυνση του Τμήματος επέτρεπε οι αξιολογήσεις της να είναι άδικες και μεροληπτικές. Ήταν η θέση της ότι λόγω της μίας τουαλέτας που υπήρχε στο γραφείο πάθαινε επαναλαμβανόμενες ουρολοιμώξεις και οι εξωσωματικές στις οποίες υποβλήθηκε απέτυχαν λόγω του άγχους που βίωνε καθημερινά στον χώρο εργασίας από την ψυχολογική πίεση που της γινόταν.

Ότι μετά τις ουρολοιμώξεις παρουσίασε ένα αυτοάνοσο νόσημα, ένα είδος ρευματοπάθειας που ονομάζεται ινομυαλγίες και έπρεπε να παίρνει φαρμακευτική αγωγή για να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα της εν λόγω νόσου. Ότι αυτά τα φάρμακα «ενοχλούσαν τις εξωσωματικές». Μετά είχε για ένα μήνα ίλιγγο και μετά από επισκέψεις στον γιατρό διαπιστώθηκε ότι ο «μυϊκός τόνος στον αυχένα» της προκαλούσε τον ίλιγγο και ότι αυτό το πρόβλημα σχετιζόταν με το άγχος.

Ότι λόγω άγχους τα ορμονικά φάρμακα που έπαιρνε δεν απέδιδαν τα αναμενόμενα με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ελάχιστα ωάρια και ως εκ τούτου υποβλήθηκε σε διαδικασίες συλλογής ωαρίων οι οποίες είναι πολυδάπανες και κουραστικές. Υποστήριξε ότι όλα αυτά που βίωσε στον χώρο εργασίας της της στέρησαν τη δυνατότητα να αποκτήσει δεύτερο παιδί.

Ανέφερε ότι μετά την απόφαση της ΕΔΥ είχε πτώση βλεφάρου και αναγκάστηκε να επισκεφθεί γιατρό νευρολόγο ο οποίος της είπε ότι αυτό οφείλεται σε άγχος και είναι συνέπεια μετατραυματικού στρες. Της πρότεινε σχετική φαρμακευτική αγωγή. Για να αποφύγει τη χρήση χημικών σκευασμάτων κατέφυγε σε ομοιοπαθητικό γιατρό.

Σύμφωνα με την Αιτήτρια το άγχος που βίωσε στον χώρο εργασίας της της προκάλεσε ψυχοσωματικά προβλήματα υγείας.

Ως μάρτυρας Αιτήτριας 2 κατέθεσε ο Δρ. Ευστάθιος Ευσταθίου ο οποίος ανέφερε ότι σπούδασε ιατρός στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο του Witts στη Νότιο Αφρική και ότι είναι ειδικευμένος γυναικολόγος/μαιευτήρας. Ασκεί το επάγγελμα του ιατρού γυναικολόγου/μαιευτήρα από το 1987. Κατέθεσε ότι γνωρίζει την Αιτήτρια από το 2002 που τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του ως πελάτισσα.

Παρακολουθούσε την Αιτήτρια καθόλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της το 2002-2003. Το 2003 η Αιτήτρια γέννησε την κόρη της με καισαρική τομή. Στη συνέχεια η Αιτήτρια τον επισκεπτόταν στο ιατρείο του κατά τακτά χρονικά διαστήματα για την εξέταση του τεστ Παπανικολάου. Ήταν η θέση του ότι το 2007 η Αιτήτρια τον επισκεπτόταν συχνά στο ιατρείο του γιατί υπέφερε από επαναλαμβανόμενες ουρολοιμώξεις και την υπέβαλε σε σχετική θεραπευτική αγωγή.

Σημείωσε ότι η Αιτήτρια του ανέφερε ότι στον χώρο εργασίας της υπήρχε μόνο μια τουαλέτα την οποία χρησιμοποιούσαν τόσο η Αιτήτρια όσο και οι άντρες συνάδελφοί της. Είναι συνηθισμένο φαινόμενο κάποιος να έχει ένα μικρόβιο και με τη χρησιμοποίηση της τουαλέτας το μικρόβιο να μεταδοθεί σε άλλους. Ισχυρίστηκε ότι επειδή οι προσπάθειες της Αιτήτριας να μείνει έγκυος με φυσική σύλληψη ήταν άκαρπες στις 22/3/2007 την υπέβαλε σε υστεροσαλπιγγογραφία με την οποία διέγνωσε ότι είχε δεξιά υδροσάλπιγγα (δηλαδή παγιδευμένο υγρό μέσα στη σάλπιγγα λόγω φλεγμονών) η οποία μειώνει σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχίας γονιμοποίησης.

Υποστήριξε ότι η συνηθέστερη αιτία προβλημάτων στις σάλπιγγες είναι οι λοιμώξεις. Η Αιτήτρια τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2007 υπεβλήθηκε σε τεχνικές σπερματεγχύσεις οι οποίες ήταν ανεπιτυχείς. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο κύκλος της περιόδου της Αιτήτριας ήταν αναστατωμένος λόγω του άγχους που βίωνε, όπως τον πληροφόρησε η ίδια, εξαιτίας προβλημάτων που είχε στον εργασιακό της χώρο και ότι αυτός ήταν ένας παράγοντας που συνέτεινε στην αποτυχία των προσπαθειών της Αιτήτριας για τεκνοποίηση.

Αντεξεταζόμενος από τη δικηγόρο της Καθ’ ης η Αίτηση 1 ανέφερε ότι οι εξετάσεις της Αιτήτριας από το 2003 μέχρι το 2007 έδειχναν ότι όλα ήταν φυσιολογικά και ότι η χρήση κοινών τουαλετών είναι μια πιθανή αιτία μόλυνσης (ουρολοίμωξης) αλλά όχι η μόνη. Κατά την αντεξέτασή του από τη δικηγόρο της Καθ’ ης η Αίτηση 2 ανέφερε ότι δεν μπορεί να ξέρει αν η αιτία των ουρολοιμώξεων της Αιτήτριας ήταν η μια τουαλέτα που χρησιμοποιούσαν γυναίκες και άνδρες και ότι η ουρολοίμωξη μπορεί να συμβεί και από άλλες αιτίες. Ότι πιθανή αιτία της μη γονιμοποίησης ήταν η μια κλειστή σάλπιγγα της Αιτήτριας. Ότι ένας άλλος παράγοντας ήταν το άγχος καθότι το άγχος μπορεί να αναστείλει την ωορρηξία για μήνες.

Ο Δρ. Γιώργος Νικάνδρου (ΜΑ3) κατέθεσε ότι η Αιτήτρια τον επισκέφτηκε τον Δεκέμβριο του 2008 και ότι μετά από κλινική εξέταση και ακτινολογικό έλεγχο διέγνωσε ότι έπασχε από (1) Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα και στα δύο χέρια, (2) Σύνδρομο Υπακρωμιακής Πρόσκρουσης και στους δύο ώμους και (3) Αυχενικό Σύνδρομο και της χορήγησε άδεια απουσίας από την εργασία της από 8/12/2008 μέχρι τις 18/12/2008 (Τεκμήρια 38 και 47). Υποστήριξε ότι κύρια αιτία πρόκλησης (α) του Συνδρόμου Καρπιαίου Σωλήνα στις γυναίκες είναι είτε η επίμονη γραφειακή εργασία είτε οι δουλειές του νοικοκυριού, (β) του Συνδρόμου Υπακρωμιακής Πρόσκρουσης η χρήση του ποντικιού του ηλεκτρονικού υπολογιστή και (γ) του Αυχενικού Συνδρόμου η γραφειακή εργασία.

Αντεξεταζόμενος από τη δικηγόρο της Καθ’ ης η Αίτηση 1 ανέφερε ότι η Αιτήτρια του ανέφερε ότι ήταν ιδιαίτερα πιεσμένη στην εργασία της και ότι σε σχέση με το Σύνδρομο Υπακρωμιακής Πρόσκρουσης σημαντικό παράγοντα παίζουν και οι ανατομικές ιδιαιτερότητες του κάθε ατόμου. Ότι σε σχέση με το προβλήμα του αυχένα υπάρχει και κληρονομική προδιάθεση. Κατά την αντεξέτασή του από τη δικηγόρο της Καθ’ ης η Αίτηση 2 ανέφερε ότι οι πιο πάνω παθήσεις είναι «πολύπαραγοντικοί» νόσοι, δηλαδή σε ένα ποσοστό οφείλονται στην κληρονομικότητα και σε ένα άλλο ποσοστό στη χρήση των μελών του σώματος. Κατά τη γνώμη του τα προβλήματα της Αιτήτριας οφείλονταν σε μεγάλο ποσοστό στις καθημερινές ασχολίες της Αιτήτριας. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποια είναι η σημερινή κατάσταση της υγείας της Αιτήτριας.

Οι Καθ’ ων Αίτηση 1, 2 και 3 δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία.

Νομική Πτυχή

Η Αιτήτρια στηρίζει τις αξιώσεις της εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση στις πρόνοιες του Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου του 2002 (Ν.205(Ι)/2002)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα (ο «Ν.205(Ι)/2002»).

Σημειώνουμε ότι ο Ν.205(Ι)/2002θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης της κυπριακής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο και πιο συγκεκριμένα τις Οδηγίες 76/207/ΕΚ (περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας) και 97/80/ΕΚ (σχετικά με το βάρος απόδειξης σε περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου).

Στη συνέχεια τροποποιήθηκε για σκοπούς ορθότερης εναρμόνισης του με το Άρθρο 19 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο Οδηγία 2006/54/ΕΚ (για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση)). Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία των διατάξεων του Ν.205(Ι)/2002 θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ρυθμίσεις των πιο πάνω Οδηγιών ώστε η ερμηνεία που θα δίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και τον σκοπό των ρυθμίσεων αυτών με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκουν οι εν λόγω Οδηγίες.

Μεταξύ δε περισσότερων ερμηνειών πρέπει να ακολουθείται εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο σκοπό των Οδηγιών[1]. Ιστορικά να σημειώσουμε ότι το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο Ψήφισμα του ημερομηνίας 29/5/1990 για την προστασία της αξιοπρέπειας των γυναικών και των ανδρών στην εργασία επιβεβαίωνε ότι η σεξουαλική παρενόχληση ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να αντιβαίνει προς την αρχή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών κατά την έννοια της Οδηγίας 76/207/ΕΚ.

Το εν λόγω Ψήφισμα ακολούθησε μια Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Σύσταση 92/131/ΕΟΚ ημερ. 27/11/1991) στην οποία επισυναπτόταν ένας Κώδικας Πρακτικής για την Προστασία της Αξιοπρέπειας Γυναικών και Ανδρών κατά την Εργασία (Κώδικας Πρακτικής για τα μέτρα καταπολέμησης της σεξουαλικής παρενόχλησης)[2]. Ακολούθησαν διάφορες πράξεις του Συμβουλίου, του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής που περιείχαν μη δεσμευτικά μέτρα για τα κράτη μέλη σε σχέση με τα μέτρα που έπρεπε να λάβουν κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας.

Στις 23/9/2005 εκδόθηκε η Οδηγία 2002/73/ΕΚ για την τροποποίηση της Οδηγίας 76/207/ΕΚ με την οποία εισήχθηκε στην Οδηγία 76/207/ΕΚ η σεξουαλική παρενόχληση ως απαγορευμένη διάκριση λόγω φύλου και έγιναν προβλέψεις σχετικά με την οριοθέτηση της απαγορευμένης συμπεριφοράς, τα δικαιώματα του θύματος και τις ευθύνες του θύτη και του εργοδότη.

Ο σκοπός του Ν.205(Ι)/2002 αναφέρεται στο άρθρο 3 όπου σημειώνεται ότι αποσκοπεί:

«στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε επαγγελματικό προσανατολισμό, σε επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση και τους όρους και συνθήκες παροχής τους, την πρόσβαση σε απασχόληση και σε ελεύθερα επαγγέλματα, τους όρους και συνθήκες απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής ανέλιξης, τους όρους και προϋποθέσεις απόλυσης καθώς και την ιδιότητα μέλους και τη συμμετοχή σε οργανώσεις εργαζομένων ή εργοδοτών.»

Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.205(Ι)/2002:

«άμεση διάκριση λόγω φύλου» υπάρχει όταν ένα πρόσωπο υφίσταται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση λόγω φύλου από ό,τι ένα άλλο υφίσταται, έχει υποστεί ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση·»

«απασχόληση» σημαίνει παροχή εργασίας ή υπηρεσιών, με αμοιβή, βάσει ατομικής συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας ή μαθητείας ή άλλης ατομικής συμβάσεως ή σχέσεως, διεπομένης είτε από το ιδιωτικό είτε από το δημόσιο δίκαιο, σε οποιοδήποτε τομέα ή κλάδο δραστηριότητας, ιδιωτικό ή δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων της Δημόσιας Υπηρεσίας, της Δικαστικής Υπηρεσίας, της Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, των νομικών προσώπων ή οργανισμών δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, των Ενόπλων Δυνάμεων και των Δυνάμεων Ασφαλείας»

«διάκριση λόγω φύλου» σημαίνει κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση, περιλαμβανομένης της σεξουαλικής παρενόχλησης και οποιασδήποτε λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης βασιζόμενης στην απόρριψη της εν λόγω συμπεριφοράς ή στην υποταγή σε αυτήν ή παρενόχλησης καθώς και οποιασδήποτε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείρισης γυναίκας που σχετίζεται με την εγκυμοσύνη, τον τοκετό, τη γαλουχία, τη μητρότητα ή ασθένεια οφειλόμενη στην εγκυμοσύνη ή στον τοκετό, αλλά μη περιλαμβανομένων των θετικών δράσεων, ενώ οποιαδήποτε οδηγία ή εντολή για διάκριση εις βάρος προσώπων, λόγω φύλου, αποτελεί διάκριση λόγω φύλου»·

«εργατική διαφορά» σημαίνει κάθε διαφορά εξ αφορμής της εφαρμογής του παρόντος Νόμου, καθώς και οποιοδήποτε συμπληρωματικό ή παρεμπίπτον θέμα (α) μεταξύ εργαζομένων ή υποψηφίων για απασχόληση και εργοδοτών ή των διαδόχων τους, (β) μεταξύ εργαζομένων και εργαζομένων ή των διαδόχων τους, (γ) ….(δ) …. »

«εργαζόμενος» σημαίνει κάθε άνδρα ή γυναίκα που εργάζεται ή μαθητεύει με πλήρη ή μερική απασχόληση, για ορισμένο ή αόριστο, συνεχή ή μη, χρόνο, ασχέτως του τόπου απασχολήσεως, συμπεριλαμβανομένων και των κατ' οίκον εργαζομένων, αλλά μη περιλαμβανομένων των αυτοεργοδοτούμενων προσώπων·»

«εργοδότης» σημαίνει την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας, τις Αρχές Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, σε οποιοδήποτε δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα ή κλάδο δραστηριότητας, που απασχολεί ή απασχολούσε εργαζομένους·»

«Κυβέρνηση της Δημοκρατίας» περιλαμβάνει τη Δημόσια Υπηρεσία, τη Δικαστική Υπηρεσία, τη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία, τις Ένοπλες Δυνάμεις και τις Δυνάμεις Ασφαλείας·»

«μονομερής βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας» σημαίνει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη ή εν γένει συμπεριφορά του εργοδότη ή άλλου προσώπου, το οποίο είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τον καθορισμό ή την τροποποίηση των συνθηκών απασχολήσεως, που προκαλεί άμεση ή έμμεση, υλική ή ηθική, ζημιά στον εργαζόμενο ή προσβάλλει, με οποιοδήποτε τρόπο, την προσωπικότητα ή την αξιοπρέπεια του·»

«παρενόχληση» σημαίνει ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της συμπεριφορά σχετιζόμενη με το φύλο ενός προσώπου, η οποία έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό περιβάλλον·»

«πρακτική» σημαίνει κάθε επαναλαμβανόμενη μονομερή πράξη ενός φυσικού ή νομικού προσώπου ή οργανισμού, δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, οπωσδήποτε και εάν εκδηλώνεται, που είναι σχετική με τα ρυθμιζόμενα με τον παρόντα Νόμο θέματα·»

«πράξη» περιλαμβάνει και την παράλειψη·»

«σεξουαλική παρενόχληση» σημαίνει οποιαδήποτε ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως, που εκφράζεται λόγω ή έργω και έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό περιβάλλον, κατά την απασχόληση ή την επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση ή κατά την πρόσβαση σε απασχόληση ή επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση·»

Παρατηρούμε ότι στο εν λόγω άρθρο καθορίζεται ότι η σεξουαλική παρενόχληση και οποιαδήποτε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση βασιζόμενη στην απόρριψη της σεξουαλικής παρενόχλησης ή στην υποταγή σε αυτήν θεωρούνται ως πράξεις διάκρισης λόγω φύλου και ως τέτοιες αντιβαίνουν προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Για να συνιστά μια συμπεριφορά σεξουαλική παρενόχληση εντός του πλαισίου του Ν.205(Ι)/2002 θα πρέπει να είναι (1) ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της[3], (2) σεξουαλικής φύσεως και (3) τέτοιας μορφής, έντασης και φύσης που μπορεί να θεωρηθεί, λογικά, υπό τις περιστάσεις ότι θίγει την αξιοπρέπεια του ατόμου ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό εργασιακό περιβάλλον για τον αποδέκτη της.

Τονίζουμε ότι οποιαδήποτε συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης εάν δεν είναι ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της ή αν δεν είναι τέτοιας μορφής και φύσης που να θίγει την αξιοπρέπεια ενός ατόμου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σεξουαλική παρενόχληση[4]. Σεξουαλική επαφή (ή ερωτική αλληλεπίδραση), ερωτοτροπίες ή φιλίες (στο πλαίσιο των οποίων ανταλλάσσονται κοινώς αποδεκτές φιλοφρονήσεις) οι οποίες είναι αμοιβαίες, συναινετικές, κοινώς αποδεκτές ή καλοδεχούμενες δεν συνιστούν σεξουαλική παρενόχληση[5].

Σημειώνουμε ότι η πρόθεση του δράστη, όποια και αν είναι αυτή (καλή ή κακή, αθώα ή ένοχη, υποψιασμένη ή ανυποψίαστη) είναι απολύτως αδιάφορη και χωρίς καμία σημασία. Το εδάφιο 2 του άρθρου 5 του Ν.205(Ι)/2002 ορίζει:

«ότι η έλλειψη υπαιτιότητας δεν αποκλείει τον παράνομο χαρακτήρα της διακρίσεως, ούτε την ευθύνη του παραβιάζοντος οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος νόμου.»

(1) Ανεπιθύμητη Συμπεριφορά από τον αποδέκτη της

Το κριτήριο κατά πόσο η συμπεριφορά είναι ανεπιθύμητη είναι υποκειμενικό και σημασία έχει το πώς η συμπεριφορά έχει εκληφθεί από τον αποδέκτη της. Το πώς την αντιλήφθηκε ο δράστης της ή ποια ήταν η πρόθεση του δράστη της είναι άσχετο. Επίσης είναι άσχετο το ότι η ίδια συμπεριφορά είναι αποδεκτή και όχι ανεπιθύμητη από άλλους εργοδοτούμενους ή ότι θεωρήθηκε στο παρελθόν ως αποδεκτό χαρακτηριστικό του εργασιακού περιβάλλοντος.

Για να είναι ανεπιθύμητη η συμπεριφορά αρκεί να εκδηλώνεται μονομερώς από τον δράστη «γεγονός που συντρέχει όχι μόνο όταν υπάρχει ρητή άρνηση συναίνεσης, αλλά και όταν επιβάλλεται κατ΄ εκμετάλλευση της ανοχής του άλλου μέρους.»[6]. Πιο συγκεκριμένα, ανεπιθύμητη είναι η συμπεριφορά την οποία ο αποδέκτης δεν ζήτησε, δεν επιδίωξε, δεν προκάλεσε ή δεν συναίνεσε σε αυτήν και η οποία είναι προσβλητική για αυτόν.

Η έκφραση της δυσαρέσκειας ή της ενόχλησης του παρενοχλούμενου δεν χρειάζεται να είναι ρητή αλλά θα πρέπει να συνάγεται από τη συνολική στάση του αποδέκτη απέναντι στις συμπεριφορές για τις οποίες παραπονείται ώστε να «καθίσταται δυνατή η αντικειμενική διαπίστωση του ανεπιθύμητου χαρακτήρα της συμπεριφοράς, ο οποίος πρέπει να εξωτερικεύεται και να μην παραμείνει στα όρια της υποκειμενικής σφαίρας του παρενοχλούμενου, αφού καθίσταται αποφασιστικό στοιχείο για την πραγμάτωση της παράνομης συμπεριφοράς ….»[7].

Πρέπει να υπάρχουν ενδείξεις στη συμπεριφορά του αποδέκτη ή από το περιβάλλον του ότι η συμπεριφορά του δράστη ήταν πραγματικά ανεπιθύμητη. Στην υπόθεση Reed and Bull Information Systems Ltd v Stedman [1999] IRLR299 το Employment Appeal Tribunal στην απόφαση του σημείωσε ότι δεν είναι απαραίτητο για μια γυναίκα να δημιουργήσει αναστάτωση για να δείξει την αποδοκιμασία της και ότι αν υπό τις περιστάσεις είναι λογικό να συναχθεί από τη συμπεριφορά της ότι απορρίπτει τη συμπεριφορά για την οποία παραπονείται συνέχιση αυτής της συμπεριφοράς από τον δράστη θεωρείται σεξουαλική παρενόχληση[8].

Η ανοχή της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς δεν εμποδίζει τη στοιχειοθέτηση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς[9] και ουσιαστικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο αποδέκτης της συμπεριφοράς υπό τις περιστάσεις είχε έγκυρη εκλογή όταν εκτίθετο στη συμπεριφορά για την οποία παραπονείται[10]. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ιεραρχική σχέση του προσώπου που παρενοχλείται και του παρενοχλούντος (όταν η σεξουαλική παρενόχληση εκδηλώνεται από προϊστάμενο λόγω της υπηρεσιακής εξάρτησης ενέχει και το στοιχείο του εξαναγκασμού του υφιστάμενου σε ανοχή αυτής της συμπεριφοράς), οι εξηγήσεις του θύματος για ποιο λόγο δεν ενημέρωσε τον δράστη για το ανεπιθύμητο της συμπεριφοράς του (π.χ.

για να μην θυματοποιηθεί, για να ενσωματωθεί στο εργασιακό περιβάλλον, για να αποφευχθεί οποιαδήποτε αντιπαράθεση). Συγκατάθεση η οποία εξασφαλίστηκε με απειλές ή υπό καθεστώς φόβου δεν είναι έγκυρη.

(2) Συμπεριφορά Σεξουαλικής Φύσεως

Σημειώνουμε ότι ο όρος σεξουαλική παρενόχληση είναι ξεχωριστή έννοια και καλύπτει περιπτώσεις όπου η συμπεριφορά είναι σεξουαλικής φύσεως ασχέτως του φύλου των εμπλεκομένων προσώπων και δεν είναι απαραίτητο για σκοπούς στοιχειοθέτησης της απαγορευμένης συμπεριφοράς το παραπονούμενο πρόσωπο να αποδείξει ότι η εν λόγω συμπεριφορά σχετιζόταν με το φύλο του[11]. Η ανεπιθύμητη συμπεριφορά για να θεωρηθεί ότι είναι σεξουαλικής φύσεως πρέπει να (α) έχει ένα σεξουαλικό στοιχείο, τόνο ή υπαινιγμό και (β) εκδηλωθεί με πράξεις ή με λόγια[12]. Στον Οδηγό με τίτλο «Πώς να καταπολεμήσετε τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις στους χώρους εργασίας», που εξέδωσε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το 1993 για την εφαρμογή του Κώδικα Πρακτικής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων («ο Οδηγός») στις σελίδες 21-22 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα σε σχέση με τον ορισμό της σεξουαλικής παρενόχλησης :

«Ο κώδικας της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναγνωρίζει ότι η σεξουαλική παρενόχληση περιλαμβάνει τη σεξουαλική συμπεριφορά αλλά δεν περιορίζεται σ΄ αυτήν. Συχνά, η σεξουαλική παρενόχληση δεν έχει καμία σχέση με την προσπάθεια σύναψης σεξουαλικών σχέσεων. Μπορεί να είναι επίδειξη δύναμης ή ακόμη εχθρότητας …..

Ο ακόλουθος κατάλογος παραδειγμάτων με το τι μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στον ορισμό της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ενδέχεται να είναι χρήσιμος.

Συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης εκφραζόμενη με πράξεις: θεωρείται κοινώς ότι σημαίνει ανεπιθύμητη συμπεριφορά εκφραζόμενη με πράξεις η οποία περιλαμβάνει περιττά αγγίγματα, χάδια ή τσιμπήματα στο σώμα ενός άλλου εργαζόμενου με στόχο την επίθεση ή την πίεση για σύναψη σεξουαλικών σχέσεων……………………

Συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης εκφραζόμενη με λόγια: μπορεί να περιλαμβάνει ανεπιθύμητες ερωτικές και ανήθικες προτάσεις ή πίεση για σεξουαλικές πράξεις, συνεχείς προτάσεις για κοινωνική δραστηριότητα εκτός του χώρου εργασίας ενώ έχει γίνει σαφές ότι οι προτάσεις αυτές είναι ανεπιθύμητες, ενοχλητικό φλερτάρισμα, άσεμνες παρατηρήσεις, υπονοούμενα ή πρόστυχα σχόλια. Μια τέτοια συμπεριφορά σημαίνει ότι οι γυναίκες αντιμετωπίζονται ως σεξουαλικά αντικείμενα παρά ως συνάδελφοι.

Συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης μη εκφραζόμενη με λόγια: αφορά την επίδειξη πορνογραφικών περιοδικών ή άσεμνων εικόνων, αντικειμένων ή γραπτού υλικού, τα πονηρά βλέμματα, το σφύριγμα ή τις πρόστυχες χειρονομίες. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να κάνει τις γυναίκες να αισθανθούν αμηχανία ή φόβο και υποβιβάζει τη θέση της γυναίκας η οποία επιζητά να αντιμετωπίζεται από τους συναδέλφους της με επαγγελματική αξιοπρέπεια.»

Σύμφωνα με το σύγγραμμα Στ. Γιαννάκουρου, Η Ίση Μεταχείριση Ανδρών και Γυναικών κατά το Κοινοτικό και Ελληνικό Εργατικό Δίκαιο, 2008, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελίδα 160:

«Η έννοια της σεξουαλικής παρενόχλησης μπορεί να περιλαμβάνει και εκδηλώσεις ερωτικού ενδιαφέροντος, όπως σφυρίγματα, τα πλάγια βλέμματα, το φλερτ ή οι άμετρες φιλοφρονήσεις υπό τύπον αστειότητας. Έστω και αν δεν αγγίζουν τα όρια της χυδαιότητας, μπορούν κατά περίσταση να συνιστούν σεξουαλική παρενόχληση, ιδιαίτερα αν επαναλαμβάνονται …παρόλο που ο θιγόμενος έχει δείξει ότι ενοχλείται ή αν έχουν ιδιαίτερη σοβαρότητα.»

(3) Συμπεριφορά που έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας του προσώπου ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού εργασιακού περιβάλλοντος

Η συμπεριφορά που επιδεικνύεται πρέπει να είναι τέτοιας μορφής και φύσης που να μπορεί λογικά να θεωρηθεί, υπό τις περιστάσεις, ότι προσβάλει την αξιοπρέπεια του αποδέκτη της (ηθική μείωση του) ιδίως με τη δημιουργία ενός δυσμενούς, εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού εργασιακού περιβάλλοντος για το πρόσωπο του αποδέκτη της. Δηλαδή τέτοια συμπεριφορά που μπορεί λογικά υπό τις περιστάσεις να χαρακτηριστεί ως προσβλητική, εκφοβιστική και ταπεινωτική για τον αποδέκτη της από το ίδιο πρόσωπο του αποδέκτη της. Σχετικά στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του εν λόγω παράγοντα είναι η ηλικία του αποδέκτη, η φυλετική ή εθνοτική καταγωγή του αποδέκτη, οποιαδήποτε αναπηρία του αποδέκτη, το πλαίσιο στο οποίο έλαβε χώρα η παρενόχληση, η θέση του αποδέκτη στην εργασία και η φύση της σχέσης των εμπλεκομένων[13]. Η ανεπιθύμητη συμπεριφορά συνιστά σεξουαλική παρενόχληση αν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξιοπρέπειας και τη δημιουργία του εκφοβιστικού και ταπεινωτικού περιβάλλοντος ανεξάρτητα από την πρόθεση του ατόμου που εκδήλωσε την εν λόγω συμπεριφορά. Η διαπίστωση του γεγονότος ότι το θύμα λογικά βίωσε τη συμπεριφορά του θύτη ως προσβλητική, εκφοβιστική και ταπεινωτική είναι αρκετή για να κριθεί η εν λόγω συμπεριφορά ως ανεπίτρεπτη σεξουαλική παρενόχληση.

Η προστασία από σεξουαλική παρενόχληση με βάση του Ν. 205(Ι)/ 2002 - Απαγόρευση διενέργειας σεξουαλικής παρενόχλησης και θυματοποίησης / Ευθύνες θύτη και εργοδότη

Το άρθρο 12 του Ν.205(Ι)/2002 προνοεί τα πιο κάτω:

«(1) Απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη, οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, είτε μεμονωμένη είτε επαναλαμβανόμενη, η οποία συνιστά παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση ή αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της, με οποιονδήποτε τρόπο, αποκρούσεως ή καταγγελίας παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης, σε σχέση με τα ρυθμιζόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο αποκρούει τέτοια πράξη ή συμπεριφορά ή υποκύπτει σ’ αυτήν δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ως βάση για οποιαδήποτε απόφαση που θα θίγει το πρόσωπο αυτό.

(2) Οι εργοδότες και οι εκπρόσωποι των αναφερόμενων στο εδάφιο (3) των άρθρων 7, 8 και 10 νομικών προσώπων ή οργανισμών οφείλουν να προστατεύουν τους εργαζόμενους, εκπαιδευόμενους ή καταρτιζόμενους ή υποψηφίους για απασχόληση, επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση από κάθε πράξη προϊσταμένου τους ή προσώπου που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή οποιουδήποτε άλλου εργαζομένου, εκπαιδευομένου ή καταρτιζομένου, η οποία συνιστά διάκριση λόγω φύλου και ιδίως παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση και, από κάθε πράξη που αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της, με οποιονδήποτε τρόπο, αποκρούσεως ή καταγγελίας, παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης.

(3) Οι εργοδότες και οι εκπρόσωποι των αναφερόμενων στο εδάφιο (3) των άρθρων 7, 8 και 10 νομικών προσώπων ή οργανισμών έχουν υποχρέωση, απέναντι στο άτομο που υπέστη την παρενόχληση ή τη σεξουαλική παρενόχληση ή/και την άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της αποκρούσεως ή καταγγελίας, παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης, από τον προϊστάμενό του ή πρόσωπο που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο, εκπαιδευόμενο ή καταρτιζόμενο, αμέσως μόλις περιέλθει σε γνώση τους η συγκεκριμένη παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση ή οι συνέπειές τους, να λάβουν κάθε πρόσφορο μέτρο για την παύση και μη επανάληψή τους, καθώς και για την άρση των συνεπειών τους. Σε αντίθετη περίπτωση είναι συνυπεύθυνοι εις ολόκληρον με τον προϊστάμενο ή το πρόσωπο που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή τον εργαζόμενο, εκπαιδευόμενο ή καταρτιζόμενο που διέπραξε τις απαγορευμένες από το εδάφιο (1) πράξεις.

(4) Οι εργοδότες και οι εκπρόσωποι των αναφερόμενων στο εδάφιο (3) των άρθρων 7, 8 και 10 νομικών προσώπων ή οργανισμών έχουν υποχρέωση να λαμβάνουν κάθε πρόσφορο και έγκαιρο μέτρο για να αποτρέψουν τις πράξεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) εν γένει στον τομέα της αρμοδιότητάς τους, και, θεωρείται ότι λαμβάνουν τέτοιο μέτρο, όταν εισάγουν κώδικα συμπεριφοράς για αποτροπή των πράξεων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και λαμβάνουν επαρκή πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή των όσων καθορίζονται σε τέτοιο κώδικα. Σε αντίθετη περίπτωση, και, σε περίπτωση που διαπράττονται από προϊστάμενο ή πρόσωπο που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο, εκπαιδευόμενο ή καταρτιζόμενο οι απαγορευμένες δυνάμει του εδαφίου (1) πράξεις, είναι συνυπεύθυνοι εις ολόκληρον με τα πρόσωπα αυτά.»[14]

Με βάση τις διατάξεις του Ν.205(Ι)/2002 (α) η σεξουαλική παρενόχληση απαγορεύεται να διενεργείται από τον εργοδότη ή τον προϊστάμενο ή οποιοδήποτε συνάδελφο του θύματος ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο και (β) απαγορεύεται η θυματοποίηση του εργοδοτούμενου που καταγγέλλει ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης (απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, μεμονωμένη ή επαναλαμβανόμενη, η οποία λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης, αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με τους όρους και συνθήκες απασχόλησης) και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ως βάση για οποιαδήποτε απόφαση που θα θίγει το πρόσωπο που αποκρούει ή υποκύπτει σε σεξουαλική παρενόχληση το γεγονός ότι αποκρούει ή υποκύπτει σε τέτοια πράξη ή συμπεριφορά[15].

Η θυματοποίηση μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορες μορφές. Παραθέτουμε πιο κάτω παραδείγματα συμπεριφορών που μπορούν να θεωρηθούν ως θυματοποίηση νοουμένου οι εν λόγω συμπεριφορές σχετίζονται με την απόρριψη ή την καταγγελία σεξουαλικής παρενόχλησης: διάδοση κακοπροαίρετων φημών, προσβολές με λόγια ή συμπεριφορά, κοινωνικός αποκλεισμός, άδικη μεταχείριση, αδικαιολόγητες απειλές για απόλυση ή μετάθεση, άρνηση ευκαιρίας για προαγωγή ή για εκπαίδευση, ανάθεση εργασίας με λιγότερες ευθύνες-υποβάθμιση, εσκεμμένη ανάθεση υπερβολικής εργασίας, αδικαιολόγητη και συνεχής επίκριση για την απόδοση κατά την εκτέλεση εργασίας, αδικαιολόγητη εξάσκηση των δικαιωμάτων και εξουσιών του προϊσταμένου[16].

Σημειώνουμε ότι το περιβάλλον που εργάζεται κάποιος θεωρείται ως μία από τις συνθήκες απασχόλησής του[17].

Περαιτέρω επιβάλλεται στους εργοδότες να λάβουν ενεργητικά μέτρα για προστασία των εργαζομένων τους από κάθε πράξη ή παράλειψη που συνιστά σεξουαλική παρενόχληση ή που αποτελεί άμεση ή έμμεση συνέπεια της απόκρουσης ή καταγγελίας παρενόχλησης και η οποία προέρχεται από προϊστάμενό τους και/ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο.

Η παράλειψη του εργοδότη να λάβει αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα (κάθε πρόσφορο και έγκαιρο μέτρο[18]) που να αποτρέπουν πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης στοv χώρο εργασίας καθώς και πράξεις άμεσης ή έμμεσης δυσμενούς μεταχείρισης λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης ή παρενόχλησης, τον καθιστά σε περίπτωση διάπραξης των απαγορευμένων, δυνάμει του Ν.205(Ι)/2002, πράξεων είτε από ομοιόβαθμους του θύματος είτε από προϊσταμένους του εξ ολοκλήρου συνυπεύθυνο με το άτομο που εκδήλωσε τις απαγορευμένες συμπεριφορές παρά το ότι (ο εργοδότης) δεν γνώριζε την ύπαρξη της σεξουαλικής παρενόχλησης ή των πράξεων άμεσης ή έμμεσης δυσμενούς μεταχείρισης λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης και ως αποτέλεσμα δεν έλαβε μέτρα αντιμετώπισης τους (βλ.

άρθρο 5 του Ν.205(Ι)/2002). Ο εργοδότης έχει υποχρέωση έναντι του προσώπου που υπέστη σεξουαλική παρενόχληση και/ή άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης αμέσως μόλις περιέλθουν σε γνώση του οι συγκεκριμένες πράξεις να λάβει κάθε πρόσφορο μέτρο για την παύση και μη επανάληψη τους καθώς και για την άρση των συνεπειών τους.

Σε αντίθετη περίπτωση ο εργοδότης είναι πλήρως συνυπεύθυνος με τον δράστη που διέπραξε τις απαγορευμένες πράξεις. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17(1)[19] προστατεύονται οι εργαζόμενοι που προέβηκαν σε καταγγελία ή διαμαρτυρία για παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης από εκδικητικές ενέργειες εις βάρος τους.

Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 17(1) αναφέρει τα πιο κάτω:

«Επιφυλασσομένων των περί αποζημιώσεως διατάξεων του άρθρου 15 του παρόντος Νόμου, είναι απολύτως άκυρη η απόλυση, καθώς και οποιαδήποτε βλαπτική μεταβολή των συνθηκών απασχολήσεως εργαζομένου, που προέβη σε καταγγελία ή διαμαρτυρία με σκοπό να κάνει σεβαστή την αρχή της ίσης μεταχείρισης, συμπεριλαμβανομένων και των καταγγελιών για παράβαση του παρόντος Νόμου, ή εργαζομένου που απέκρουσε ή κατήγγειλε σεξουαλική παρενόχληση, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η απόλυση ή η βλαπτική μεταβολή οφείλεται σε λόγο άσχετο προς την καταγγελία ή τη διαμαρτυρία ή την απόκρουση της σεξουαλικής παρενοχλήσεως.»

Το κριτήριο κατά την αγγλική νομολογία για να διαπιστωθεί αν η βλαπτική μεταβολή των συνθηκών απασχόλησης ή η απόλυση του εργοδοτούμενου που υπέβαλε καταγγελία με σκοπό την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης οφείλεται στην εν λόγω καταγγελία είναι κατά πόσο οι παράγοντες στους οποίους βασίστηκε ο εργοδότης για την απόφασή του μπορούν να θεωρηθούν ως ξεχωριστοί από την καταγγελία και αν ναι, κατά πόσο αυτοί οι παράγοντες είναι στην πραγματικότητα οι λόγοι στους οποίους βασίστηκε ο εργοδότης για να πράξει ως έπραξε. Είναι επιτρεπτό να διαχωριστούν οι πράξεις και οι συνέπειες που ακολουθούν την πράξη της καταγγελίας από την πράξη της υποβολής της καταγγελίας[20].

Στο άρθρο 15 του Ν.205(Ι)/2002 γίνονται προβλέψεις σχετικά με τα αρμόδια Δικαστήρια να εκδικάσουν τις διαφορές που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του Ν.205(Ι)/2002 καθώς και οι κυρώσεις που μπορεί να επιβάλει το αρμόδιο Δικαστήριο στο πρόσωπο που παραβίασε τις πρόνοιες του εν λόγω νόμου:

«15.(1) Επιφυλασσομένης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και εφόσον ο παρών Νόμος δεν προβλέπει διαφορετικά, αρμοδιότητα για την εκδίκαση των εργατικών διαφορών και των λοιπών διαφορών ιδιωτικού δικαίου που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του παρόντος Νόμου έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.

(2) Σε περίπτωση αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου δυνάμει της παραγράφου 6 του Άρθρου 146 του Συντάγματος ……………………………………

(3) Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών επιδικάζει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, η οποία καλύπτει τουλάχιστον ολόκληρη τη θετική ζημιά, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών υπερημερίας και περιλαμβάνει και χρηματική ικανοποίηση για τυχόν ηθική ή σωματική βλάβη του αιτητή, που προκλήθηκαν από τον παραβάτη, σε κάθε δε περίπτωση, στο επιδικαζόμενο πιο πάνω ποσό, προστίθεται και νόμιμος τόκος από την ημερομηνία της παραβάσεως έως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως.

(4) Σε περίπτωση απολύσεως κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εκτός από την επιδίκαση της κατά· το εδάφιο (3) του παρόντος άρθρου αποζημιώσεως, και χωρίς να εξετάσει την καλή ή κακή πίστη του εργοδότη, διατάζει την επαναπρόσληψη του εργαζόμενου και υποχρεώνει τον εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, εφόσον ο εργαζόμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία:

Νοείται ότι σε περίπτωση επαναπρόσληψης ο εργαζόμενος, εφόσον έχει επιδικαστεί σ' αυτόν η κατά/το εδάφιο (3) του παρόντος άρθρου αποζημίωση, δε δικαιούται σε αναδρομική καταβολή μισθών ή άλλων ωφελημάτων, το χρονικό όμως διάστημα της απολύσεως θεωρείται ως υπηρεσία για όλους τους άλλους σκοπούς.

(5) Ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που προβλέπουν τα εδάφια (3) και (4) του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, εκδίδει διάταγμα δεσμευτικής αναγνωρίσεως των δικαιωμάτων του αιτητή σε σχέση με την καταγγελλόμενη παράβαση.

(6) …………………………………………………………………………»

Σημειώνουμε ότι με βάση τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν.205(Ι)/2002σε περίπτωση παραβάσεως του Ν.205(Ι)/2002 μοναδική προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι η διαπίστωση παράβασης του Ν.205(Ι)/2002 αφού δεν εφαρμόζονται διατάξεις (α) που θέτουν ως προϋπόθεση του δικαιώματος για αποζημίωση ένα ελάχιστο διάστημα απασχόλησης ή ένα ελάχιστο αριθμό ωρών εργασίας του εργαζόμενου και (β) που θέτουν ένα ανώτατο όριο αποζημίωσης[21]. Περαιτέρω το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάζεται καταβάλλεται εξ ολοκλήρου από τον εργοδότη ή άλλο πρόσωπο που ευθύνεται για την παράβαση.

To Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.) (νυν Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.)) στην απόφαση του στην υπόθεση C-14/83 Van Colson [1984] ECR 1891 η οποία αφορούσε την Οδηγία 76/207/ΕΚ τόνισε ότι έστω και αν η οδηγία δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη συγκεκριμένη κύρωση που πρέπει να επιβάλλεται συνεπάγεται από το λεκτικό της οδηγίας ότι αν το κράτος μέλος επιλέξει ως κύρωση για την παραβίαση της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων την καταβολή αποζημίωσης, τότε η αποζημίωση αυτή πρέπει να εξασφαλίζει την πραγματική και αποτελεσματική δικαστική προστασία, να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι του εργοδότη και να είναι ανάλογη προς την προκληθείσα ζημιά. Μια αμιγώς συμβολική αποζημίωση (pure nominal compensation) δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αποτελεσματικής μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι o Ν.205(I)/2002 δημιουργεί αστικής φύσεως αδικήματα και στην περίπτωση που στοιχειοθετούνται πράξεις που παραβιάζουν τον εν λόγω Νόμο οι αποζημιώσεις στο θύμα που επιδικάζονται είναι αστικής φύσεως[22] με βασικό κριτήριο ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι δίκαιη και εύλογη και να καλύπτει τη θετική ζημιά που υπέστηκε το θύμα. Δηλαδή επιδικάζονται στο θύμα αποζημιώσεις που καλύπτουν όλες τις ζημιές που υπέστηκε συνεπεία και λόγω των παραβάσεων του Ν.205(Ι)/2002 χωρίς να χρειάζεται να αποδειχτεί ότι οι εν λόγω ζημίες ήταν προβλεπτές[23].

Οι αποζημιώσεις καλύπτουν τις υλικές ζημιές, τη σωματική (περιλαμβάνει και την ψυχιατρική) βλάβη[24] και την ηθική βλάβη που υπέστηκε το θύμα. Το Δ.Ε.Δ. σε περιπτώσεις που υπάρχει υλική ζημιά και σωματική βλάβη/ασθένεια που προκλήθηκε από την πράξη διάκρισης επιδικάζει αποζημιώσεις που καλύπτουν την πραγματική ζημιά που έχει ήδη υποστεί το θύμα ή που ενδεχόμενα θα υποστεί στο μέλλον συνεπεία των απαγορευμένων πράξεων.

Όσον αφορά την ηθική βλάβη σημειώνουμε ότι η έννοια της ηθικής βλάβης (“injured feelings”) καλύπτει αισθήματα αναστάτωσης, ανησυχία, άγχος, φόβο, λύπη, δυστυχία, κατάθλιψη, ψυχική ταλαιπωρία, οδύνη[25]. Το αντικείμενο της αποζημίωσης δεν είναι ούτε η οικονομική ζημιά ούτε η ασθένεια / σωματική βλάβη αλλά η βλάβη στα αισθήματα του θύματος.

Στην αγγλική υπόθεση HM Prison Service v. Johnson [1997] ICR 275 σημειώθηκε ότι σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης για ηθική βλάβη είναι η αποζημίωση και η αποκατάσταση του παραπονούμενου και όχι η τιμωρία του εργοδότη ή του θύτη ή η απόδοση απρόσμενων ωφελημάτων στο θύμα. Ότι οι αποζημιώσεις δεν πρέπει να είναι πολύ χαμηλές ώστε να γίνει σαφές ότι οι δυσμενείς διακρίσεις δεν είναι αποδεκτές.

Ότι αν οι αποζημιώσεις είναι πολύ ψηλές υπάρχει κίνδυνος να μην είναι αποδεκτές από το κοινωνικό σύνολο. Γι’ αυτούς τους λόγους τα Δικαστήρια θα πρέπει να επιδικάζουν αποζημιώσεις για ηθική βλάβη λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των πράξεων του παραβάτη αφενός και τη ζημιά που υπέστηκε στα αισθήματά του το θύμα αφετέρου.

Το Court of Appeal στην απόφαση του στην υπόθεση Vento v. Chief Constable of West Yorkshire Police [2003] ICR 318 έδωσε εκτεταμένη καθοδήγηση σχετικά με το πώς υπολογίζονται οι αποζημιώσεις για τυχόν ηθική βλάβη που προκλήθηκε στο θύμα από την παράβαση. Η εν λόγω καθοδήγηση διαχώρισε τις υποθέσεις σε τρεις κατηγορίες (“the Vento bands”). Η πρώτη κατηγορία αφορά τις πιο σοβαρές υποθέσεις (“the most serious cases”) όπου για παράδειγμα έχει υπάρξει μια μακρά εκστρατεία φυλετικής και σεξουαλικής παρενόχλησης.

Σ’ αυτή την κατηγορία οι αποζημιώσεις πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ GB£15.000 - GB£25.000 και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (“the most exceptional case”) η αποζημίωση για ηθική ζημιά μπορεί να υπερβεί τις GB£25.000. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τις σοβαρές υποθέσεις (“serious cases”) που δεν πρέπει να συμπεριληφθούν στην πρώτη κατηγορία διότι δεν υπάρχουν τα στοιχεία ιδιαίτερης σοβαρότητας που χαρακτηρίζουν τις υποθέσεις της πρώτης κατηγορίας.

Σ’ αυτή την κατηγορία οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι μεταξύ GB£5.000 - GB£15.000. Η τρίτη κατηγορία καλύπτει τις λιγότερο σοβαρές υποθέσεις όταν η πράξη της διάκρισης αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό όχι ιδιαίτερης σοβαρότητας και η αποζημίωση σ’ αυτήν την κατηγορία πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ GB£500 - GB£5.000.

Τονίστηκε ότι υπάρχει αρκετή ελαστικότητα στην κάθε κατηγορία ώστε σε κάθε περίπτωση να δίνεται αποζημίωση που κρίνεται δίκαια και εύλογη αποζημίωση σύμφωνα με τις περιστάσεις της περίπτωσης[26]. Στην περίπτωση της κας Vento η οποία παρενοχλείτο για τέσσερα χρόνια λόγω του φύλου της και στη συνέχεια απολύθηκε με την επίκληση ότι διέπραξε απάτη, επιδικάστηκαν GB£18.000- ως αποζημιώσεις για ηθική βλάβη στην οποία προστέθηκαν ακόμα GB£5.000- λόγω της συμπεριφοράς των εργοδοτών που επιβάρυνε (“aggravate”) την επίδραση των απαγορευμένων πράξεων στα αισθήματα της κας Vento.

Σημειώνουμε ότι Employment Appeal Tribunal[27] αναθεώρησε προς τα πάνω τα ποσά της κάθε κατηγορίας και πιο συγκεκριμένα για την πρώτη κατηγορία είναι GB£18.000 - GB£30.000, για την δεύτερη GB£6.000 - GB£18.000 και για την τρίτη GB£500 - GB£6.000.

Βάρος Απόδειξης

Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Ν.205(Ι)/2002 στην περίπτωση που ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι θίγεται από παράβαση των διατάξεων του εν λόγω Νόμου στοιχειοθετεί πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η παράβαση, το νομικό βάρος απόδειξης (legal burden) μετατίθεται στον αντίδικο του να αποδείξει ότι δεν υπήρξε καμία παράβαση του εν λόγω Νόμου. Περαιτέρω κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από παράβαση του Ν.205(Ι)/2002 έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί κάθε πρόσφορο μέσο για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου.

Η σχετική πρόνοια που περιέχεται στην Οδηγία 97/80/ΕΚ[28] κωδικοποίησε προηγούμενες αποφάσεις του Δ.Ε.Ε.[29] σύμφωνα με τις οποίες αν το παραπονούμενο πρόσωπο αποδείξει εκ πρώτης όψεως (prima facie) υπόθεση ότι το φύλο ήταν ουσιαστική αιτία στην απόφαση να υποστεί λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση, τότε ο καθ’ ου η αίτηση είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ότι το φύλο δεν ήταν παράγοντας που επηρέασε την απόφασή του. Στην Οδηγία 2006/54/ΕΚ στο προοίμιο με αριθμό 30 σημειώνονται τα πιο κάτω:

«Η έγκριση κανόνων σχετικά με το βάρος αποδείξεως διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι το βάρος αποδείξεως μετακυλίεται στον εναγόμενο όταν τεκμαίρεται διάκριση, με εξαίρεση στην περίπτωση διαδικασίας όπου εναπόκειται στο δικαστήριο ή άλλο αρμόδιο εθνικό φορέα να διερευνήσει τα πραγματικά περιστατικά. Είναι πάντως αναγκαίο να διευκρινισθεί ότι η εκτίμηση των γεγονότων από τα οποία μπορεί να τεκμαρθεί η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα των αρμόδιων εθνικών φορέων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή την εθνική πρακτική. Επιπλέον, τα κράτη μέλη δύνανται, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, να θεσπίζουν αποδεικτικούς κανόνες ευνοϊκότερους για τον ενάγοντα.»

Περαιτέρω η Οδηγία 2006/54/ΕΚ περιέχει την ακόλουθη πρόνοια σχετικά με το βάρος απόδειξης:

«Άρθρο 19 – Βάρος Αποδείξεως

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με τα εθνικά τους δικαστικά συστήματα , ώστε να επιβάλλεται στον Εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όταν πρόσωπο που κρίνει ότι θίγεται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης επικαλείται ενώπιον του Δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης.

2. Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν κανόνες ευνοϊκότερους για τον ενάγοντα.

3. ………………………………………………………….»

Το Δ.Ε.Ε. στην απόφαση του στην υπόθεση C-54/07 Centrum voor Gelijikheid van Kansen en voor Racismebestrijding v. Firma Feryn NV ημερομ.10.7.2006 αναφερόμενο στον τρόπο εφαρμογής του κανόνα περί αντιστροφής του βάρους αποδείξεως σημείωσε ότι:

«30. ……στον εναγόμενο εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, άπαξ από τα πραγματικά περιστατικά τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διακρίσεως. Η υποχρέωση αποδείξεως του αντιθέτου, την οποία υπέχει το πρόσωπο που φέρεται ότι προέβη σε δυσμενή διάκριση, εξαρτάται μόνον από τη διαπίστωση της υπάρξεως τεκμηρίου δυσμενούς διακρίσεως, άπαξ αυτό στηρίζεται σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά»,

και στη συνέχεια διευκρίνισε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο αφενός να εξακριβώσει αν έχουν αποδειχθεί τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στον εργοδότη και κατά πόσον τα περιστατικά που αποδεικνύονται αρκούν προκειμένου να τεκμαίρεται η ύπαρξη διακριτικής μεταχείρισης και αφετέρου να εκτιμήσει αν επαρκούν τα στοιχεία που προσκόμισε ο εργοδότης με τη μαρτυρία του προς στήριξη των ισχυρισμών του ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

Ανατρέξαμε στη νομολογία άλλων Ευρωπαϊκών χωρών για να αντλήσουμε καθοδήγηση σχετικά με την εφαρμογή και ερμηνεία της σχετικής πρόνοιας για το βάρος της απόδειξης στις υποθέσεις ισχυριζόμενης διακριτικής μεταχείρισης.

Στην Ιρλανδία το Section 85 A of the Equality Act 2004 προνοεί τα πιο κάτω:

«85.A (1) Where in any proceedings, facts are established by or on behalf of a complainant from which it may presumed that there has been discrimination in relation to him or her, it is for the respondent to prove the contrary.».

Στην υπόθεση Teresa Mitchell v. Southern Health Board [2001] ELR 201 όπου καθορίστηκαν τα κριτήρια προσδιορισμού μετατόπισης του βάρους απόδειξης στον καθ΄ ου η αίτηση, δηλαδή ποια γεγονότα είναι απαραίτητα να αποδειχθούν από ένα παραπονούμενο ώστε να αποδειχθεί ότι τεκμαίρεται (is presumed) διακριτική μεταχείριση και κατά συνέπεια εκ πρώτης όψεως υπόθεση ότι ο παραπονούμενος υπήρξε θύμα διάκρισης ώστε να τεθούν σε εφαρμογή οι πρόνοιες για μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον καθ΄ ου η αίτηση να αποδείξει την απουσία διάκρισης, το Labour Court ανέφερε ότι:

«A claimant must prove, on the balance of probabilities, the primary facts on which they rely in seeking to raise the presumption of unlawful discrimination. It is only if those primary facts are established to the satisfaction of the Court and they are regarded by the Court as being of sufficient significance to raise the presumption of discrimination that the onus shifts to the respondent to prove that there was no infringement of the principle of the equal treatment».

Tο Labour Court σε άλλες αποφάσεις του διευκρίνισε ότι το δικαστήριο εφαρμόζοντας το πιο πάνω τεστ πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο παραπονούμενος στοιχειοθέτησε «πρωταρχικά πραγματικά γεγονότα» στα οποία στηρίζεται για να προωθήσει το παράπονό του ότι έτυχε διακριτικής μεταχείρισης και αν αυτά τα γεγονότα έχουν στοιχειοθετηθεί, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν είναι αρκετής σημασία για να εγείρουν την πιθανότητα της διάκρισης. Αν ο παραπονούμενος δεν αποσείσει αυτό το αποδεικτικό βάρος δεν μπορεί η αίτησή του να πετύχει. Αν όμως το αποσείσει τότε ο καθ΄ ου η αίτηση πρέπει να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ο απαγορευμένος με τον νόμο λόγος ο οποίος ίσχυε για τον παραπονούμενο δεν ήταν ένας παράγοντας που επηρέασε την απόφασή του για να μεταχειριστεί τον παραπονούμενο με τον συγκεκριμένο τρόπο[30].

Στο Ηνωμένο Βασίλειο το section 136 of the Equality Act 2010 προβλέπει τ’ ακόλουθα:

“1.............................................................................................................................

2. If there are facts from which the court could decide, in the absence of any other explanation, that a person (A) contravened the provision concerned, the court must hold the contravention occured.

3.But subsection (2) does not apply if A shows that A did not contravene the provision.” [31]

Tο Court of Appeal στην απόφαση του Igen Ltd v. Wong (2005) IRLR 258 ανέφερε ότι οι σχετικές διατάξεις για το βάρος απόδειξης στις υποθέσεις διακριτικής μεταχείρισης ή παράβασης της αρχής της ισότητας προβλέπουν ότι τα Tribunals θα πρέπει να εξετάζουν την υπόθεση σε δυο στάδια. Στο πρώτο στάδιο εξετάζεται κατά πόσον ο αιτητής απέδειξε γεγονότα από τα οποία το Tribunal μπορεί να συμπεράνει στην απουσία επαρκούς εξηγήσεως από τον καθ’ ου η αίτηση ότι ο καθ’ ου η αίτηση έχει διαπράξει ή μπορεί να θεωρήσει ότι έχει διαπράξει την παράνομη πράξη της διάκρισης εναντίον του αιτητή.

Από το Tribunal απαιτείται στο πρώτο στάδιο να κάνει μια υπόθεση, η οποία μπορεί να είναι και σε αντίθεση με την πραγματικότητα με σκοπό να μεταθέσει το βάρος απόδειξης στον καθ’ ου η αίτηση στο δεύτερο στάδιο έτσι ώστε αν ο καθ’ ου η αίτηση δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τα γεγονότα, ο αιτητής επιτυγχάνει.

Αν ο αιτητής αποδείξει τα πιο πάνω γεγονότα στο πρώτο στάδιο, τότε στο δεύτερο στάδιο ο καθ΄ ου η αίτηση πρέπει να αποδείξει ότι δεν διέπραξε ή ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει διαπράξει την παράνομη πράξη ώστε να μην δεχθεί το παράπονο το Tribunal. Αν στο δεύτερο στάδιο η εξήγηση του καθ’ ου η αίτηση κριθεί ανεπαρκής τότε το Tribunal πρέπει να καταλήξει ότι το παράπονο για διάκριση ευσταθεί[32].

Παρόλο που υπάρχουν αυτά τα δυο στάδια στη διαδικασία της απόφασης τα Tribunals δεν πρέπει να χωρίζουν την ακροαματική διαδικασία σε δυο στάδια ώστε να αντιστοιχούν στα δυο πιο πάνω στάδια[33]. Θα πρέπει να ακούσουν όλη τη μαρτυρία συμπεριλαμβανομένης και της εξήγησης του καθ’ ου η αίτηση προτού αποφασίσουν αν οι προϋποθέσεις του πρώτου σταδίου ικανοποιήθηκαν[34] και αν ναι, κατά πόσον ο καθ’ ου η αίτηση απέσεισε το βάρος απόδειξης που μετατοπίστηκε στους ώμους του.

Το Court of Appeal με την πιο πάνω απόφαση εξέδωσε και τις πιο κάτω καθοδηγητικές αρχές ως προς τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζουν τα Tribunals το θέμα του βάρους της απόδειξης στις υποθέσεις άμεσης διάκρισης:

« (1)...... it is for the claimant who complains of sex discrimination to prove on the balance of probabilities facts from which the tribunal could conclude, in the absence of an adequate explanation, that the respondent has committed an act of discrimination against the claimant which is unlawful .............................. These are referred to below as “such facts”.

(2) If the claimant does not prove such facts he or she will fail.

(3) It is important to bear in mind in deciding whether the claimant has proved such facts that it is unusual to find direct evidence of sex discrimination. Few employers would be prepared to admit such discrimination, even to themselves. In some cases the discrimination will not be an intention but merely based on the assumption that “he or she would not have fitted in”.

(4) In deciding whether the claimant has proved such facts, it is important to remember that the outcome at this stage of the analysis by the tribunal will therefore usually depend on what inferences it is proper to draw from the primary facts found by the tribunal.

(5) It is important to note the word “could” in ........ .................. At this stage the tribunal does not have to reach a definitive determination that such facts would lead it to the conclusion that there was an act of unlawful discrimination. At this stage a tribunal is looking at the primary facts before it to see what inferences of secondary fact could be drawn from them.

(6) In considering what inferences or conclusions can be drawn from the primary facts, the tribunal must assume that there is no adequate explanation for those facts.

(7) These inferences can include, in appropriate cases, any inferences that it is just and equitable to draw .................from an evasive or equivocal reply to a questionnaire ......................

(8) Likewise, the tribunal must decide whether any provision of any relevant code of practice is relevant and if so, take it into account in determining,............................ This means that inferences may also be drawn from any failure to comply with any relevant code of practice.

(9) Where the claimant has proved facts from which conclusion could be drawn that the respondent has treated the claimant less favourably on the ground of sex, then the burden of proof moves to the respondent.

(10) It is then for the respondent to prove that he did not commit, or as the case may be, is not to be treated as having committed, that act.

(11) To discharge that burden it is necessary for the respondent to prove, on the balance of probabilities, that the treatment was in no sense whatsoever on the grounds of sex, since “no discrimination whatsoever” is compatible with the Burden of Proof Directive.

(12) That requires a tribunal to assess not merely whether the respondent has proved an explanation for the fact from which such inferences can be drawn, but further that it is adequate to discharge the burden of proof on the balance of probabilities that sex was not a ground for the treatment in question.

(13) Since the facts necessary to prove an explanation would normally be in the possession of the respondent, a tribunal would normally expect cogent evidence to discharge that burden of proof. In particular, the tribunal will need to examine carefully explanations for failure to deal with the questionnaire procedure and/or code of practice.»

(Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας)

Το Employment Appeal Tribunal στην απόφαση του Laing v. Manchester City Council [2006] IRLR 748 τόνισε ότι το Tribunal κατά το πρώτο στάδιο οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα ώστε να αποφασίσει ποια συμπεράσματα είναι ορθό να συναχθούν και αναφερόμενο στο τι χρειάζεται για να αποσείσει το βάρος απόδειξης ο παραπονούμενος σημείωσε τα πιο κάτω:

“In our view the reference to "the claimant proving facts" in Section …. does not mean that it is only the facts adduced by him (plus supporting facts adduced by the Respondent) that can be considered; it is merely indicating that at that stage the burden rests on the claimant to satisfy the Tribunal, after a consideration of all the facts, that a prima facie case exists sufficient to require an explanation. ………………………………………………………………………………………………

…………………………………………………………………………………………..….if one considers the burden of proof provision in the context of what a claimant needs to establish in a discrimination claim, what it envisages is that the onus lies on the employee to show potentially less favourable treatment from which an inference of discrimination could properly be drawn……………. That involves a consideration of all material facts (as opposed to any explanation). It is only if the claimant succeeds in establishing that less favourable treatment that the onus switches to the employer to show an adequate, in the sense of non-discriminatory, reason for the difference in treatment.”

Ο Lord Justice Mummery δίνοντας την ομόφωνη απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Madarassy v. Nomura International plc [2007] IRLR 246 επικαλούμενος την ανάλυση στην απόφαση Igen Ltd v. Wong προέβηκε στις πιο κάτω διευκρινίσεις σε σχέση με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και τη μετάθεση του βάρους απόδειξης στον καθ΄ ου η αίτηση:

“The court in Igen v. Wong expressly rejected the argument that it was sufficient for the complainant simply to prove facts from which the tribunal could conclude that the respondent "could have" committed an unlawful act of discrimination. ……………………………………"Could conclude" in section 63A(2) must mean that "a reasonable tribunal could properly conclude" from all the evidence before it. This would include evidence adduced by the complainant…………………. in support of the allegations …... It would also include evidence adduced by the respondent contesting the complaint. Subject only to the statutory "absence of an adequate explanation" at this stage (which I shall discuss later), the tribunal would need to consider all the evidence relevant to the ……….. complaint; ……………………………………... The absence of an adequate explanation only becomes relevant if a prima facie case is proved by the complainant. The consideration of the tribunal then moves to the second stage. The burden is on the respondent to prove that he has not committed an act of unlawful discrimination.”

Σημειώνουμε ότι η οικονομική ζημιά και η σωματική βλάβη ή ασθένεια αποδεικνύονται με τον καθιερωμένο τρόπο που αποδεικνύονται στο πλαίσιο των αστικών αδικημάτων και οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται καθορίζονται με τον ίδιο τρόπο που καθορίζονται στο πλαίσιο των αστικών αδικημάτων. Το βάρος απόδειξης είναι στο παραπονούμενο πρόσωπο να αποδείξει με μαρτυρία τόσο την ύπαρξη και το μέγεθος των εν λόγω ζημιών και βλαβών όσο και την αιτιώδη συνάφεια της ζημιάς/βλάβης που υπέστηκε με την πράξη διάκρισης που υπέστηκε.

Ανάλυση Μαρτυρίας – Γεγονότα – Εφαρμογή Νομικής Πτυχής

Α. Κατ΄ αρχάς το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον το Δ.Ε.Δ. έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την Αίτηση.

Το Δ.Ε.Δ. καθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 12 του Περί Ετήσιων Αδειών Μετ’ Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Στο εν λόγω άρθρο προσδιορίζεται το εύρος της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το εν λόγω άρθρο:

«12.-(1) Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι νόμω καλούμενον «Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών») εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθως διαφορών:

(α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος·

(β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων·

(γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεων ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας·

(δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά κανονισμών εκδοθέντων κατ΄ εφαρμογήν του εδαφίου τούτου.

(ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση.

(στ) οποιωνδήποτε διαφορών αστικής φύσεως αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου.»

Ο Ν.205(Ι)/2002προβλέπει ότι αρμοδιότητα για την εκδίκαση εργατικών διαφορών και λοιπών διαφορών ιδιωτικού δικαίου που αναφύονται λόγω της εφαρμογής του Ν.205(Ι)/2002 έχει το Δ.Ε.Δ.

Η Καθ’ ης η Αίτηση 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εργοδότης της Αιτήτριας, του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και του Καθ’ ου η Αίτηση 3. Η Αιτήτρια ισχυριζόμενη ότι υπέστηκε σεξουαλική παρενόχληση από τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη και δυσμενή μεταχείριση από τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη και τον Καθ’ ου η Αίτηση 3 λόγω του ότι κατάγγειλε τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη για σεξουαλική παρενόχλησή της αξιώνει εναντίον όλων των Καθ’ ων η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση θεραπείες που προβλέπονται με τον Ν.205(Ι)/2002. Τα αγώγιμα δικαιώματα της Αιτήτριας εδράζονται στις πρόνοιες του Ν.205(Ι)/2002. Με βάση τις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.205(Ι)/2002 που αφορούν τις έννοιες των λέξεων «απασχόληση», «διάκριση λόγω φύλου», «εργατική διαφορά», «εργοδότης», «εργαζόμενος», «πράξη» και «σεξουαλική παρενόχληση» σε συνδυασμό με τις πρόνοιες των άρθρων 12, 15(1), (3) και (5), 16 και 17 του Ν.205(Ι)/2002 και την πρόνοια του άρθρου 12(1)(β) του Ν.8/67 βρίσκουμε ότι το Δ.Ε.Δ. έχει καθ΄ ύλην αρμοδιότητα να εξετάσει όλα τα θέματα που εγείρει η Αιτήτρια στην Αίτησή της καθώς και αρμοδιότητα σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης να αποδώσει τις θεραπείες που εξαιτείται η Αιτήτρια εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση.

Β. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Αιτήτριας σχετικά με τη συμπεριφορά του Αλέξανδρου Νικολαΐδη προς το πρόσωπό της κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2006 - Μαΐου 2006 και τη δική της αντίδραση προς αυτή τη συμπεριφορά του Αλέξανδρου Νικολαΐδη, παρατηρούμε ότι αυτή χαρακτηριζόταν από σταθερότητα, ευθύτητα και πειστικότητα.

Δεν εντοπίσαμε οτιδήποτε στο περιεχόμενο της εν λόγω μαρτυρίας το οποίο μπορεί να αξιολογηθεί ως αντίφαση η οποία να κλονίζει την αξιοπιστία της Αιτήτριας. Οι υποβολές οι οποίες τέθηκαν στην Αιτήτρια από την πλευρά της Καθ’ ης η Αίτηση 1 κατά την αντεξέτασή της αναφορικά με τα εν λόγω θέματα απορρίφθηκαν από την Αιτήτρια με αμεσότητα και σαφήνεια.

Σημειώνουμε ότι οι εν λόγω υποβολές παρέμειναν μετέωρες λόγω της μη προσκόμισης μαρτυρίας από την πλευρά της Καθ’ ης η Αίτηση 1. Περαιτέρω η εκδοχή της Αιτήτριας υποστηρίζεται από έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιόν μας όπως π.χ. το ημερολόγιο του γραφείου για το 2006 (Τεκμήριο 34) που δεικνύει ότι κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Μαΐου 2006 η Αιτήτρια εργάστηκε πολλές φορές μαζί με τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη είτε μένοντας μαζί του στο γραφείο είτε εκτελώντας περιπολίες, την κατάθεσή της στον ερευνώντα λειτουργό (Τεκμήριο 4), την κατάθεσή της στην πειθαρχική διαδικασία ενώπιον της ΕΔΥ εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και την κατάθεση του κ.

Ρουσουνίδη στην εν λόγω πειθαρχική διαδικασία (Τεκμήριο 6). Επίσης η εκδοχή της Αιτήτριας για το ανεπιθύμητο της συμπεριφοράς του Αλέξανδρου Νικολαΐδη ενισχύεται από το γεγονός ότι στις 30/5/2006 ζήτησε από τον Καθ’ ου η Αίτηση 3 όπως μην εκτελεί περιπολίες με τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη (βλέπε κατάθεση του Καθ’ ου η Αίτηση 3 στην πειθαρχική διαδικασία ενώπιον της ΕΔΥ εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη (Τεκμήριο 6)).

Η μαρτυρία της Αιτήτριας αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα γίνεται αποδεκτή και συνακόλουθα βρίσκουμε ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2006 - Μαΐου 2006 είναι όπως τα ανέφερε ενώπιόν μας η Αιτήτρια κατά την ένορκη κατάθεσή της. Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η Αιτήτρια απέδειξε με τη μαρτυρία της επαρκή γεγονότα από τα οποία πιθανολογείται ότι ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2006 – Μαΐου 2006 εκδήλωσε προς την Αιτήτρια ανεπιθύμητη από αυτήν συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως τέτοιας μορφής και φύσης που προσέβαλε, εκφόβιζε και ταπείνωνε την Αιτήτρια στον χώρο εργασίας της.

Δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2 η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα της μη ύπαρξης σεξουαλικής παρενόχλησης της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου είναι κατάληξή μας ότι ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2006 - Μαΐου 2006 επέδειξε τέτοια συμπεριφορά προς την Αιτήτρια η οποία συνιστούσε στα πλαίσια του Ν.205(Ι)/2002 σεξουαλική παρενόχληση της Αιτήτριας από αυτόν κατά την απασχόλησή της.

Γ. Είμαστε της γνώμης ότι το γεγονός ότι στα γραφεία που στεγαζόταν το Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Αλιείας στην Πάφο υπήρχε μόνο μια τουαλέτα την οποία χρησιμοποιούσαν όλοι οι εργαζόμενοι του Επαρχιακού Γραφείου στην Πάφο (άνδρες και γυναίκες) καθώς και το κοινό που επισκεπτόταν τα εν λόγω γραφεία δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε παράβαση του Ν.205(Ι)/2002 αφού το εν λόγω γεγονός (α) δεν συνδέθηκε με οποιονδήποτε τρόπο με τη σεξουαλική παρενόχληση της Αιτήτριας ή την κατ’ ισχυρισμό δυσμενή μεταχείριση της Αιτήτριας λόγω της υποβολής της καταγγελίας για σεξουαλική παρενόχλησή της και (β) από μόνο του δεν μπορεί θεωρηθεί ως γεγονός από το οποίο μπορεί να συναχθεί ότι η Αιτήτρια υπέστηκε λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση από ότι ένας άνδρας που εργαζόταν στο ίδιο χώρο εργασίας με αυτήν είχε υποστεί και ότι αυτή η λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση βασίζεται στο ότι είναι γυναίκα (δηλαδή δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί άμεση διάκριση λόγω φύλου). Η Αιτήτρια κατά τη μαρτυρία της ανέφερε απλώς ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 δεν έλυσε τα λειτουργικά θέματα που είχε το Επαρχιακό Γραφείο Αλιείας στην Πάφο αφού παρέλειψε να προβεί σε διευθετήσεις ώστε να τηρούνται οι συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας για τους εργαζόμενους χωρίς να αναφέρει ότι αυτές οι παραλείψεις έγιναν λόγω της καταγγελίας της για σεξουαλική παρενόχληση.

Δ. Η μαρτυρία της Αιτήτριας αναφορικά με τα γεγονότα που ακολούθησαν την προφορική καταγγελία της και στη συνέχεια τη γραπτή καταγγελία της εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη για σεξουαλική παρενόχληση ήταν ξεκάθαρη, σαφής, σταθερή, φυσική, πειστική και χωρίς αντιφάσεις. Οι ισχυρισμοί στους οποίους βάσισε η Αιτήτρια την εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο αναφορικά με τις πράξεις του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και τη συμπεριφορά που επέδειξε προς το πρόσωπό της ως προϊστάμενός της από τον Μάιο του 2006 μέχρι τις 31/12/2008, τις πράξεις και τη συμπεριφορά των άλλων συναδέλφων της στα Επαρχιακά Γραφεία του Τμήματος Αλιείας Πάφου από τον Μάιο του 2006 μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, τις πράξεις και τις παραλείψεις του Καθ’ ου η Αίτηση 3 κατά τις πιο πάνω περιόδους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργαζόταν και εκτελούσε τα καθήκοντα της εργασίας της από τον Μάιο του 2006 μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης υποστηρίζονται από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιόν μας (Τεκμήρια 2, 4, 6, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 44, 45, 46, 54 και 55).

Σημειώνουμε ότι ανάμεσα στα έγγραφα που κατέθεσε η Αιτήτρια υπήρχαν έγγραφα και αντίγραφα εγγράφων του Επαρχιακού Γραφείου Αλιείας στην Πάφο (Τεκμήρια 26, 32, 34, 36, 45, 46 και 54) τα οποία επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Παρατηρούμε ότι οι θέσεις της Αιτήτριας αναφορικά με τα πιο πάνω γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν επί της ουσίας τους κατά την αντεξέτασή της.

Ούτε αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσε η Αιτήτρια. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν οι λόγοι που προκάλεσαν αυτές τις πράξεις και τις συμπεριφορές των υπόλοιπων εργαζομένων στο Επαρχιακό Γραφείο στην Πάφο έναντι της Αιτήτριας. Της υποβλήθηκε ότι η εργασία που της ανατίθετο ήταν εντός των εργασιακών καθηκόντων της, ότι για να έχουν όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι στο Επαρχιακό Γραφείο θέμα/προβλήματα μαζί της σημαίνει ότι αυτή επιδείκνυε προβληματική και αντιδραστική συμπεριφορά προς αυτούς και ότι ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης επικοινωνούσε μαζί της με σημειώματα και την άφηνε να εργάζεται μόνη της στο γραφείο ως μέρος των προστατευτικών μέτρων που πάρθηκαν από τον Καθ’ ου η Αίτηση 3 για το πρόσωπό της μέχρι την ολοκλήρωση της πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη.

Η Αιτήτρια απέρριψε απερίφραστα όλες τις υποβολές επιμένοντας στις θέσεις της χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Οι θέσεις της Καθ’ ης η Αίτηση 1 που τέθηκαν μέσω των υποβολών της δικηγόρου της κατά την αντεξέταση της Αιτήτριας παρέμειναν ατεκμηρίωτες λόγω του ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τις στηρίζει.

Συνακόλουθα με την πιο πάνω αξιολόγηση δεχόμαστε τη μαρτυρία της Αιτήτριας όσον αφορά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την καταγγελία της για σεξουαλική παρενόχλησή της από τον Μάιο του 2006 μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης ως αξιόπιστη και βρίσκουμε ότι τα σχετικά πραγματικά γεγονότα είναι ως αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο με την κατάθεση της Αιτήτριας.

Σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια κατέθεσε ότι δεν ανέφερε στον Καθ’ ου η Αίτηση 3 στις 30/5/2006 τον λόγο που είχε πρόβλημα με τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη και δεν ήθελε να περιπολεί μαζί του διευκρινίζοντας ότι την ίδια μέρα ανέφερε στον υπεύθυνο του τομέα της, ο οποίος ήταν κατ’ εντολή του Καθ’ ου η Αίτηση 3 υπεύθυνος για το Επαρχιακό Γραφείο στην Πάφο, τον λόγο που ζήτησε να μην περιπολεί με τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη.

Η εν λόγω μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη αφού η Αιτήτρια εξήγησε πειστικά και με σαφήνεια τον λόγο που δεν ανέφερε το πιο πάνω γεγονός στον ερευνώντα λειτουργό κατά την κατάθεσή της. Η προφορική καταγγελία της Αιτήτριας μπορεί να θεωρηθεί ως καταγγελία για σεξουαλική παρενόχλησή της και/ή απόκρουση σεξουαλικής παρενόχλησης.

Τονίζουμε ότι ο Ν.205(Ι)/2002αναφέρεται σε απόκρουση παρενόχλησης «με οποιονδήποτε τρόπο». Η προφορική υποβολή παραπόνου στον Καθ’ ου η Αίτηση 3 και το αίτημα για μη εκτέλεση περιπολίων με τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη συνιστά, κατά την άποψή μας, απόκρουση σεξουαλικής παρενόχλησης.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά ποσόν από αυτά τα γεγονότα πιθανολογείται παράβαση του Ν.205(Ι)/2002 από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 3 και τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη.

Έχοντας κατά νου πάντοτε τη θέση ότι σκοπός της μετατόπισης του βάρους της απόδειξης είναι η αποτελεσματική εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης και ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι σπάνιο να υπάρχει άμεση μαρτυρία της διακριτικής μεταχείρισης, κατά την κρίση μας, τα πιο πάνω γεγονότα συνιστούν επαρκή πραγματικά περιστατικά τα οποία πιθανολογούν την ύπαρξη δυσμενούς μεταχείρισης της Αιτήτριας σε σχέση με τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησής της και βλαπτικής μεταβολής των συνθηκών απασχόλησής της λόγω της υποβολής της καταγγελίας της για σεξουαλική παρενόχλησή της.

Ο χαρακτηρισμός της Αιτήτριας ως «ανώμαλης» από τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη προς τους υπόλοιπους εργαζομένους στο Επαρχιακό Γραφείο στην Πάφο και τους ψαράδες, οι κατηγορίες του Αλέξανδρου Νικολαΐδη ότι η Αιτήτρια δεν εργάζεται, οι απειλές του για μετάθεσή της στο Λατσί και ότι «θα την κανονίσει» όταν τελειώσει η πειθαρχική διαδικασία, οι αναφορές του στους άλλους εργαζομένους στα Επαρχιακά Γραφεία Πάφου ότι θα την «διώξει» από την εργασία της, η υποβολή αιτημάτων από άλλους εργαζομένους στα Επαρχιακά Γραφεία Πάφου (τους οποίους προΐστατο και αξιολογούσε ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης) για μετάθεση της Αιτήτριας και για μη εκτέλεση περιπολίων μαζί της, η μεθόδευση αποκλεισμού της Αιτήτριας από την εργασία της και ο αποκλεισμός της (η απομόνωσή της σε ένα γραφείο, ο περιορισμός των περιπολιών που εκτελούσε, η μη ενημέρωσή της για το πρόγραμμα περιπολίων και για το πού και πώς θα εργαστεί, οι αλλαγές των προγραμμάτων των περιπολιών χωρίς την ενημέρωσή της, ο αποκλεισμός της από την επιτροπή ελλιμενισμού, η μη συμμετοχή της σε υπερωριακή εργασία παρά το ότι ήταν χαμηλόμισθη ενώ άλλος ψηλόμισθος Επιθεωρητής εκτελούσε υπερωριακή εργασία, η αρνητική στάση των συναδέλφων της οι οποίοι δεν εμφανίζονταν ή αργούσαν να εμφανιστούν όταν εκτελούσαν περιπολίες μαζί της), η διαφορετική ώρα έναρξης των περιπολίων στις οποίες συμμετείχε αυτή από τις περιπολίες που συμμετείχε άλλος συνάδελφός της, η ανάθεση σε αυτήν όλης της γραφειακής εργασίας του Επαρχιακού Γραφείου στην Πάφο, οι μειωμένες αξιολογήσεις της για τα έτη 2007 και 2008 και η απόρριψη των σχετικών ενστάσεών της από τον Καθ’ ου η Αίτηση 3 αποτελούν πράξεις (και παραλείψεις) του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και του Καθ’ ου η Αίτηση 3 (ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 ως ο Διευθυντής του Τμήματος Αλιείας και αρμόδιος προϊστάμενος της Αιτήτριας και του Αλέξανδρου Νικολαΐδη παρέλειψε να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην αφεθεί ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης και οι άλλοι εργαζόμενοι στο γραφείο στην Πάφο να ενεργούν και να συμπεριφέρονται με τους τρόπους που περίγραψε η Αιτήτρια και όταν αυτή η συμπεριφορά είχε αντίκτυπο στις αξιολογήσεις της Αιτήτριας δεν φρόντισε να τύχει η Αιτήτρια αμερόληπτης και δίκαιης αξιολόγησης και απέρριψε τις ενστάσεις της Αιτήτριας, τις οποίες ενστάσεις η ΕΔΥ αποδέχθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο) που συνιστούν δυσμενή μεταχείριση της Αιτήτριας, βλαπτική μεταβολή των συνθηκών απασχόλησης της Αιτήτριας και θυματοποίηση της Αιτήτριας αφού δημιούργησαν ένα εχθρικό, προσβλητικό, εκφοβιστικό, επιθετικό και ταπεινωτικό περιβάλλον εργασίας γι’ αυτήν (το κλίμα που δημιουργήθηκε στην εργασία της Αιτήτριας λογικά μπορεί να χαρακτηριστεί από την Αιτήτρια ως προσβλητικό για την αξιοπρέπειά της και εκφοβιστικό) και της προκάλεσαν βλάβη.

Πέραν των πιο πάνω το γεγονός ότι τα πιο πάνω γεγονότα έλαβαν χώρα μετά την υποβολή των καταγγελιών της Αιτήτριας σε συνδυασμό με το ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 προσπάθησε να πείσει την Αιτήτρια να αποσύρει τη γραπτή καταγγελία της με τον τρόπο που ανέφερε η Αιτήτρια στην ένορκη κατάθεσή της, κατά την άποψή μας, συνιστούν πραγματικά περιστατικά που δεικνύουν ότι πιθανόν ο λόγος που υπέστηκε η Αιτήτρια την πιο πάνω μεταχείριση ήταν η υποβολή της καταγγελίας της.

To βάρος απόδειξης λοιπόν μετατίθεται στους ώμους των Καθ’ ων η Αίτηση να αποδείξουν, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι δεν υπήρξε δυσμενής μεταχείριση της Αιτήτριας και βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας της Αιτήτριας λόγω της καταγγελίας της για σεξουαλική παρενόχλησή της. Οι Καθ’ ων η Αίτηση πρέπει να αποδείξουν ότι τα πιο πάνω γεγονότα δεν οφείλονταν στην καταγγελία της Αιτήτριας και πιο συγκεκριμένα ότι δεν οφείλονταν για κανένα λόγο και με κανένα τρόπο στην καταγγελία της Αιτήτριας αλλά σε λόγους άσχετους προς την καταγγελία.

Σημειώνουμε ότι ο απαγορευμένος λόγος διάκρισης δεν είναι απαραίτητο να είναι ο μοναδικός ή ο κύριος λόγος της υπό εξέταση μεταχείρισης. Είναι αρκετό να είναι συντρέχουσα αιτία της μεταχείρισης έχοντας σημαντική επίδραση σε αυτήν. Βλ. Nagarajan v. London Regional Transport [1999] 1 ΙRLR 572. Λόγω του ότι τα γεγονότα τα οποία είναι απαραίτητα για να αποδείξουν ενώπιον του Δικαστηρίου εξήγηση των γεγονότων είναι στην κατοχή των Καθ’ ων η Αίτηση, οι Καθ’ ων η Αίτηση για να αποσείσουν αυτό το βάρος απόδειξης πρέπει να προσκομίσουν πειστική και ακαταμάχητη μαρτυρία (cogent evidence).

Βλ. την απόφαση Igen v. Wong (πιο πάνω). Οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία και συνακόλουθα δεν προσκόμισαν ενώπιον του Δικαστηρίου αρκετά και ικανοποιητικά στοιχεία για τη μη ύπαρξη δυσμενούς διάκρισης εις βάρος της Αιτήτριας λόγω της υποβολής καταγγελίας για σεξουαλική παρενόχλησή της.

Ως εκ τούτου απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους βάρυνε. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η Αιτήτρια υπέστη δυσμενή μεταχείριση και θυματοποιήθηκε από τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη και τον Καθ’ ου η Αίτηση 3 λόγω της απόκρουσης και της υποβολής καταγγελίας για σεξουαλική παρενόχλησή της εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη.

Ε. Εφόσον η Αιτήτρια στοιχειοθέτησε πραγματικά γεγονότα που πιθανολογούν ότι υπέστηκε δυσμενή μεταχείριση λόγω της απόκρουσης της σεξουαλικής παρενόχλησης που υφίστατο και της υποβολής της καταγγελίας της για σεξουαλική παρενόχληση, η Καθ’ ης η Αίτηση 1 για να μην είναι εξ ολοκλήρου συνυπεύθυνη με τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη και τον Καθ’ ου η Αίτηση 3 οφείλει να αποδείξει ότι (α) έλαβε κάθε πρόσφορο και έγκαιρο μέτρο προς αποτροπή σεξουαλικών παρενοχλήσεων στον χώρο εργασίας της Αιτήτριας καθώς και πράξεων δυσμενούς μεταχείρισης λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης και (β) έλαβε κάθε πρόσφορο μέτρο μόλις περιήλθαν στη γνώση της οι πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης εις βάρος της Αιτήτριας και/ή οι πράξεις δυσμενούς μεταχείρισης της Αιτήτριας λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης για την παύση και μη επανάληψή τους και για την άρση των συνεπειών τους.

Δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα υπόθεση είχε ως εργοδότης υιοθετήσει πολιτική και/ή κώδικα πρακτικής κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας της Αιτήτριας και είχε εφαρμόσει οποιαδήποτε μέτρα που να προβλέπουν για την πρόληψη της σεξουαλικής παρενόχλησης και την αντιμετώπιση περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας αν και εφόσον αυτά παρουσιαστούν.

Συνακόλουθα, βρίσκουμε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 1 απέτυχε να αποδείξει ότι έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή των σεξουαλικών παρενοχλήσεων στον χώρο εργασίας της Αιτήτριας καθώς και των πράξεων δυσμενούς μεταχείρισης λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης. Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι από τις 30/5/2006 που ζήτησε η Αιτήτρια να μην περιπολεί μαζί με τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη και ενημέρωσε τον υπεύθυνο του τομέα της για τον λόγο που ζήτησε να μην περιπολεί με τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη άρχισε να υφίσταται με τις πράξεις του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και των άλλων συναδέλφων της στο γραφείο δυσμενή μεταχείριση και από τον Φεβρουάριο του 2007 που υπέβαλε τη γραπτή καταγγελία η αρνητική αντιμετώπιση (η δυσμενής μεταχείριση) που είχε από τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη και τους συναδέλφους της εντάθηκε.

Ειδικότερα το 2007 και το 2008 οι συνθήκες εργασίας της ήταν καταπιεστικές, προσβλητικές για την αξιοπρέπειά της και εκφοβιστικές. Ενώ υφίστατο αυτή τη μεταχείριση είχε και επιπτώσεις στις αξιολογήσεις της ως εργαζόμενη και ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 δεν τη λάμβανε υπόψη παρά τις διαμαρτυρίες και τις ενστάσεις της.

Χρειάστηκε να αποταθεί στην ΕΔΥ για να ακυρωθούν οι εν λόγω αξιολογήσεις της και να υποβάλλει γραπτές καταγγελίες στην ΕΔΥ, στον Επίτροπο Διοικήσεως και στον Υπουργό Γεωργίας για την κατάσταση που βίωνε στην εργασία της. Σημειώνουμε ότι παρά το ότι το 2006 ανέφερε στους προϊσταμένους της τη συμπεριφορά του Αλέξανδρου Νικολαΐδη προς αυτήν δεν πάρθηκαν οποιαδήποτε μέτρα προστασίας της από εκδικητικές ενέργειες του Αλέξανδρου Νικολαΐδη προς το πρόσωπό της και αναγκάστηκε να υποβάλει γραπτή καταγγελία εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη.

Χρειάστηκαν 22 ολόκληροι μήνες για να ολοκληρωθεί η διαδικασία εξέτασης της γραπτής καταγγελίας της κατά τη διάρκεια των οποίων ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης συνέχιζε να εργάζεται στο ίδιο Επαρχιακό Γραφείο μαζί της ως ιεραρχικά προϊστάμενος αυτής και των υπόλοιπων εργαζομένων στο Επαρχιακό Γραφείο Πάφου χωρίς να γίνει οποιαδήποτε πρόβλεψη για την προστασία της Αιτήτριας.

Σημειώνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση ακολουθήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται από τον Περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμο και ότι παρά το ότι στο κατηγορητήριο αναφερόταν και ο Ν.205(Ι)/2002κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δεν λήφθηκαν μέτρα που προβλέπει ο Κώδικας Πρακτικής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ο Οδηγός.

Τονίζουμε ιδιαίτερα ότι ο πιο πάνω Κώδικας αναφέρει ότι η επίλυση του θέματος που προκύπτει από μια καταγγελία σεξουαλικής παρενόχλησης πρέπει να επιλύεται όσον το δυνατό πιο γρήγορα. Περαιτέρω παρά το ότι (α) στη γραπτή καταγγελία της Αιτήτριας γινόταν αναφορά σε παρενόχλησή της και ψυχολογικό πόλεμο που της γινόταν και (β) στην κατάθεση στον ερευνώντα λειτουργό ανέφερε τα πιο πάνω δεν πάρθηκαν οποιαδήποτε μέτρα για την άρση αυτής της συμπεριφοράς προς το πρόσωπο της Αιτήτριας.

Κρίνουμε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την Καθ’ ης Αίτηση 1 δεν αποτελούσε πρόσφορο μέτρο για την παύση και τη μη επανάληψη της εναντίον της Αιτήτριας δυσμενούς μεταχείρισης και την άρση των συνεπειών της (1) καθότι κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της καταγγελίας της Αιτήτριας δεν παρείχε στην Αιτήτρια (α) προστασία από τις απαγορευμένες με τον Ν.205(Ι)/2002 συμπεριφορές (πράξεις/παραλείψεις που συνιστούσαν δυσμενή μεταχείρισή της) και (β) το αμερόληπτο και κατάλληλο εργασιακό περιβάλλον προσφέροντάς της ίσα δικαιώματα και ευκαιρίες με το υπόλοιπο προσωπικό, (2) από την πρώτη πληροφόρηση της η Καθ’ ης Αίτηση 1 δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο προστασίας της Αιτήτριας, (3) μετά την καταδίκη του Αλέξανδρου Νικολαΐδη η Αιτήτρια συνέχισε να υφίσταται δυσμενή μεταχείριση λόγω του αρνητικού κλίματος εργασίας που εμπεδώθηκε στο Επαρχιακό Γραφείο στην Πάφο.

Η Καθ’ ης η Αίτηση 1 δεν προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να δικαιολογεί τη μεταχείριση που υπέστηκε η Αιτήτρια ή που να αντικρούει τη θέση ότι η εν λόγω μεταχείριση δεν συνιστούσε θυματοποίηση της Αιτήτριας καθ’ ότι οφειλόταν σε λόγους άσχετους με την καταγγελία της. Η απομόνωση της Αιτήτριας σε ένα γραφείο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προστατευτικό μέτρο γι’ αυτήν, ιδιαίτερα, όταν αυτό χρησιμοποιήθηκε ως αρνητικό γεγονός κατά τις αξιολογήσεις της κατά το 2007 και το 2008.

Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 1 δεν έλαβε αμέσως, μόλις περιήλθε στη γνώση της η σεξουαλική παρενόχληση της Αιτήτριας, τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα (α) που απαιτούνταν για προστασία της Αιτήτριας από δυσμενή μεταχείρισή της από τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη και τον Καθ’ ου η Αίτηση 3 λόγω της απόκρουσης και της καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησής της από τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη και (β) την άρση των συνεπειών της σεξουαλικής παρενόχλησης.

Ως εκ τούτου η Καθ’ ης η Αίτηση 1 είναι εξ ολοκλήρου συνυπεύθυνη για τις πράξεις / τις παραλείψεις και τη συμπεριφορά του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και του Καθ’ ου η Αίτηση 3. Τονίζουμε ότι και αν ακόμα η Αιτήτρια δεν ενημέρωνε τους προϊστάμενούς της για τις πράξεις του Αλέξανδρου Νικολαΐδη πάλι η Καθ’ ης η Αίτηση 1 θα ήταν εξ’ ολοκλήρου συνυπεύθυνη με τον Καθ’ ου η Αίτηση 2 και 3 καθότι δεν υιοθέτησε τα προβλεπόμενα με τον Ν.205(Ι)/2002 προληπτικά μέτρα.

Στ. Αναφορικά με τις προδικαστικές ενστάσεις των Καθ’ ων Αίτηση 1 και 2 ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα σημειώνουμε τα πιο κάτω:

Το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα προνοεί τ’ ακόλουθα:

«12(10Α). Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζoν προσωπικό:

…………………………………………………………………………………»

Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α), οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. πρέπει να υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα (ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού, όταν η υπόθεση αφορά πλεονασμό). Μετά την παρέλευση της πιο πάνω προβλεπόμενης προθεσμίας, η οποία προθεσμία είναι αποσβεστική, η θεραπεία μέσω του Δ.Ε.Δ. για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη όμως το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα παραμένει αναλλοίωτο και ο αιτητής/η αιτήτρια μπορεί να το διεκδικήσει με άλλο τρόπο. Το χρονικό σημείο έναρξης της δωδεκάμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 είναι αυτό της ημερομηνίας γένεσης του «προς υποβολή αιτήσεως δικαιώματος».

Παρατηρούμε ότι εντός του πλαισίου του Ν.205(Ι)/2002 οι απαγορευμένες συμπεριφορές οι οποίες δίνουν αγώγιμο δικαίωμα στους παραπονούμενους είναι πράξεις (ή παραλείψεις) είτε μεμονωμένες είτε επαναλαμβανόμενες. Οι επαναλαμβανόμενες πράξεις (ή παραλείψεις) μπορεί να λαμβάνουν χώρα για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Περαιτέρω οι απαγορευμένες πράξεις μπορεί να είναι μια σειρά διαφόρων ξεχωριστών πράξεων (ή παραλείψεων) οι οποίες συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους ώστε να αποτελούν την έκφανση μιας συγκεκριμένης απαγορευμένης με τον Ν.205 (Ι)/2002 συμπεριφοράς.

Είμαστε της γνώμης ότι τόσο στην περίπτωση που οι πράξεις είναι επαναλαμβανόμενες όσο και στην περίπτωση που οι ξεχωριστές πράξεις συνιστούν στην ουσία μια συμπεριφορά η αίτηση στο Δ.Ε.Δ. μπορεί να καταχωρηθεί εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία εκδήλωσης της τελευταίας απαγορευμένης πράξης. Στην περίπτωση που οι απαγορευμένες πράξεις είναι επαναλαμβανόμενες και μπορούν να θεωρηθούν ως πρακτική τότε το Δ.Ε.Δ.

μπορεί να λάβει υπόψη του όλες τις απαγορευμένες πράξεις και να αποδώσει θεραπεία που να τις καλύπτει όλες ως μέρος της απαγορευμένης πρακτικής ασχέτως αν κάποιες από αυτές συνέβησαν εκτός της προθεσμίας των 12 μηνών πριν την καταχώρηση της αίτησης στο Δ.Ε.Δ.. Στην περίπτωση που οι απαγορευμένες πράξεις συνδέονται μεταξύ τους τόσο ώστε να αποτελούν την έκφανση μιας συγκεκριμένης απαγορευμένης με τον Ν.205(Ι)/2002 συμπεριφοράς τότε εφόσον η τελευταία πράξη για την οποία παραπονείται ο αιτητής/η αιτήτρια είναι εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο Ν.8/67, τότε η αίτησή του/της είναι εμπρόθεσμη και οι υπόλοιπες απαγορευμένες πράξεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως παραγραμμένες αφού αποτελούν εκφάνσεις μιας συνεχόμενης απαγορευμένης συμπεριφοράς.

Και σε αυτή την περίπτωση το Δ.Ε.Δ. μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις για όλες τις πράξεις της συνεχόμενης απαγορευμένης συμπεριφοράς ασχέτως αν κάποιες από αυτές επισυνέβησαν εκτός της προβλεπόμενης με τον Ν.8/67 προθεσμίας.

Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης σταμάτησε να παρενοχλεί σεξουαλικά την Αιτήτρια τέλος Μαΐου του 2006. Η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 21/10/2009, δηλαδή 3 και πλέον χρόνια μετά την τελευταία πράξη σεξουαλικής παρενόχλησης εις βάρος της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου η Αίτηση όσον αφορά το παράπονο για τη σεξουαλική παρενόχληση που υπέστηκε η Αιτήτρια καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα δηλαδή έξω από τα χρονικά πλαίσια που καθορίζει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67. Συνακόλουθα το δικαίωμα της Αιτήτριας να αξιώσει τις αιτούμενες θεραπείες που στηρίζονται στο αγώγιμο δικαίωμα της σεξουαλικής παρενόχλησης είναι παραγραμμένο. Με βάση τα πιο πάνω δεν μπορούμε να επιδικάσουμε οποιεσδήποτε αποζημιώσεις στην Αιτήτρια για τη σεξουαλική παρενόχληση που υπέστηκε κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2006 - Μαΐου 2006.

Σε σχέση με τα αγώγιμα δικαιώματα της Αιτήτριας για θυματοποίησή της-μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων και συνθηκών απασχόλησής της και για λιγότερη ευνοϊκή/ δυσμενή μεταχείριση που υπέστηκε λόγω της καταγγελίας (πρώτα προφορικής και μετά γραπτής) που υπέβαλε εναντίον του Αλέξανδρου Νικολαΐδη για σεξουαλική παρενόχλησή της παρατηρούμε ότι οι πράξεις και οι παραλείψεις των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 3 που τα στηρίζουν άρχισαν από τον Ιούνιο του 2006 και συνεχίζονταν μέχρι και το καλοκαίρι/φθινόπωρο του 2009 και οι πράξεις και οι παραλείψεις του Αλέξανδρου Νικολαΐδη άρχισαν τον Ιούνιο του 2006 και συνέχισαν μέχρι τις 31/12/2008.

Οι εν λόγω πράξεις και παραλείψεις συνδέονται στενά μεταξύ τους όσον αφορά τη φύση και το αποτέλεσμά τους (δυσμενή μεταχείριση / δημιουργία εχθρικού για την Αιτήτρια εργασιακού περιβάλλοντος) όσο και το αίτιο τους (την καταγγελία της σεξουαλικής παρενόχλησης) και αποτελούν τόσο μεμονωμένα όσο και σωρευτικά μια απαγορευμένη με τον Ν.205(Ι)/2002 συμπεριφορά.

Εφόσον οι τελευταίες παράνομες πράξεις/παραλείψεις έλαβαν χώρα εντός του χρονικού περιθωρίου που προβλέπει ο Ν.8/67βρίσκουμε ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα και ότι οι αξιώσεις της Αιτήτριας που στηρίζονται στη θυματοποίησή της και τη δυσμενή μεταχείριση που υπέστηκε από τον Ιούνιο του 2006 μέχρι και την καταχώρηση της Αίτησης λόγω της καταγγελίας της για σεξουαλική παρενόχλησή της δεν είναι παραγραμμένες.

Z. Αναφορικά με τη μαρτυρία που προσκόμισε η Αιτήτρια σε σχέση με τις σωματικές ασθένειες/βλάβες καθώς και τις ειδικές ζημιές (ιατρικά έξοδα) που υπέστηκε εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και του Καθ’ ου η Αίτηση 3 σημειώνουμε τα εξής:

(1) Σε ότι αφορά τη ρευματοειδή αρθρίτιδα η Αιτήτρια στη μαρτυρία της ανέφερε ότι μετά τις ουρολοιμώξεις της παρουσιάστηκε ένα είδος ρευματοπάθειας, ινομυαλγία ονομάζεται, το οποίο «είναι αυτοάνοσο νόσημα». Δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία που (α) να εξηγεί τι είναι ένα αυτοάνοσο νόσημα και τι προκαλεί τέτοιου είδους νοσήματα, (β) να δεικνύει τους λόγους που προκαλούν την ινομυαλγία γενικά και (γ) τον λόγο που προκλήθηκε στην Αιτήτρια.

Η Αιτήτρια προσκόμισε μία ιατρική βεβαίωση της ιατρού που την παρακολούθησε από τον Αύγουστο του 2006 μέχρι τον Αύγουστο του 2007 (Τεκμήριο 39) στην οποία αναφέρονται τα συμπτώματα της εν λόγω ασθένειας στην Αιτήτρια καθώς και η αγωγή που της δόθηκε. Περιέχεται επίσης μια σύσταση για «αποφυγή στρεσσογόνων καταστάσεων οι οποίες επιδεινώνουν την πορεία της νόσου».

Δεν αναφέρεται πουθενά στην εν λόγω βεβαίωση ο λόγος που προκάλεσε την εν λόγω ασθένεια στην Αιτήτρια ή που να συνδέει την εν λόγω ασθένεια με το άγχος και/ή τις ουρολοιμώξεις. Βρίσκουμε ότι η πιο πάνω μαρτυρία δεν είναι επαρκής και ικανοποιητική να αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται την αιτιώδη συνάφεια της εκδήλωσης της πιο πάνω ασθένειας με τις παράνομες συμπεριφορές του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και του Καθ’ ου η Αίτηση 3.

Περαιτέρω σημειώνουμε ότι (α) ο Δρ. Ευσταθίου κατέθεσε ότι τα προβλήματα της Αιτήτριας με τις ουρολοιμώξεις άρχισαν τον Ιανουάριο του 2007 ενώ στο Τεκμήριο 39 αναφέρεται ότι η Αιτήτρια έπασχε από ινομυαλγίες από τον Αύγουστο του 2006 και (β) ότι Δρ. Νικάνδρου ανέφερε κατά την αντεξέτασή του ότι η Αιτήτρια δεν είχε πρόβλημα αρθρίτιδας.

(2) Αναφορικά με τα προβλήματα στο σβέρκο η Αιτήτρια κατέθεσε ότι είχε για ένα μήνα ίλιγγο και ότι ο γιατρός που επισκέφθηκε διέγνωσε ότι ο «μυϊκός τόνος στον αυχένα» της προκαλούσε τον ίλιγγο και ότι αυτό το πρόβλημα σχετιζόταν με το άγχος. Ενώπιόν μας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 39 ένα ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ.

Ν. Παπαγεωργίου, ειδικού παθολόγου, στο οποίο αναφέρεται ότι στις 12/1/2009 τον επισκέφθηκε η Αιτήτρια όπου διαπίστωσε ότι έπασχε από ίλιγγο/ναυτία και της χορήγησε άδεια ασθενείας από 12/1/2009 μέχρι 16/1/2009. Καμία αναφορά στο εν λόγω τεκμήριο στον λόγο που προκάλεσε τον ίλιγγο. Επίσης, ενώπιόν μας κατατέθηκε μια δέσμη εγγράφων (Τεκμήριο 53(Α)) η οποία αποτελείται (α) από τιμολόγια και αποδείξεις του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός για ιατρικές υπηρεσίες του Δρ.

Ιωάννου Γιάννη και φυσιοθεραπείες κατά το έτος 2012 μετά από παραπομπή του Δρ. Μιχάλη Χρυσοστόμου, (β) από μια απόδειξη ενός κλινικού εργαστηρίου για αναλύσεις αίματος που έκανε η Αιτήτρια το 2012 και (γ) από μια απόδειξη για ακτινολογικές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε η Αιτήτρια το 2012. Η Αιτήτρια κατέθεσε ότι τα εν λόγω έξοδα αφορούσαν τα προβλήματα που είχε στο αυχένα της λόγω άγχους χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία που να υποστηρίζει τους εν λόγω ισχυρισμούς της.

Η εν λόγω μαρτυρία δεν είναι αρκετή για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι λόγω άγχους που της προκλήθηκε από τις απαγορευμένες συμπεριφορές του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και του Καθ’ ου η Αίτηση 3 κατά την περίοδο 2006-2009 της δημιουργήθηκαν προβλήματα στο σβέρκο και πιο συγκεκριμένα στον μυϊκό τόνο του αυχένα που της προκαλούσε ίλιγγο.

(3) Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι μετά την απόφαση της ΕΔΥ είχε πτώση βλεφάρου και όταν επισκέφθηκε ιατρό νευρολόγο αυτός διέγνωσε ότι το εν λόγω πρόβλημα είναι συνέπεια μετατραυματικού στρες δεν είναι δικογραφημένος και δεν αποδείχτηκε με οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία. Συνακόλουθα, ο εν λόγω ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν γίνεται αποδεκτός.

(4) Ενόψει του συμπεράσματός μας ότι το γεγονός ότι στον χώρο εργασίας της Αιτήτριας υπήρχε μόνο μια τουαλέτα δεν συνιστά παράβαση του Ν.205(Ι)/2002 δεν τίθεται ζήτημα επιδίκασης αποζημιώσεων στην Αιτήτρια στη βάση των επαναλαμβανομένων ουρολοιμώξεων που οδήγησαν στη μόλυνση και την απώλεια της δεξιάς σάλπιγγάς της και στην αποτυχία των προσπαθειών της για τεκνοποίηση μέσω εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Όμως για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσουμε τη σχετική μαρτυρία του Δρ. Ευσταθίου και της Αιτήτριας. Έχει νομολογηθεί για το πώς πρέπει να προσεγγίζεται από το Δικαστήριο, η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 C.L.R.1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας (1982) 1 Α.Α.Δ. 41, Νικολάου ν.

Σταύρου (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 746, R v. Turner (1975) 1 All.E.R. 70). Το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του, έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία.

Η εμπειρογνωμοσύνη του Δρ. Ευσταθίου δεν έχει αμφισβητηθεί και ως εκ τούτου ο μάρτυρας γίνεται αποδεκτός ως εμπειρογνώμονας. Αμφισβητήθηκαν εν μέρει οι διαπιστώσεις του αναφορικά με τα συμπτώματα που εκδήλωσε η Αιτήτρια το 2007. Κυρίως όμως αμφισβητήθηκαν τα αίτια που προκάλεσαν την αποτυχία των σπερματεγχύσεων και της εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Παρατηρούμε ότι η μαρτυρία του αναφορικά με αυτά τα ζητήματα ήταν γενική και δεν συνοδευόταν από συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Δεν έδωσε στοιχεία αναφορικά με (α) το πόσες φορές τον επισκέφθηκε η Αιτήτρια με πρόβλημα ουρολοίμωξης και (β) τα αποτελέσματα των σχετικών εξετάσεων που υποβλήθηκε η Αιτήτρια για να διαγνωστεί το πρόβλημα που είχε.

Ανέφερε απλώς ότι πιθανή αιτία των ουρολοιμώξεων μπορεί να είναι η χρήση μιας κοινής τουαλέτας από πολλά άτομα. Τόνισε όμως ότι δεν μπορεί να αποκλείσει και άλλες αιτίες και σημείωσε ότι δεν μπορεί να ξέρει στα σίγουρα αν η αιτία των ουρολοιμώξεων που έπαθε η Αιτήτρια ήταν η μια κοινή τουαλέτα. Ισχυρίστηκε ότι η συνηθέστερη αιτία μόλυνσης στις σάλπιγγες είναι οι λοιμώξεις χωρίς να μας εξηγήσει με λεπτομέρεια και στοιχεία τη σύνδεση των ουρολοιμώξεων που έπαθε η Αιτήτρια με τη διαπίστωση της υδροσάλπιγγας/κλειστής σάλπιγγας.

Είπε ότι η κλειστή σάλπιγγα μπορεί να είναι μια αιτία της αδυναμίας της Αιτήτριας για φυσιολογική σύλληψη. Σε σχέση με το άγχος ο Δρ. Ευσταθίου ανέφερε ότι λόγω του άγχους που βίωνε η Αιτήτρια στην εργασία της ο κύκλος της περιόδου της ήταν αναστατωμένος και ότι αυτός δυσκολευόταν να πετύχει ωορρηξία.

Δεν μας έδωσε στοιχεία και λεπτομέρειες που να στηρίζουν τις πιο πάνω αναφορές του και όταν ρωτήθηκε πώς διαπίστωσε ότι ήταν το άγχος που δημιουργούσε στην Αιτήτρια αυτά τα προβλήματα απάντησε ότι είναι πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί με εξετάσεις η επίδραση του άγχους. Ενόψει των πιο πάνω αδυναμιών στη μαρτυρία του Δρ.

Ευσταθίου κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε σε αυτήν για εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα αίτια που δημιούργησαν στην Αιτήτρια προβλήματα τεκνοποίησης. Πέραν της μαρτυρίας του Δρ. Ευσταθίου που αφορούσε το έτος 2007, η Αιτήτρια κατέθεσε ότι υποβλήθηκε σε επανειλημμένες θεραπείες εξωσωματικής γονιμοποίησης μέχρι το 2013 οι οποίες απέτυχαν.

Δεν δόθηκε οποιαδήποτε άλλη ιατρική μαρτυρία που να δεικνύει τα αίτια που απέτυχαν όλες οι άλλες προσπάθειες της Αιτήτριας για τεκνοποίηση. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση κρίνουμε ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι οι αποτυχημένες προσπάθειες της για τεκνοποίηση οφείλονταν στις πράξεις και τις παραλείψεις του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και του Καθ’ ου η Αίτηση 3.

(5) Σε σχέση με τη μαρτυρία του Δρ. Νικάνδρου παρατηρούμε κατ’ αρχάς ότι η θέση ότι προκλήθηκε στην Αιτήτρια σωματική βλάβη λόγω της υπερβολικής γραφειακής εργασίας που εκτελούσε δεν είναι δικογραφημένη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς αποζημιώσεων. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνουμε ότι αποδεχόμαστε ότι ο Δρ.

Νικάνδρου είναι εμπειρογνώμονας. Ο Δρ. Νικάνδρου κατέθεσε (α) ότι παρακολούθησε την Αιτήτρια από τον Δεκέμβριο του 2008 μέχρι τον Ιανουάριο του 2009 χωρίς όμως να διευκρινίσει ακριβώς ποιες περιόδους και (β) ότι δεν γνωρίζει τη σημερινή κατάσταση της Αιτήτριας. Σημειώνουμε ότι το γεγονός ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας το ακριβές χρονικό διάστημα που η Αιτήτρια εκδήλωνε τα συμπτώματα των ασθενειών που ανέφερε ο Δρ.

Νικάνδρου μας εμποδίζει να καθορίσουμε το ποσό της τυχόν αποζημίωσης που δικαιούται η Αιτήτρια αν αποδειχτεί η αιτιώδη συνάφεια της απαγορευμένης με τον Ν.205(Ι)/2002 συμπεριφοράς με τις εν λόγω ασθένειες. Παρατηρούμε ότι στο Τεκμήριο 38 το οποίο εξέδωσε ο Δρ. Νικάνδρου στις 08/12/2008 δεν γίνεται αναφορά σε αυχενικό σύνδρομο ενώ στο Τεκμήριο 47 το οποίο εξέδωσε στις 21/10/2010 αναφέρεται σε αυχενικό σύνδρομο.

Ήταν η θέση του ότι το εν λόγω σύμπτωμα εκδηλώνεται με χρόνιους πόνους αυχένα, δυσκαψία και συνοδεύεται με κεφαλγία και είναι πρόβλημα συνδέσμων και αρθρώσεων του αυχένα. Παρατηρούμε ότι η Αιτήτρια στις 12/01/2009 απουσίαζε από την εργασία της λόγω ίλιγγου τον οποίο όπως ισχυρίστηκε προκαλούσε ο μυϊκός τόνος στον αυχένα και ότι το εν λόγω πρόβλημα της προκλήθηκε από το άγχος που βίωνε στον χώρο εργασίας της.

Θεωρούμε τα πιο πάνω ως ουσιαστικές αντιφάσεις και ελλείψεις στη μαρτυρία της πλευράς της Αιτήτριας σε σχέση με το αυχενικό σύνδρομο που μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι ασφαλές να βασιστούμε σε αυτή τη μαρτυρία για εξαγωγή συμπερασμάτων. Ο Δρ. Νικάνδρου ανέφερε ότι η Αιτήτρια είχε προβλήματα από πριν και ότι τα εν λόγω προβλήματα της οξύνθηκαν εκείνη την περίοδο, γεγονός που καταδεικνύει ότι υπήρχαν σοβαροί λόγοι που τα επιδείνωσαν.

Σημειώνουμε ότι ενώ ανάφερε ότι αιτία του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα μπορεί να είναι και η ρευματοειδής αρθρίτιδα είπε ότι η Αιτήτρια την οποία εξέτασε και σε προγενέστερο στάδιο δεν έπασχε από αρθρίτιδα σε αντίθεση με τη μαρτυρία της Αιτήτριας για το ότι ανέπτυξε ινομυαλγίες. Περαιτέρω, είπε ότι η Αιτήτρια είχε και τις δουλειές του σπιτιού που και αυτές αποτελούν μία από τις αιτίες της εν λόγω ασθένειας.

Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι δεν αποδείχθηκε στο βαθμό που απαιτείται ότι το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα που παρουσίασε η Αιτήτρια τον Δεκέμβριο του 2008 οφειλόταν στην υπερβολική γραφειακή δουλειά που της ανατέθηκε εκείνη την περίοδο. Ο Δρ. Νικάνδρου ανέφερε ότι οι ασθένειες των οποίων η Αιτήτρια εμφάνισε συμπτώματα οφείλονται σε σημαντικό ποσοστό στην κληρονομικότητα και σε άλλο σημαντικό ποσοστό στην χρήση των μερών του σώματος.

Επίσης ότι το ανατομικό υπόστρωμα παίζει ρόλο. Δεν διευκρίνισε ποια ήταν αυτή η συσχέτιση στην περίπτωση της Αιτήτριας ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει σε ποιο βαθμό η εκτέλεση της εργασίας ήταν ο παράγοντας που προκάλεσε την εκδήλωση των συμπτωμάτων των ασθενειών που διαπίστωσε ότι έπασχε η Αιτήτρια.

Λόγω των πιο πάνω αδυναμιών στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Αιτήτρια κρίνουμε ότι δεν μπορούν να επιδικαστούν στην Αιτήτρια αποζημιώσεις για τα σύνδρομα που κατέθεσε ο Δρ. Νικάνδρου.

(6) Πέραν των πιο πάνω αδυναμιών στη μαρτυρία της Αιτήτριας σε σχέση με την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και του Καθ’ ου η Αίτηση 3 και των σωματικών βλαβών/ασθενειών που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε, παρατηρούμε ότι οι υλικές ζημιές (τα ιατρικά έξοδα) που αξιώνει και οι οποίες θεωρούνται ως ειδικές ζημιές δεν έχουν δικογραφηθεί και δεν έχουν αποδειχθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις της σχετικής νομολογίας (Ηρακλέους ν.

Πίτρου (1994) 1 Α.Α.Δ.239). Πιο συγκεκριμένα, στους γενικούς λόγους της Αίτησης δεν γίνεται αναφορά στις ειδικές ζημιές που υπέστηκε η Αιτήτρια και ενώ με αιτητικό της Αίτησης αξιώνεται το ποσό των €10.000 ως ειδικές ζημιές, ιατρικά έξοδα, φαρμακευτική αγωγή και μεταφορικά, η Αιτήτρια με τη μαρτυρία της προώθησε αξίωση για το πόσο των €36.462,28.

Περαιτέρω, παρατηρούμε ότι η Αιτήτρια κατέθεσε διάφορες αποδείξεις και τιμολόγια διαφόρων ιατρικών κέντρων και ιατρών καθώς και πληρωμές μέσω τραπεζών για εξετάσεις και θεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε (Τεκμήρια 53, 53(Α), 53(Β) και 53(Γ)) χωρίς να μας δώσει τις οποιεσδήποτε σχετικές λεπτομέρειες. Ανάμεσα στα εν λόγω Τεκμήρια (i) υπάρχουν έγγραφα που αφορούν ιατρούς που δεν διευκρινίζεται η ειδικότητά τους (Δρ.

Φίλιππος, Δρ. Φίλιππος Κωνσταντίνου, Δρ. Ιωάννου Γιάννης, Δρ. Γιούκας Στέφανος) και που δεν διευκρινίζεται ποιες εξετάσεις διενήργησαν οι ιατροί (π.χ consultation), (ii) υπάρχουν αποδείξεις για αγορά φαρμάκων αλλά δεν δόθηκε μαρτυρία τι αφορούν αυτά τα φάρμακα και για ποιο σκοπό τα πήρε η Αιτήτρια, (iii) υπάρχουν έγγραφα διαφόρων αναλύσεων αίματος της Αιτήτριας και του συζύγου της στα οποία δεν αναφέρεται ο σκοπός που έγιναν και τι αφορούν αυτές οι αναλύσεις και (iv) υπάρχουν πιστοποιητικά εξετάσεων ιατρού ενδοκρινολόγου για τα οποία δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες/επεξηγήσεις.

Τα έγγραφα που αποτελούν τα πιο πάνω τεκμήρια αφορούν ιατρικές επισκέψεις, εξετάσεις και θεραπείες που έλαβαν χώρα από τις αρχές του 2007 μέχρι και τα τέλη του 2013. Πέραν της μαρτυρίας του Δρ. Ευσταθίου που αφορούσε το έτος 2007 δεν δόθηκε οποιαδήποτε άλλη ιατρική μαρτυρία που να συνδέει τις εν λόγω ιατρικές επισκέψεις, εξετάσεις και θεραπείες με το άγχος που προκλήθηκε στην Αιτήτρια από τις απαγορευμένες συμπεριφορές του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και του Καθ’ ου η Αίτηση 3 και που να δεικνύει ότι από το 2007 και μετά δεν προέκυψαν άλλα γεγονότα και δεν διαπιστώθηκαν άλλες αιτίες που επηρέαζαν τις προσπάθειες της Αιτήτριας για τεκνοποίηση.

Συνακόλουθα, κρίνεται ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε (α) στο βαθμό που απαιτείται τις ειδικές ζημιές που αξιώνει και (β) την απαιτούμενη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των ειδικών ζημιών που αξιώνει και των πράξεων του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και του Καθ’ ου η Αίτηση 3.

Ως εκ τούτου δεν επιδικάζονται στην Αιτήτρια (α) γενικές αποζημιώσεις για σωματική βλάβη και (β) ειδικές αποζημιώσεις για υλική ζημιά.

Η. Η μαρτυρία της Αιτήτριας ότι λόγω του άγχους και της ψυχολογικής κατάστασης που βίωνε στην εργασία της κατά τα έτη 2006-2009 ένιωθε κόπωση και είχε διαταραχή στον ύπνο της και δεν μπορούσε ως μητέρα να φροντίσει το ανήλικο τέκνο της δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα.

Υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που παραθέσαμε πιο πάνω σε σχέση με τις αποζημιώσεις για ηθική βλάβη και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και τις συνθήκες που περιβάλλουν τη διάκριση που υπέστηκε η Αιτήτρια λόγω του φύλου της, δηλαδή τη φύση της δυσμενούς μεταχείρισης που υπέστηκε λόγω της απόκρουσης/καταγγελίας της για σεξουαλική παρενόχληση (την προσβολή, τον εργασιακό και κοινωνικό αποκλεισμό, τον ψυχολογικό πόλεμο, τις μειωμένες αξιολογήσεις, τον περιορισμό των καθηκόντων της στα γραφειακά μόνο καθήκοντα, την άνιση μεταχείρισή της σε σχέση με τη γραφειακή εργασία και τον όγκο της γραφειακής εργασίας που εκτελούσε σε σύγκριση με τους άλλους συναδέλφους της), τον χρόνο που διήρκησε (από τον Μάιο του 2006 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2009), την ιεραρχική σχέση μεταξύ της Αιτήτριας αφενός και του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και του Καθ’ ου η Αίτηση 3 αφετέρου, τον χρόνο που διήρκησε η διαδικασία εξέτασης του επίσημου παραπόνου της Αιτήτριας (22 περίπου μήνες) κατά τη διάρκεια του οποίου δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε προστατευτικά μέτρα γι’ αυτήν, τα μέτρα που έλαβε η Καθ’ ης η Αίτηση 1 με την πειθαρχική τιμωρία του Αλέξανδρου Νικολαΐδη και την ακύρωση των αξιολογήσεών της για τα έτη 2007 και 2008, την αρνητική αντιμετώπιση που είχε η Αιτήτρια μετά την πειθαρχική τιμωρία του Αλέξανδρου Νικολαΐδη (συνεχίστηκε η προσβλητική αντιμετώπισή της, η άνιση κατανομή της εργασίας και απειλήθηκε με μετάθεση) η οποία όμως δεν ήταν τόσο δυσμενής σε σύγκριση με αυτήν των προηγούμενων χρόνων, το ότι η Αιτήτρια συνεχίζει να εργάζεται στο Τμήμα Αλιείας και τις επιπτώσεις που είχε η δυσμενής διάκριση στην Αιτήτρια, κρίνουμε εύλογη και δικαιολογημένη την επιδίκαση υπέρ της αποζημιώσεων ύψους €22.000-.

Κρίνουμε ότι η παρούσα περίπτωση αποτελεί μια σοβαρή υπόθεση αλλά όχι τόσο σοβαρή που να εντάσσεται στις πολύ σοβαρές και ακραίες περιστάσεις, καθότι παρόλο που υπήρξε διακριτική μεταχείριση για τρία και πλέον χρόνια οι πράξεις διάκρισης δεν ήταν ακραίες.

Κατάληξη

Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €22.000- το οποίο θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από 01/06/2006 ως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημίωσης. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως.

(Υπ.) ………………………………………………

Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής

(Υπ.) ………………………………

Α. Θεοδούλου, Μέλος

(Υπ.) …………………………………

Ν. Άσσος, Μέλος

Πιστόν Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

Subject: Industrial/Final

(Αναφορά: Σεξουαλική παρενόχληση/θυματοποίηση λόγω καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης)

[1] Βλέπε Απόφαση ΔΕΚ 14/83 Von Colson v. Land Nordrheim [1984] ECR 1891, Απόφαση ΔΕΚ C-106/89 Marleasing SA [1992] ECR 1-4135.

[2] Η Σύσταση και ο Κώδικας δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα αλλά το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφάνθηκε στην Απόφαση 322/88 Grimaldi v Fonds des Maladies Professionnelles [1989] ECR 4407 ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις συστάσεις για την επίλυση των διαφορών που τους υποβάλλονται ιδιαίτερα όταν διευκρινίζουν την ερμηνεία εθνικών διατάξεων που εκδίδονται για την εφαρμογή αυτών ή όταν οι συστάσεις προορίζονται να συμπληρώσουν δεσμευτικά κοινοτικά μέτρα.

[3] Στη Σύσταση 92/131/ΕΟΚ τονίζεται ότι :«το ουσιώδης χαρακτηριστικό της σεξουαλικής παρενόχλησης είναι ότι αυτή είναι ανεπιθύμητη από το θιγόμενο, καθώς ανήκει σε κάθε άτομο η εκλογή να προσδιορίσει ποια συμπεριφορά είναι αποδεκτή γι΄ αυτό και ποια θεωρεί ως προσβλητική. Το σεξουαλικού χαρακτήρα ενδιαφέρον καθίσταται σεξουαλική παρενόχληση εφόσον συνεχίζεται, αφού έχει γίνει σαφές από το θιγόμενο ότι θεωρείται προσβλητικό, αν και ένα μεμονωμένο κρούσμα παρενόχλησης μπορεί να αποτελεί κι αυτό σεξουαλική παρενόχληση εφόσον είναι αρκετά σοβαρό. Ο ανεπιθύμητος χαρακτήρας της συμπεριφοράς είναι αυτό που διακρίνει τη σεξουαλική παρενόχληση από τη φιλική συμπεριφορά, η οποία είναι ευπρόσδεκτή και αμοιβαία.»

[4] Στ. Γιαννακούρου, Η Ίση Μεταχείριση Ανδρών και Γυναικών κατά το Κοινοτικό και Ελληνικό Εργατικό Δίκαιο, 2008, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, σελίδα 158: «Η εκδήλωση της απαγορευμένης συμπεριφοράς πρέπει να είναι ανεπιθύμητη και αφετέρου η συμπεριφορά αυτή πρέπει να γίνεται με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου.»

[5] Australian Human Rights Commission, Effectively Preventing and Responding to Sexual Harassment: A Code of Practice for Employers (2008), page 11, Κώδικας Πρακτικής Για την Αντιμετώπιση της Σεξουαλικής Παρενόχλησης και Παρενόχλησης στην Εργασία, Γενικές Αρχές και Παραδείγματα, Αρχή Ισότητας, Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως, 2007 σελίδα 9.

[6] Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις και το Δίκαιο της Ευελιξίας της Εργασίας, Στ’ Έκδοση, 2012, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελίδα 788.

[7] Στ. Γιαννακούρου, Η Ίση Μεταχείριση Ανδρών και Γυναικών κατά το Κοινοτικό και Ελληνικό Εργατικό Δίκαιο, 2008, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, σελίδα 158.

[8]“As to whether the conduct is unwelcome, there may well be difficult factual issues to resolve. In general terms, some conduct, if not expressly invited, could properly be described as unwelcome. A woman does not, for example, have to make it clear in advance that she does not want to be touched in a sexual manner. At the lower end of the scale, a woman may appear, objectively, to be unduly sensitive to what might otherwise be regarded as unexceptional bahaviour. But because it is for each person to define their own levels of acceptance, the question would then be whether by words or conduct she had made it clear that she found such conduct unwelcome. It is not necessary for a woman to make a public fuss to indicate her disapproval; walking out of the room might be sufficient. Tribunals will be sensitive to the problems that the victims may face in dealing with a man, perhaps in a senior position to herself, who will be likely to deny that he was doing anything untoward and whose defence may be that the victim was being over sensitive. Provided that any reasonable person would understand her to be rejecting the conduct of which she was complaining, continuation of the conduct would, generally be regarded as harassment.”

[9] Στ. Γιαννακούρου, Η Ίση Μεταχείριση Ανδρών και Γυναικών κατά το Κοινοτικό και Ελληνικό Εργατικό Δίκαιο, 2008, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, σελίδα 158.

[10] Owens, Morgan and Gomes, Implementing the E.U’ s New Sexual Harassment Directive: Are employers entitled to a defense? , J. Individual Employment Rights, Vol 11(2), 2003-2004, page 93: “ By employing the word “unwanted” the directive appears congruent with U.S Law, and we assert that the crux of the determination is whether the employee had a meaningful choice when being exposed to objectionable behavior.”. Στην απόφαση του Supreme Court των Η.Π.Α. Meritor Savings Bank v. Vinson 477 US 57 (1986) αποφασίστηκε ότι το ερώτημα είναι κατά πόσον η παραπονούμενη με τη συμπεριφορά της έδειξε ότι κατ΄ ισχυρισμόν σεξουαλικές προτάσεις δεν ήταν ευπρόσδεκτες και όχι αν η συμμετοχή της σε σεξουαλική επαφή ήταν θεληματική.

[11] M.Connolly ,Discrimination Law, 2nd Edition , Sweet& Maxwell, page 144: “ There is no need to show that the conduct was related to the victim’s sex, only that it was sexual. Thus, it is no defence, that the sexual conduct treats male and female …….. claimants equally badly.”

[12]M.Connolly ,Discrimination Law, 2nd Edition , Sweet& Maxwell, page 144: “ The conduct may take any form, such as oral , written or the displaying of pictures.”, Australian Human Rights Commission, Effectively Preventing and Responding to Sexual Harassment : A code of Practice for Employers (2008), page14: “ What is a ‘conduct of a sexual nature’? The unwelcome behaviour must have a sexual element, overtone or implication……conduct of a sexual nature ‘….includes making a statement of a sexual nature to a person, or in the presence of a person , whether the statement is made orally or in writing’……..

Courts have also interpreted ‘conduct of a sexual nature’ broadly. Conduct that may not, in isolation, appear to be sexual in nature, may become so because of the surrounding circumstances. For example, in Shiels v James and Lipman Pty Ltd [2000]FMCA2 the Federal Magistrates Court found that flicking rubber bands at a co-worker’s legs was conduct of a sexual nature because it was part of a pattern of sexual behavior.” Στο σύγγραμμα Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις και το Δίκαιο της Ευελιξίας της Εργασίας, Στ’ Έκδοση, 2012, Εκδόσεις Σάκκουλα, στην σελίδα 788 αναφέρονται τα εξής :«Στη σεξουαλική παρενόχληση η αποδοκιμαστέα συμπεριφορά μπορεί να είναι απλώς λεκτική, χωρίς να είναι ανάγκη να συνοδεύεται από επίμονες προτάσεις.

Μπορεί να εκδηλώνεται με τη χρήση διάφορων ψυχολογικών μέσων, χωρίς εμφανείς εξωτερικές ενέργειες, όπως θωπείες ή πράξεις βίας. Δεν απαιτείται να επεκτείνεται σε λοιδορικές ή υποτιμητικές εκφράσεις. Όταν προέρχεται από τον εργοδότη, δεν απαιτείται να συνδυάζεται με κάποια διαταγή ή να συνοδεύεται με δυσμενείς επιπτώσεις στην απασχόληση όπως μεροληπτικές αξιολογήσεις, αδικαιολόγητες κρίσεις, εντατικοποίηση χρόνου εργασίας, προσχηματικές απολύσεις και επιβολή πειθαρχικών ποινών.

Δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται με απειλές αλλά αρκεί να συνδυάζεται με υποσχέσεις. Η σεξουαλική παρενόχληση προκύπτει από τη χρήση σεξιστικών εκφράσεων, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι υποτιμητικές, έμμονων προτάσεων, ερωτικών χειρονομιών, ερωτικών υπονοουμένων ή και εκφράσεων πρόκλησης ερωτικών φαντασιώσεων.

Η σεξουαλική παρενόχληση υπάρχει από τη στιγμή που κάποιος χρησιμοποιεί το άλλο φύλο ως σεξουαλικό αντικείμενο, χωρίς να χρειάζεται να επιδιώκεται η σεξουαλική εύνοια. Προφανώς δεν εντάσσεται στην αποδοκιμαστέα συμπεριφορά κάθε προσπάθεια ερωτικής προσέγγισης ή άσκησης γοητείας και κάθε προσπάθεια επιλογής συντρόφου, τουλάχιστον έως ότου αυτή καταστεί ανεπιθύμητη.»

[13] Australian Human Rights Commission, Effectively Preventing and Responding to Sexual Harassment : A code of Practice for Employers (2008), pages 15-16, Κώδικας Πρακτικής Για την Αντιμετώπιση της Σεξουαλικής Παρενόχλησης και Παρενόχλησης στην Εργασία, Γενικές Αρχές και Παραδείγματα, Αρχή Ισότητας, Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως, 2007 σελίδα 13.

[14]Τα άρθρα 7, 8, 9, και 10 του Ν.205(Ι)/2002 αφορούν όλα τα στάδια προσχώρησης και ανέλιξης στην εργασία καθώς και εξόδου από την εργασία (από τις διαδικασίες επιλογής κατάλληλου υποψηφίου μέχρι και τους όρους αφυπηρέτησης ή απόλυσης ενός εργοδοτούμενου) και καλύπτουν σε ότι αφορά στην πρόσβαση την απασχόληση, στην εργασία και στους όρους ή συνθήκες απασχολήσεως.

[15]Στον Κώδικα Πρακτικής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σημειώνεται ότι : «Είναι απαράδεκτο, εφόσον μια τέτοια συμπεριφορά είναι ανεπιθύμητη, παράλογη και προσβλητική γι’ αυτόν που την υφίσταται, η απόκρουση ή η υποταγή ενός ατόμου σε μια τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους των εργοδοτών ή εργαζομένων (περιλαμβανομένων ιεραρχικά ανώτερων ή ομοιόβαθμων) να χρησιμοποιείται φανερά ή συγκαλυμμένα ως βάση για τη λήψη απόφασης, η οποία επηρεάζει ……..αποφάσεις που ρυθμίζουν θέματα αμοιβής ή άλλα υπηρεσιακά θέματα ή/ και μια τέτοια συμπεριφορά δημιουργεί για το θιγόμενο εργασιακό περιβάλλον χαρακτηριζόμενο από φόβο, εχθρότητα ή ταπείνωση.»

[16]Australian Human Rights Commission, Effectively Preventing and Responding to Sexual Harassment : A code of Practice for Employers (2008), pages29-30, ACAS A guide for employees, Bulling and Harassment at work, page 2, Employment Statutory Code 2010, chapters 7 and 9.

[17] Βλέπε Οδηγό σελ.23

[18]Θεωρείται ότι τέτοιο μέτρο λαμβάνεται όταν εισάγεται κώδικας συμπεριφοράς για αποτροπή των απαγορευμένων πράξεων ή παραλείψεων και λαμβάνονται επαρκή πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή των όσων καθορίζονται στον κώδικα.

[19] Το άρθρο 24 της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ προβλέπει ότι : « Τα κράτη μέλη εισάγουν στην εθνική έννομη τάξη τα μέτρα που απαιτούνται για την προστασία των εργαζομένων ……….κατά της απόλυσης ή άλλης δυσμενούς μεταχείρισης που θα συνιστούσε αντίδραση του εργοδότη σε καταγγελία εντός της επιχείρισης ή σε κίνηση δικαστικής διαδικασίας με στόχο να επιβάλει τη συμμόρφωση προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης.»

[20] Panayiotou v Chief Constable Paul Kernaghan [2014] Appeal No.UKEAT/0436/13. Στην Martin v Devonshires Solicitors [2010] Appeal No. UKEAT/0086/10 λέχθηκαν τα πιο κάτω: “The question in any claim of victimisation is what was the "reason" that the respondent did the act complained of: if it was, wholly or in substantial part, that the claimant had done a protected act, he is liable for victimisation; and if not, not. In our view there will in principle be cases where an employer has dismissed an employee (or subjected him to some other detriment) in response to the doing of a protected act (say, a complaint of discrimination) but where he can, as a matter of common sense and common justice, say that the reason for the dismissal was not the complaint as such but some feature of it which can properly be treated as separable. The most straightforward example is where the reason relied on is the manner of the complaint. Take the case of an employee who makes, in good faith, a complaint of discrimination but couches it in terms of violent racial abuse of the manager alleged to be responsible; or who accompanies a genuine complaint with threats of violence; or who insists on making it by ringing the Managing Director at home at 3 o'clock in the morning. In such cases it is neither artificial nor contrary to the policy of the anti-victimisation provisions for the employer to say "I am taking action against you not because you have complained of discrimination but because of the way in which you did it". Indeed it would be extraordinary if those provisions gave employees absolute immunity in respect of anything said or done in the context of a protected complaint.”

[21] Στο άρθρο 8 της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ προνοούνται τα εξής: «Τα κράτη μέλη εισάγουν στην εθνική έννομη τάξη τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζεται πραγματική και αποτελεσματική αποζημίωση ή αντιστάθμιση, όπως καθορίζεται από τα κράτη μέλη, για την απώλεια και τη ζημία που υφίσταται ένα πρόσωπο ως αποτέλεσμα διάκρισης λόγω φύλου, κατά τρόπο αποτρεπτικό και ανάλογο προς την υποσθείσα ζημία. Η εν λόγω αποζημίωση ή αντιστάθμιση δεν μπορεί να περιορισθεί εκ των προτέρων από καθορισμένο ανώτατο όριο, εκτός από τις περιπτώσεις όπου ο εργοδότης μπορεί να αποδείξει ότι η μόνη ζημία που υπέστη ο αιτών συνεπεία διάκρισης κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας έγκειται στην άρνηση να ληφθεί υπόψη η αίτηση εργασίας του.»

[22]Στο Ηνωμένο Βασίλειο οι σχετικές νομοθεσίες που δημιουργούν το αστικό αδίκημα της διάκρισης διευκρινίζουν ότι όλες οι διαδικασίες που αφορούν αιτήσεις που στηρίζονται σε παράνομες διακρίσεις προχωρούν ως να είναι διαδικασίες που αφορούν αστικά αδικήματα. Βλέπε Chagger v Abby National [2010]IRLR 47, Ministry Of Defence v Cannock [1994] ICR 918.

[23] Osei-Adjei v RM Education Ltd UKEAT/0461/12 date 24/9/13

[24] Sheriff v Klyme Tugs (Lowerstoft) Ltd [1999] IRLR 481

[25] M.Connolly ,Discrimination Law, 2nd Edition , Sweet& Maxwell, page 372.

[26] Βλέπε Interaction Recruitment PLC v. Morris Appeal No.UKEAT /0090/14/BA: “Awards for injury to feelings …….. As to the precise level of award under this head, much obviously depend upon the particular case, which in turn will depend on the evidence given and the injury found to have been suffered by the particular individual ……..”. The Cadogan Hotel Partners ltd v. Ozog (2014) UKEAT 001-14-1505: “……….. in making an award for injury for feelings the task of an employment Tribunal is to consider what degree of hurt feelings has been sustained and to award damages accordingly ………. in deciding which of the Vento bands applies to a particular case the Tribunal will wish to take account of relevant factors such as whether the discrimination formed a part of a campaign of harassment over a longer period, but also to what actual loss was attributable to the discrimination suffered”.

[27] Da’ Bell v NSPCC [2010] IRLR 19

[28] Άρθρο 4(1) « Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα εθνικά δικαστικά τους συστήματα, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, όταν ένα πρόσωπο κρίνει ότι θίγεται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και παρουσιάζει, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης, να επιβάλλεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.»

[29] Βλέπε Απόφαση Case C-127/92 Enderby [1993]ECR I-5535, Απόφαση Case C-109/88 Danfoss [1989] ECR I-3199; C .Barnard, EC Employment Law, 3rd Edition, Oxford University Press ,σελ. 373-375,440.

[30] Βλέπε π.χ Revenue Commissioners v O’ Mahony, Determination No. EDA 033 ημερ.27.01.2003. Στη σελ. 13 της απόφασης αναφέρεται ότι: «In applying this test the Court must consider if the complainants have established the primary facts on which they placed reliance in furtherance of the complaint of discrimination. If those facts are established the Court must then consider if they are of sufficient significance to raise a presumption of discrimination . If that evidential burden is not discharged the complainants cannot succeed. If that burden is discharged it then becomes a matter for the respondent to prove, on the balance of probabilities, that the complainants’ age was not a factor that influenced their exclusion from the…….».

[31]Σημειώνουμε ότι το Employment Appeal Tribunal στην απόφαση Martin v Devonshire Solicitors [2011] ICR 352 ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τον ρόλο των προνοιών που αφορούν το βάρος απόδειξης σε υποθέσεις παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης : “………… Those provisions are important in circumstances where there is room for doubt as to the facts necessary to establish discrimination – generally, that is, facts about the respondent's motivation (in the sense defined above) because of the notorious difficulty of knowing what goes on inside someone else's head – "the devil himself knoweth not the mind of man" (per Brian CJ, YB 17 Ed IV f.1, pl. 2). But they have no bearing where the tribunal is in a position to make positive findings on the evidence one way or the other, and still less where there is no real dispute about the respondent's motivation and what is in issue is its correct characterisation in law.”

[32]Βλέπε παράγρ. 17-18 της απόφασης Igen Ltd v Wong «The first stage requires the claimant to prove facts from which the tribunal could, apart from the section, conclude in the absence of an adequate explanation that the respondent has committed, or is to be treated as having committed, the unlawful act of discrimination against the complainant. The tribunal is required to make an assumption of the first stage which may be contrary to reality, the plain purpose being to shift the burden of proof at the second stage so that unless the respondent provides an adequate explanation, the complainant will succeed. It would be inconsistent with that assumption to take account of an adequate explanation by the respondent at the first stage. The second stage, which only comes into effect if the complainant has proved those facts, requires the respondent to prove that he did not commit or is not to be treated as having committed the unlawful act, if the complaint is not to be upheld. If the second stage is reached, and the respondent´s explanation is inadequate, it will be not merely legitimate but also necessary for the tribunal to conclude that the complaint should be upheld.»

[33] Βλέπε παραγρ 19 της απόφασης Igen Ltd v Wong «: «Although there are two stages in the tribunal´s decision making process, tribunals should not divide hearings into two parts to correspond to those stages.»

[34] To Court of Appeal στην απόφαση του στην υπόθεση Madarassy v Normura International plc [2007] IRLR 246 σε σχέση με το ποια μαρτυρία εξετάζεται σε κάθε στάδιο ανέφερε τα πιο κάτω :“Although …..involves a two-stage analysis of the evidence , it does not expressly or impliedly prevent the tribunal at the first stage from the hearing, accepting or drawing inferences from evidence adduced by the respondent disputing and rebutting the claimant’s evidence of discrimination. The respondent may adduce evidence at the first stage to show that the acts which are alleged to be discriminatory never happened, or that, if they did, they were not less favourable treatment of the claimant, or that the comparators chosen by the claimant or the situations with which comparisons are made are not truly like the claimant or the situation of the claimant, or that , even if there has been less favourable treatment of the claimant was not on the ground of sex….Such evidence from the respondent could, if accepted by the tribunal, be relevant as showing that, contrary to the claimant’s allegations of discrimination, there is nothing in the evidence from which the tribunal could properly infer a prima facie case of discrimination on the proscribed ground.”

cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο